Από το Βιβλίον του Έτους 1973—συνέχεια
Η ΠΡΩΤΗ αντεπίθεσις ήλθε όταν ενοικιάσθη η Αίθουσα Φρη Τρέηντ και δικασταί, αξιωματούχοι και μέλη του τύπου προσεκλήθησαν ειδικώς στη συνεδρίασι της Κυριακής όταν ο Αδ. Σρώντερ εξήγησε ότι η Εταιρία δεν είχε αναμιχθή στη στάσι την οποία οποιοσδήποτε από τους συνδεομένους με αυτήν θα ελάμβανε στο ζήτημα της ευσυνειδήτου αντιρρήσεως· οι λογαριασμοί της αρχειοθετούνταν κάθε χρόνο στον Οίκον Σόμερσετ καθώς απαιτούσε ο νόμος· ως προς το ζήτημα της κατοχής των πλείστων αποθεμάτων χρυσού, ο Σρώντερ ανέγνωσε από τους τελευταίως δημοσιευθέντας λογαριασμούς και έδειξε ότι στο τέλος του έτους η Εταιρία έδειξε έλλειμμα 92.671.76 λίρες. Ο τύπος εδημοσίευσε την απάντησι αυτή στις επιθέσεις του Φράνκλαντ. Αντίτυπα ολοκλήρου της εκθέσεως εστάλησαν στους δικαστάς και όλους τους ενδιαφερομένους. Αλλ’ αρκετά ψεύδη και αποπλανητικές δηλώσεις είχαν δημοσιευθή ούτως ώστε να επηρεάσουν το στενόμυαλο, προκατειλημμένο μέρος του πληθυσμού, και, καθώς μπορούσε ν’ αναμένη κανείς, ασφαλώς βία επρόκειτο να εκσπάση.
Δυο σκαπανείς αδελφές εργαζόμενες σ’ ένα Καθολικό τομέα στην Λίβερπουλ υπέστησαν επίθεσι από 30 περίπου γυναίκες. Τις έδειραν, τις έρριξαν κατά γης και τις έσυραν από τα μαλλιά αιμόφυρτες και μωλωπισμένες κατά μήκος του δρόμου, τις ελάκτισαν και έκλεψαν την έντυπο ύλη των και τα χρήματά των. Δυο αστυφύλακες ήλθαν επί της σκηνής. Καθησύχασαν τον όχλον αλλά δεν συνέλαβαν κανένα. Είπαν: «Εάν συνελαμβάναμε οποιαδήποτε, θα μας κατατεμάχιζαν.»
Εν τω μεταξύ έχοντες υπ’ όψιν την άδικη θέσι στην οποίαν ετέθησαν οι νεαροί μάρτυρες του Ιεχωβά, η Εταιρία εκινήθη να αξιώση απαλλαγή από στρατιωτική υπηρεσία για σαράντα αδελφούς του Μπέθελ και της υπηρεσίας ζώνης. Αυτό ήταν στις αρχές τους 1940. Το διαφιλονικούμενο ζήτημα ήταν: (1) Είναι ο Διεθνής Σύλλογος Σπουδαστών της Γραφής, ή είναι οι μάρτυρες του Ιεχωβά, θρησκευτική απόχρωσις; (2) Είναι οι κατηγορούμενοι (οι σαράντα), τακτικοί διάκονοι; Ο Γ. Σάλτμαρς εξελέγη για τη δοκιμαστική δίκη, η οποία εξεδικάσθη στην Γλασκώβη. Το δικαστήριο υπεστήριξε την αξίωσι του Υπουργείου Εργασίας, δηλαδή, ότι οι προμήθειες του Νόμου Εθνικής Υπηρεσίας (Ενόπλων Δυνάμεων) του 1939, «δεν εφαρμόζονται εις όλα ή σε οποιαδήποτε μέλη της Εταιρίας των μαρτύρων του Ιεχωβά.» Αυτή ήταν η πρώτη από τις πολλές δίκες επ’ αυτού και άλλων σχετικών ζητημάτων.
Η συμβουλή που αρχικά δόθηκε από το Υπουργείο και η οποία ωδήγησε στο να καταγράφωνται οι αδελφοί ως αντιρρησίαι συνειδήσεως έφερε αυτή τη γνώμη από τους δικηγόρους: «Οι συμβουλεύοντες δικηγόροι πληροφορούνται ότι ο λόγος για τον οποίον οι μάρτυρες του Ιεχωβά κατεγράφοντο σύμφωνα με τον Νόμο ήταν ότι ύστερ’ από συζήτησι, στις πρώτες ημέρες του πολέμου, με το Υπουργείον της Εργασίας σχετικά με ολόκληρη τη θέσι, το Υπουργείον υπεσχέθη να δώση μια απόφασι εν καιρώ και έγινε διευθέτησις με το Υπουργείον ότι εν τω μεταξύ όλοι οι Μάρτυρες έπρεπε να καταγράφωνται. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Βρεττανικό Τμήμα έλαβε κακή συμβουλή από το Υπουργείον.»
Το θέρος του 1940, τα Αυτοκρατορικά Νέα ετάχθησαν εναντίον του λαού του Ιεχωβά με το να δημοσιεύσουν ένα προσβλητικό άρθρο που δυσφημούσε τον Δικαστή Ρόδερφορδ. Ο Ρόδερφορδ, με τη σειρά του, αρχειοθέτησε ένα πιστοποιητικό που απεδείκνυε ότι όλες οι κατηγορίες και ενοχοποιήσεις ήσαν ψευδείς. Τα Αυτοκρατικά Νέα εδημοσίευσαν μια βραχεία έκθεσι του πιστοποιητικού, παραλείποντας όλες τις αναφορές του πιστοποιητικού στη Ρωμαιοκαθολική Ιεραρχία. Δεν εδημοσίευσαν μια αίτησι συγγνώμης ή την ίδια των αναίρεσι των δυσφημητικών των δηλώσεων. Λόγω των συνθηκών του πολέμου, περαιτέρω ενέργεια δεν θα ήταν πρακτική. Πράγματι, εν τω μεταξύ ο Ρόδερφορδ ασθένησε. Οι δικηγόροι αξίωσαν ότι βαρείες αποζημιώσεις, παραδειγματικαί και τιμωρητικαί, θα ήσαν βέβαιες, και ο Ρόδερφορδ μπορούσε να προβή σ’ ενέργειες οποτεδήποτε σε διάστημα έξη ετών. Η Εταιρία ετύπωσε, ένα φυλλάδιο που τιτλοφορούνταν «ο Δικαστής Ρόδερφορδ και τα Αυτοκρατικά Νέα.» Εξέθετε τα γεγονότα και το πιστοποιητικό και το αντίγραφο της επιστολής του δικηγόρου. Οι Μάρτυρες έδωσαν ευρεία διανομή στο φυλλάδιο σ’ όλη τη Βρεττανία. Προτού τελειώσει ο πόλεμος οπότε θα ήταν δυνατή νομική ενέργεια, ο Δικαστής Ρόδερφορδ απέθανε. Έτσι, επίσης, τα Αυτοκρατορικά Νέα.
Εν τω μεταξύ, παρ’ όλη αυτή την εχθρότητα και τις χειροτερεύουσες συνθήκες, απεθαρρύνθησαν οι μάρτυρες του Ιεχωβά; Καθόλου. Στο τέλος του 1940 ο όγκος της δραστηριότητός των είχε αυξηθή κατά 50 τοις εκατό. Υπήρχαν 449 εκκλησίες, 29 ζώνες (γνωστές τώρα ως περιοχές), η μια είχε χαθή με την εισβολή των Ναζί στις Τσάννελ Άιλαντς, και τέσσερες περιφέρειες. Ο αριθμός των σκαπανέων ανήλθε σε 1.100. Οι μάρτυρες του Ιεχωβά ήσαν πολυάσχολοι κηρύττοντες το άγγελμα της Βασιλείας εν μέσω ενός πολεμοκρατουμένου κόσμου.
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΟ ΚΙΝΗΜΑ ΝΑ ΣΙΓΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Τον καιρό αυτό οι διάφορες μακρυνές χώρες της Βρεττανικής Κοινοπολιτείας των εθνών απηγόρευαν το έργο της Εταιρίας Σκοπιά και των μαρτύρων του Ιεχωβά. Τι έκανε η Βρεταννία; Η Βρεταννία δεν επέβαλε απαγόρευσι. Κατέπνιγε την ρεύσι της ύλης με επίσημο αργοπορία. Όλη η έντυπος ύλη της Σκοπιάς είχε τεθή υπό έλεγχο. Ειδοποίησις έφθασε από το Διαμέρισμα των Αδειών για εισαγωγές ότι δεν θα εξεδίδονταν άδειες μετά την 31η Δεκεμβρίου του 1940. Με τρομερές πιέσεις απ όλα τα μέρη, το Βρεταννικό τμήμα επρόκειτο ν’ αποκοπή από τα κεντρικά γραφεία.
Όχι μόνο από τη χώρα αλλά κι απ’ έξω ήλθαν σοβαρά κτυπήματα. Οι αεροπορικές έφοδοι έγιναν συνήθεις. Κάποτε μια πόλις υπεβάλλετο σε συνεχή βομβαρδισμό επί 12 μέχρι 14 ώρες. Μερικές πόλεις βομβαρδίζονταν συστηματικώς, οι επιθέσεις άρχιζαν την ίδια ώρα κάθε βράδυ. Ως αποτέλεσμα, πολλά σπίτια των Μαρτύρων κατέρρευσαν. Στο Μάντσεστερ η ερήμωσις εσταμάτησε ακριβώς στον οίκον των σκαπανέων. Τρείς οίκοι σκαπανέων σε άλλα μέρη, ως επίσης Αίθουσες Βασιλείας και πολλή έντυπος ύλη, κατεστράφησαν και εβλάβησαν. Μια βόμβα που αρχίζη πυρκαϊές εισέδυσε στη στέγη της Αιθούσης Βασιλείας στο Μπέθελ και διεπέρασε το υπερώον, όπου οι πυροσβέσται αδελφοί την εχειρίσθησαν. Ως το τέλος του πολέμου, δώδεκα Μάρτυρες έχασαν τη ζωή των σε αεροπορικές επιδρομές.
Εν μέσω τρομεράς εναντιώσεως έλαβε χωράν μια συνέλευσις στην Λάιστερ από τις 3-7 Σεπτεμβρίου του 1940. Παρά τις συνθήκες του πολέμου, η αίθουσα της συνελεύσεως με 3.500 καθίσματα περιέλαβε λιγώτερους από το ένα τρίτον του αριθμού που είχαν παρευρεθή. Οι περισσότεροι από τους 12.000 εκάθισαν στα γήπεδα του πάρκου. Το Σάββατο, τη τελευταία ημέρα της συνελεύσεως, η μάχη έφθασε στο κορύφωμα, γιατί ήσαν 6.177 Μάρτυρες στον αγρό αντιμετωπίζοντες επιθέσεις κατά των ατόμων των και της υπολήψεώς των.