Πρόοδος του Ευαγγελίου από Μικρές Αρχές στην Ιαπωνία
Η ΙΑΠΩΝΙΑ είναι μια χώρα ποικιλιών. Περιλαμβάνουσα τέσσερες κύριες νήσους και πολλές μικρότερες, το ορεινό της έδαφος επεκτείνεται σ’ ένα μακρύ ημικύκλιο από την χιονοσκεπή χώρα της Χοκκαΐδο στο βορρά ως την υποτροπική Κυουσού στη δύσι. Μόνο 15 τοις εκατό της χώρας είναι αρκετά επίπεδα για καλλιέργεια. Ως επί το πλείστον, οι κάτοικοι κατοικούν ασφυκτικώς στις παραλιακές πόλεις και χωρία. Επιπεδόστρωτοι αγροί προμηθεύουν ρύζι. Υπάρχει επίσης μια ποικιλία καρπών ο δε ωκεανός αποδίδει αφθονία ιχθύων, βρύων και άλλων ορεκτικών. Κατά μέγα μέρος, η Ιαπωνία είναι αυτοσυντήρητος, μολονότι ο πληθυσμός τώρα υπερβαίνει τα 105 εκατομμύρια.
Οι άνθρωποι γενικώς είναι μικρόσωμοι, εργατικοί, σκληροδουλευταί και υπερήφανοι για την Ιαπωνική παράδοσί των. Μια γλώσσα, με πολλή μικρή διαλεκτική διαφορά, ομιλείται σ’ όλη την Ιαπωνία. Το γράψιμο, για το οποίο κοινώς χρησιμοποιούνται 1.850 Κινεζικοί χαρακτήρες, είναι αρκετά περίπλοκο. Αλλά τα 99 τοις εκατό του πληθυσμού είναι εγγράμματοι. Αγαπούν να διαβάζουν. Η Ιαπωνική εφευρετικότης, και η ικανότης να βελτιώνουν τις εφευρέσεις των άλλων, εβοήθησε επίσης το έθνος ν’ αναπτυχθή σε μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές δυνάμεις του εικοστού αιώνος.
Στην Ιαπωνία σήμερα βλέπει κανείς περισσότερα ενδύματα του Δυτικού συρμού παρά του Ανατολικού. Το ψωμί αντικαθιστά το ρύζι σε πολλά φαγητά. Σιδηροπαγή οικήματα, που καλούνται «μέγαρα,» υψώνονται από 12 μέχρι 20 πατώματα όπου ξύλινες και χάρτινες κατοικίες στέκονταν κάποτε. Αλλά με την βιομηχανική αυτή ανάπτυξι το πρόβλημα της μολύνσεως έγινε μεγάλο.
ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΤΗΝ ΙΑΠΩΝΙΑ
Η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία εδήλωσε: «Η αρχαία Ιστορία στην Ιαπωνία, καθώς αναφέρεται στα εγχώρια χρονικά είναι τόσο τελείως κεκαλυμμένη με μυθολογικούς θρύλους ώστε να είναι απολύτως αναξιόπιστη.» Στη μυθολογία αυτή, ο πρώτος αυτοκράτωρ Τζιμμού, υποτίθεται ότι ανήλθε στο θρόνο το 660 π.Χ. Αυτός και η δυναστεία από 124 αυτοκράτορες μέχρι του Χιροχίτο λέγεται ότι είναι απόγονοι της Αματερασού Ομικάμι, της θεάς του ήλιου—εκείνης που έφερε φως εις τον κόσμον όταν δελεάσθηκε να εγκαταλείψη το σπήλαιο της μέσω του τεχνάσματος του ν’ αφήση να λάμψη η ωραιότης της σ’ένα καθρέπτη. Στο διάστημα των αιώνων ο Σίντο ή Σιντοϊσμός («Ο Δρόμος των Θεών») αναπτύχθηκε, πρωτίστως ως ένα σύστημα λατρείας των προγόνων και των δυνάμεων της φύσεως. Ως την ημέρα αυτή, κάθε επιτόπιος κοινότης τηρεί την ετήσια εορτή Σίντο, όταν ημίγυμνοι άνδρες και αγόρια βαδίζουν γύρω θορυβωδώς, φέροντας επί των ώμων των ένα φορητό βωμό. Στην εορτή αυτή ο καθρέπτης, ο πολύτιμος λίθος και το ξίφος κρατούν τις θέσεις τιμής ως σύμβολα του Σίντο. Μέχρι του τέλους του Βʹ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Σιντοϊσμός ήταν η κρατική θρησκεία, η οποία πάρα πολύ υπεστήριζε τη λατρεία του αυτοκράτορος.
Αλλά στην Ιαπωνία πολλοί άνθρωποι ανήκουν σε περισσότερες από μια θρησκεία. Αισθάνονται ότι έτσι μπορούν να πάρουν το καλύτερο από πολλές θρησκείες. Από τον έκτον αιώνα π.Χ., όταν ο Βουδδισμός εισήλθε στην Ιαπωνία από την Κίνα και την Κορέα, πολλές Βουδδιστικές συνήθειες εμβολιάσθησαν στη ζωή του λαού. Οι θρησκείες Σίντο και Βουδδιστική τώρα συνυπάρχουν. Δεν είναι ασύνηθες να βρη κανείς τον επιτόπιο βωμό Σίντο και τον Βουδδιστικό ναό να ίστανται παράπλευρα. Πολλά Ιαπωνικά σπίτια επιδεικνύουν το ράφι με τον Θεό Σίντο στην είσοδο της βεράντας, ενώ ο οικογενειακός Βουδδιστικός βωμός είναι προεξέχων σ’ ένα εσωτερικό δωμάτιο. Στο κάθε μέρος, καρποί, άνθη, κ.ο.κ, εκτίθενται για την ευχαρίστησι των προγονικών πνευμάτων.
Παραδοσιακώς, ζεύγη παντρεύονται—και τα βρέφη των ευλογούνται—με Σιντοϊστική ιεροτελεστία, αλλά οι κηδείες και οι επιμνημόσυνες υπηρεσίες που ακολουθούν διεξάγονται από Βουδδιστάς ιερείς. Κατά γράμμα υπάρχουν εκατοντάδες Σιντοϊστικές και Βουδδιστικές αιρέσεις.
Τον καιρό που η κρατική θρησκεία Σίντο κυριαρχούσε, οι διάνοιες των ανθρώπων είχαν πάρα πολύ στραφή προς την λατρεία του αυτοκράτορος. Πολλοί είχαν διαποτισθή με την ισχυρά μιλιταριστική, εθνικιστική θέρμη που έφθασε στο κορύφωμα της στην έξαψι του Βʹ Παγκοσμίου Πολέμου. Ζωές ελεύθερα εθυσιάσθησαν επί του βωμού της λατρείας του αυτοκράτορος, και εκείνοι που παρεδίδοντο μάλλον παρά να πεθάνουν για την τιμή του αυτοκράτορος συχνά εθεωρούντο ως απόβλητοι. Όταν η Ιαπωνία ενικήθη, ολόκληρα στρατεύματα εξέλεξαν εξόντωσι μάλλον παρά παράδοσι. Στην ακμή του μιλιταρισμού, και προηγουμένως, η Ιαπωνική σκηνή δεν παρουσίαζε λαμπρές προοπτικές για επιτυχία στο κήρυγμα του ευαγγελίου σχετικά με τον «Άρχοντα της Ειρήνης.»
Πράγματι, ολόκληρη η ιστορία της Ιαπωνίας έχει χαρακτηρισθή από εσωτερικούς πολέμους, δολοφονίες και χαρακίρι, επανάστασι και ξιφομαχίες. Λίγες χώρες είχαν τέτοια βίαια ιστορία, και πολλή απ’ αυτή μεγαλύνεται ακόμη στα θέατρα και τους κινηματογράφους όπου δίδεται ειδική εξοχότης σε στρατιωτικούς ιππότας και στο θρήσκευμα Μπουσίντο («τον τρόπο του πολεμιστού»). Κατά την διάρκεια ασπόνδων ερίδων μεταξύ αντιπάλων Βουδδιστικών αιρέσεων, οι δρόμοι της Κυότο, αρχαίας πρωτευούσης της Ιαπωνίας, ήσαν κατά γράμμα κόκκινοι με το αίμα των πολεμιστών αυτών ιερέων και των ακολούθων των.
Θα μπορούσε η Χριστιανοσύνη να θέση πόδα μεταξύ του συμφύρματος των Βουδδιστικών και Σιντοϊστικών αιρέσεων; Οι θρησκείες του Χριστιανικού κόσμου άρχισαν να στέλλουν ιεραποστόλους στην Ιαπωνία κατά τα μέσα του 16ου αιώνος. Στην περιφέρεια της Ναγκασάκη, κάπου 150.000 λέγεται ότι επεστράφησαν στον Καθολικισμό. Εντούτοις, αφού εδηλώθη ότι η Ρωμαιοκαθολική θρησκεία έγινε στους Ιάπωνας μάλλον «ένα σύμβολο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού» η Βρεττανική Εγκυκλοπαιδεία σχολιάζει : «Μολονότι μερικοί από τους καταθλιβομένους χωρικούς υπεδέχθησαν το ευαγγέλιον της σωτηρίας, οι έμποροι και οι πολεμισταί άρχοντες εθεώρουν τον Καθολικισμό ως ένα σπουδαίο κρίκο μεταξύ των εαυτών των και της επεκτεινόμενης Ευρωπαϊκής ηπείρου.» Η Καθολική θρησκεία έγινε το πιόνι των εμπορευομένων και των λαθρεμπόρων όπλων, και σε λίγο ο Ιάπων αρχιστράτηγος. Τ. Χιδεγόσι, διάταξε την καταστολή της με σκληρή καταδίωξι. Απελπισθέντες, οι Καθολικοί της Δυτικής Ιαπωνίας επανεστάτησαν, μόνο για να εξολοθρευθούν τελείως το 1637. Οι επιζήσαντες είτε αρνήθηκαν την πίστι των ή απωθήθησαν υπογείως ως οι «κρυμμένοι Χριστιανοί,» οι οποίοι εκαμουφλάρισαν τις Καθολικές εικόνες τους με Βουδδιστικούς συμβολισμούς.
Ως τη «μεγάλη αφύπνισι» της Ιαπωνίας, η οποία άρχισε το 1868, στις περισσότερες ξένες επιρροές, περιλαμβανομένης της θρησκείας, απηγορεύθη η είσοδος στην Ιαπωνία. Εντούτοις, όταν οι θύρες στον εξωτερικό κόσμο ανοίχθησαν πάλι, οι αιρέσεις του Χριστιανικού κόσμου έστειλαν τους ιεραποστόλους των κατά εικοσάδες. Ποια ήταν η επιτυχία των; Δεν έκαμαν ομαδική επιστροφή των Ιαπώνων. Αυτοί είχαν τη γνώμη ότι οι Βουδδιστικές και Σιντοϊστικές θρησκείες τους ήσαν αρκετά καλές γι’ αυτούς, καθώς ήσαν αρκετά καλές για τους προγόνους των. Μήπως ο Βουδδισμός δεν είχε ένα καλόν ηθικόν κώδικα; Τι είχε να δείξη ο Χριστιανικός κόσμος, με τη μακρά του ιστορία πολέμων και αποικιακής καταδυναστεύσεως, που συνιστούσε τη θρησκεία του ως υπέρτερη; Έτσι οι Ιάπωνες έλαβαν από τις θρησκείες του Χριστιανικού κόσμου ο,τιδήποτε εθεώρησαν ωφέλιμο και το επρόσθεσαν στις παραδοσιακές τους δοξασίες, όπως ακριβώς είχαν κάμει με τον Κονφουκιανισμό και Βουδδισμό σε προηγούμενους αιώνες.