Πρόοδος του Ευαγγελίου από Μικρές Αρχές στις Βρεττανικές Νήσους
(Από το Βιβλίον του Έτους 1973—συνέχεια)
ΦΑΝΤΑΣΘΗΤΕ την κατάστασι την οποίαν αντιμετώπιζε ο Πράις Χιούζ, που ήταν ακόμη στη φυλακή μαζί με τους αδελφούς Πλάτ και Τσίτυ, όταν έλαβε την είδησι για το διορισμό του ως επίσκοπος τμήματος για ν’ αντικαταστήση τον εξορισθέντα Σρώντερ. Δεν πέρασε πολύς καιρός από την απελευθέρωσί του όταν αντιμετώπισε άλλη μια δύσκολη κατάστασι. Ο Υπουργός των Εσωτερικών εξέδωκε διάταγμα απαγορεύοντας συνελεύσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Η είδησις αυτή ήλθε έξαφνα. Πολλοί σύνεδροι είχαν αφιχθή στις πόλεις των συνελεύσεων οι οποίες είχαν συνδεθή διά σύρματος με τη Θεοκρατική Συνέλευσι του Νέου Κόσμου στο Κλήβελαντ του Οχάιο, όταν έμαθαν για την απαγόρευσι. Ως αποτέλεσμα μόνον οι συνελεύσεις στη Νόττινγκαμ και Μάντσεστερ είχαν απαγορευθή. Ποτέ δεν δόθηκε ο λόγος γιατί αυτή η απαγόρευσις. Το Υπουργείον ήταν αποφασισμένο να αρνηθή την άδεια για συναθροίσεις, ακόμη και ιδιωτικές, σε οποιεσδήποτε άλλες αίθουσες στις δυο αυτές πόλεις. Χίλιοι περίπου σύνεδροι στη Νόττιγκαμ συναθροίσθηκαν και διεξήγαγαν το πρόγραμμα σε μια γειτονική πόλι. Στη Μάντσεστερ μερικοί από τις χιλιάδες συναθροίσθηκαν στους δρόμους επειδή δεν μπορούσαν να μπουν μέσα στην κυρία αίθουσα συνελεύσεως. Αυτοί ωδηγήθησαν στις πλησίον Αίθουσες Βασιλείας. Οι άλλες συνελεύσεις έστειλαν ισχυρές διαμαρτυρίες στον Υπουργό των Εσωτερικών, στη διαμαρτυρία δε αυτή ενώθηκε και η Εταιρία, η οποία έκαμε επίσης έφεσιν στα μέλη της Βουλής. Ο Υπουργός σε γραπτή απάντησι σ’ ένα μέλος είπε ότι απηγόρευσε τις δύο συναθροίσεις γιατί φοβόνταν δημόσια ταραχή στα δυο ιδιαίτερα μέρη. Επίσης εδήλωσε ότι οι Μάρτυρες ελάμβαναν σκληρή μεταχείρισι στις χώρες του Άξονος γιατί δεν συνεργάζονταν στις πολεμικές εργασίες. «Δεν συμμετέχουν στις κοσμικές διαμάχες. Αυτή δεν είναι βοηθητική στάσις,» είπε.
Βέβαια, οι μάρτυρες του Ιεχωβά στη Βρεταννία, εγνώριζαν ότι η θέσις των δεν διέφερε ουσιωδώς από τη θέσι των αδελφών τους σε άλλες χώρες. (2 Τιμ. 3:12) Στη Γερμανία, κατάσχεσις, πίεσις στρατόπεδα συγκεντρώσεως και θάλαμοι αερίων στην Αμερική, νομικές μάχες στα ανώτατα δικαστήρια, πυρπολήσεις και οχλοκρατίες σε 44 πολιτείες· στην Αυστραλία, τον Καναδά και την Αφρική, απαγορεύσεις και βία· στις Κομμουνιστικές χώρες επικηρύξεις και καταναγκαστικά στρατόπεδα. Όταν εξερράγη ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος, οι μάρτυρες του Ιεχωβά ήσαν 71.509 σ’ όλον τον κόσμο. Θα ανετρέποντο ή θα εξήρχοντο πολυπληθέστεροι και περισσότερο αποτελεσματικοί;
ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΙ, ΑΛΛ’ ΟΥΧΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΜΕΝΟΙ
Στις αρχές του πολέμου όταν οι διανομές του χάρτου ήσαν απροσδοκήτως υψηλές, η Εταιρία έδωσε παραγγελίες για βιβλία και βιβλιάρια σε διαφόρους τυπογράφους. Όταν η Εταιρία έκαμε ένα μεγάλο συμβόλαιο για τον Νέον Κόσμον σε χαρτόδετη έκδοσι, ο τυπογράφος αρνήθηκε να τυπώση το βιβλίο εκτός εάν εσβήνοντο οι αναφορές στη Ρωμαιοκαθολική Ιεραρχία. Αυτό η Εταιρία αρνήθηκε να το πράξη.
Σχεδόν τον καιρό αυτό επιτόπια συμβούλια άρχισαν να λαμβάνουν νομικά μέτρα να φορολογήσουν τις Αίθουσες Βασιλείας. Μερικές γνωμοδοτήσεις ήσαν ευνοϊκές, άλλα μερικές όχι. Ένας επίσημος του Υπουργείου κατηγόρησε ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά είχαν Ναζιστικές συμπάθειες και ότι είχαν χρησιμεύσει ως πράκτορες των Ναζί. Η αλληλογραφία στη Βρεττανία ελογοκρίνετο, οι επιστολές ανοίγονταν, τα πακέτα που περιείχαν μερικά εφόδια περιοδικών αποστελλόμενα στους σκαπανείς ακρωτηριάζονταν.
Τον Αύγουστο του 1943, η Εταιρία ενοικίασε το Ρόγιαλ Άλμπερτ Χώλ και 14 άλλες αίθουσες για την Θεοκρατική Συνέλευσι το «Ελεύθερον Έθνος.» Η δημοσία διάλεξις θα ήταν «Ελευθερία εις τον Νέον Κόσμον,» και διεφημίσθη ευρέως. Έν τούτοις, το χειρόγραφο της ομιλίας αυτής, ως και άλλα για τις συνελεύσεις, κατεσχέθη από τον λογοκριτή. Ως αποτέλεσμα, το νέο βιβλιάριο, Αγών για την Ελευθερία εις το Εσωτερικόν Μέτωπον, δεν εξεδόθη στον Βρεττανικό αγρό λόγω εκτυπωτικών δυσκολιών. Αυτό έγινε διαθέσιμο στις συνελεύσεις και το περιεχόμενο διαβάσθηκε τον καιρό που είχε ορισθή για τη δημοσία διάλεξι. Ο εισηγητής εξήγησε στο ακροατήριο ότι «Ελευθερία εις τον Νέον Κόσμο» δεν ήταν δυνατόν να δοθή γιατί ο λογοκριτής κατεκράτησε το αντίγραφο. Στο τέλος της διαλέξεως, ο ομιλητής εδιάβασε μια δήλωσι που εξέθετε τα γεγονότα της αδικαιολόγητης κυβερνητικής απαγορεύσεως «η οποία δεν δίνει λόγον ούτε αιτίαν της υπάρξεως της.» Το ακροατήριον, που ήσαν άμεσα θύματα, προσεκλήθησαν να αγωνισθούν για την ελευθερία στο εσωτερικό μέτωπο και να δείξουν την πρόθεσι των ότι θα το πράξουν με το να πουν «Ναι.» Σε 15 συνελεύσεις 17.500 άνθρωποι απήντησαν ενθουσιωδώς. Κάθε συνέλευσις έστειλε μια τηλεγραφική έκκλησι στον βασιλέα. Η Εταιρία επίσης έστειλε ένα αντίτυπο της δημοσίας ομιλίας σε κάθε μέλος της Βουλής και σε όλους που συνδέονται με την κυβέρνησι, μαζί με μια επιστολή που εξέθετε τα γεγονότα της καταδυναστευτικής λογοκρισίας.
Έγινε προσωπική επαφή με μέλη της Βουλής στα οποία έγιναν γνωστά όλα τα γεγονότα σχετικά με την απαγόρευσι, τις υπεκφυγές και τα παρεμποδιστικά τεχνάσματα που χρησιμοποιήθησαν για να την διατηρήσουν. Στη Βουλή των Κοινοτήτων μέλη υπέβαλαν το Υπουργείον της Πληροφορίας σ’ ένα καταιγισμό ερωτήσεων που τους έθεσαν σε μια πολύ δύσκολη θέσι. Οι συνδρομηταί Της Σκοπιάς έγραψαν επιστολές διαμαρτυρίας στα αντιπροσωπευτικά μέλη των στη Βουλή. Τελικά το Υπουργείο συνθηκολόγησε και ανέλαβε ν’ απομακρύνη την απαγόρευσι την 28η Φεβρουαρίου 1945. Εν τούτοις, Γραφές και άλλη έντυπος ύλη αφέθησαν να κυκλοφορήσουν ελεύθερα μόνο ύστερα από μια αλλαγή στο Υπουργείο. Το Υπουργείον Πληροφορίας είχε ήδη καταστρέψει την μεγάλη ποσότητα περιοδικών που είχε κατασχέσει.
Το επόμενο βήμα που έλαβε το Βρεττανικό τμήμα ήταν να αρχίση να διαμαρτύρεται στο Αποικιακόν Γραφείον σχετικά με απαγορεύσεις στη Νυασαλάνδη, τις Μπαχάμες, Νιγερία και την Χρυσή Ακτή. Εφέσεις και νομικές διαδικασίες έφεραν ανακούφισι στον Καναδά, στις Ινδίες, Νέα Ζηλανδία, Νότιο Αφρική και Αυστραλία. Αργότερα η Εταιρία εδημοσίευσε για ευρεία διανομή ένα έντυπο γεγονότων εκθέτοντας την διπλοπροσωπεία που χρησιμοποιήθηκε για να διατηρηθούν οι απαγορεύσεις αυτές της Βρεταννικής Κοινοπολιτείας.
Το 1944 στην Στάκπορτ η μόνη διαθέσιμη αίθουσα που ποτέ δεν ήταν διαθέσιμη στους μάρτυρας του Ιεχωβά ήταν η Σέντεναρυ Χώλ. Το έτος εκείνο εκείνος που έλαβε την απόφασι στο ζήτημα ήταν ο Α. Ρόυλ, Ειρηνοδίκης, ο άνθρωπος που δημοσίως απεσύρθη από το βήμα μάλλον παρά να συμμετάσχη στην καταδίκη μιας σκαπανέως. Αμέσως συνεφώνησε ν’ αφεθούν οι μάρτυρες του Ιεχωβά να χρησιμοποιήσουν την αίθουσα. Προ της συνελεύσεως και κατόπιν αυτός ήταν κάτω από τα συνεχή πυρά των άλλων μελών της επιτροπής του γιατί ενοικίασε την αίθουσα στους μάρτυρας του Ιεχωβά. Ο Ρόυλ ανταπήντησε: «Ποιος από σας που είσθε επίσημοι του Κυριακού σχολείου της Στάκπορτ θα μπορούσε να κρατήση ένα μεγάλο ακροατήριο επί μισή ώρα ή και περισσότερο εξηγώντας τη Γραφή; Λοιπόν, αυτό είναι που πράττουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά κάθε μέρα. Παρευρίσκομαι στις συναθροίσεις των και το είδα αυτό.»
Οι μάρτυρες του Ιεχωβά στη Βρεττανία δεν εγκατελείφθησαν. (2 Κορ. 4:8-10) Η καταδίωξις απέτυχε να τους αναγκάση να διαρρήξουν την ακεραιότητα των προς τον Υπέρτατον Κυρίαρχον, τον Ιεχωβά. Δώδεκα «υπηρέται στους αδελφούς» τώρα επισκέπτονταν τις 610 εκκλησίες. Όλη η Βρεττανία ετοιμάζονταν για επέκτασι.