Πρόοδος του Έργου Μαρτυρίας από Μικρές Αρχές στη Νικαράγουα
(Από το Βιβλίον του Έτους 1972 Συνέχεια)
ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΥΠΟ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΙΝ
Οι πρώτες νύξεις ταραχής ήλθαν από την Μπλούφιλδς. Οι ιεραπόστολοι Κ. Γκαρμπίνσκι και Εδ. Στάτλανδ, διωρίσθησαν στην πόλι αυτή και έγιναν ευπρόσδεκτοι από τον λαό. Κατόπιν στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1952 εκλήθησαν στο γραφείο του Ταγματάρχου Κάρλος Σίλβα Μ., κυβερνήτου του Διαμερίσματος Ζελάγια. Αυτός είπε στους ιεραποστόλους ότι ήσαν παρανόμως στη χώρα και τους έδωκε τρεις μέρες να πάρουν τα χαρτιά τους και να φύγουν. Ο επίσκοπος του τμήματος, Δ. Μούνστερμαν, έφερε το ζήτημα στον Λοχαγό Αρνόλδο Γκαρσία, αρχηγόν του Διαμερίσματος της Μεταναστεύσεως, ο οποίος εδήλωσε ότι τα χαρτιά των αδελφών ήσαν εν τάξει. Ο Λοχαγός Γκαρσία εζήτησε πληροφορίες από τον Ταγματάρχη Σίλβα, ο οποίος του έστειλε ένα μακροσκελές τηλεγράφημα το οποίον ο Γκαρσία έδειξε στον Μούνστερμαν. Το τηλεγράφημα έλεγε ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά επιτίθενται κατά της Καθολικής Εκκλησίας χωρίς έλεος και ότι αυτός, ο Τ. Σίλβα, είχε λάβει πολλά παράπονα από τα εκκλησιαστικά σώματα της Μπλούφιλδς. Τον καιρό εκείνο οι Καθολικοί ιεραπόστολοι από τις Ην. Πολιτείες ήσαν δραστήριοι στη Μπλούφιλδς.
Ελέχθη στον επίσκοπο του τμήματος ότι πρέπει να έχη άδεια για το έργο από τον Υπουργό της Κυβερνήσεως και των Θρησκευμάτων, Δρ. Μ. Σαλμερόν. Ο Δρ. Μ. Σαλμερόν εξήτασε το ζήτημα και απέρριψε την αίτησι για άδεια να συνεχισθή το έργο μας. Ως αποτέλεσμα, την 17ην Οκτωβρίου, 1952, εξεδόθηκε διάταγμα που απηγόρευε πάσαν δραστηριότητα των διακόνων των μαρτύρων του Ιεχωβά στην Νικαράγουα. Ειδοποιήθηκαν οι ιεραπόστολοι για την απαγόρευσι στη Μπλούφιλδς, Λεόν, Χινοτέπε και Μανάγουα.
Ο επίσκοπος του τμήματος, ύστερ’ από άκαρπες επικλήσεις στο Υπουργείο της Κυβερνήσεως και Θρησκευμάτων και στον Πρόεδρο Αναστάσιο Σ. Γκαρσία, έλαβε μερικά επείγοντα μέτρα. Ανέμενε να εξορισθούν οι ιεραπόστολοι οποιαδήποτε ημέρα και οι διαγγελείς να συλληφθούν και φυλακισθούν. Ως μια λογική προφύλαξι η Αίθουσα της Βασιλείας κλείσθηκε και οι αδελφοί άρχισαν να συναθροίζωνται σε μικρούς ομίλους. Διακόπηκε το έργο περιοδικών στους δρόμους και η έντυπος ύλη του τμήματος διανεμήθηκε σε διάφορα ασφαλή μέρη. Εμίσθωσαν ένα δικηγόρο και αποφασίσθηκε να γίνη έκκλησις του ζητήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο της Νικαράγουας. Ο δικηγόρος Δρ. Εδουάρδο Κ. Βάδο, ήταν τότε μέλος του Κονγκρέσσου, και ανήκε στην αντιπολίτευσι ή στο Συντηρητικό Κόμμα. Για να κάμη την έφεσι εμελέτησε πλήρως την έντυπο ύλη μας και του ήρεσαν εκείνα που διάβασε. Καθώς ο ίδιος είπε: «Ξέρετε, δεν θ’ αργήσω να γίνω ένας από σας.»
Μια Αίτησις για να σταματήση το απαγορευτικό Ένταλμα παρουσιάσθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο την 2 Δεκεμβρίου 1952. Αφού παρουσίαζε μια βραχεία ιστορία των Μαρτύρων του Ιεχωβά και μια περίληψι των δοξασιών των, η Αίτησις έλεγε τα γεγονότα που ωδήγησαν στην απαγόρευσι, ως εξής: «Οι Καθολικοί της Επισκοπής της Νικαράγουας εξαπέλυσαν μια συστηματική εκστρατεία εναντίον . . . των μαρτύρων του Ιεχωβά. Η εκστρατεία αυτή βρήκε απήχησι στο κριτήριον μερικών επισήμων και εξουσιών της κυβερνήσεως . . . με τέτοιο τρόπο που έθεσαν σε κίνδυνο την ελευθερία της λατρείας με μια κατάφωρο παράβασι της συνταγματικής αρχής η οποία την εγγυάται.» Αφού ανέφερε τα επτά άρθρα του Συντάγματος που εγγυούνται ελευθερία λατρείας και πίστεως, η Αίτησις έκαμε έκκλησι στο Δικαστήριο ν’ ακυρώση την αντισυνταγματική διαταγή εναντίον της δραστηριότητος των μαρτύρων του Ιεχωβά.
Η απαγόρευσις της ενεργείας των μαρτύρων και η Αίτησις για Περιοριστικό Ένταλμα εναντίον της είχε ως αποτέλεσμα μια πλημμύρα δημοσιότητος στις εφημερίδες. Ως ένα παράδειγμα, η Ελ Γκραν Διάριο, της Μανάγουας, Δεκεμβρίου 6, 1952, είχε μια επικεφαλίδα με μεγάλα γράμματα: «Η Νικαράγουα μοιάζει με την Ναζιστική Γερμανία, την Φασιστική Ιταλία και την Σοβιετική Ρωσία.» Το άρθρο έλεγε, εν μέρει: «Θα επιθυμούσε η Νικαράγουα να καταταχθή στους καταλόγους των αντιδημοκρατικών χωρών της Αμερικής οι οποίες καταπατούν την παγκοσμίως καθιερωμένη αρχή της Θρησκευτικής Ελευθερίας; Αυτή είναι η ερώτησις των ιεραποστόλων των Μαρτύρων του Ιεχωβά που ετέθη σ’ ένα μακροσκελές έγγραφον που παρουσιάσθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο υπό μορφήν Αιτήσεως για Περιοριστικό Ένταλμα . . . Σ’ ένα άλλο μέρος του εγγράφου κάτω από τον τίτλο, ‘Πού καταδιώκονται;’ αυτοί λέγουν: ‘Είναι άξιο παρατηρήσεως, Έντιμοι Δικασταί, ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά καταδιώκονται μόνον ή τα δικαιώματά των περιορίζονται σε αντιδημοκρατικές και ολοκληρωτικές χώρες πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, στη Φασιστική Ιταλία του Μουσσολίνι, και στη Ναζιστική Γερμανία. Από το άλλο μέρος, απολαμβάνουν πάσης ελευθερίας στις δημοκρατικές χώρες.’»
Οι εφημερίδες επίσης εισηγήθησαν την πηγή της πιέσεως επί της κυβερνήσεως που είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευσι. Π.χ. Λα Πρένσα παρέθεσε τον Καθολικό αρχιεπίσκοπο Γκ. Ροβλέτο ότι είπε ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι Κομμουνισταί. Τον καιρό εκείνο το έργο μας είχε απαγορεύθη στην Δομινικανή Δημοκρατία υπό τον Δικτάτορα Τρουχίλλιο, ο δε πρέσβυς της Νικαράγουας στη Δομινικανή Δημοκρατία έστειλε πληροφορία εναντίον μας, ως εκτίθετο στην εφημερίδα Φλέτσα. Ο πρέσβυς «έστειλε ένα απόκομμα από την (Δομινικανή) εφημερίδα Ελ Νάσιοναλ, που έλεγε ότι η αίρεσις αυτή είναι πολιτική, Κομμουνιστικής προελεύσεως. . . » Οι θρησκευτικοί μας εχθροί ήθελαν να φέρουν την ίδια κατάστασι στη Νικαράγουα που υπήρχε στη Δομινικανή Δημοκρατία.
Η απαγόρευσις και η εξ αυτής προκύψασα δημοσιότης έφερε τους μάρτυρας του Ιεχωβά στο προσκήνιο. Ποια θα ήταν η αντίδρασίς των; Θα εξύψωναν θαρραλέα το μεγάλο όνομα του Ιεχωβά και θα συνέχιζαν να κηρύττουν; Οι πλείστοι των αδελφών το έπραξαν. Οι εκθέσεις όμως έδειξαν ότι μερικοί απέτυχαν να ενδυναμωθούν με το να παρευρίσκωνται τακτικά στις συναθροίσεις και να μελετούν προσωπικώς τη Γραφή και εφοβήθησαν. Όταν η Βιβλική αλήθεια και το έργο της Βασιλείας αναφέρονταν, αυτοί το έκαμναν ψιθυριστά. Ο αριθμός των διαγγελέων έπεσε 4 τα εκατό. Οι ιεραπόστολοι, λόγω της ωριμότητός των και αφοβίας, ήσαν πύργος ισχυρός στους επιτόπιους αδελφούς.
Τον Ιανουάριο του 1953, κατά την διάρκεια της απαγορεύσεως, οι ιεραπόστολοι άρχισαν να εργάζωνται από σπίτι-σε-σπίτι, χρησιμοποιούντες μόνο τα φυλλάδια «Τι Πιστεύουν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά;» και «Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά—Κομμουνισταί η Χριστιανοί;» ως απάντησι των κατηγοριών εναντίον του έργου των. Οι εφημερίδες άκουσαν για τη δραστηριότητα αυτή και η Λα Πρένσα και η Ελ Γκραν Διάριο το έφεραν υπό την προσοχή των αναγνωστών των. Η Ελ Γκραν Διάριο της 5 Ιανουαρίου 1953, έφερε την επικεφαλίδα: «Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά θα συνεχίσουν το κήρυγμά τους ως συνήθως.» Επίσης την 17ην Ιανουαρίου, αυτή παρέβαλε το έργο μας υπό απαγόρευσιν με την δραστηριότητα των Χριστιανών του πρώτου αιώνος και τις συναθροίσεις τους στις κατακόμβες. Επειδή οι επιτόπιοι αδελφοί δεν ενοχλήθησαν στο κήρυγμά των, και το έργο με τα φυλλάδια δεν έφερε αντίποινα από τις εξουσίες, οι ιεραπόστολοι άρχισαν να χρησιμοποιούν πάλι έντυπο ύλη από σπίτι-σε-σπίτι την 1η Φεβρουαρίου του 1953, χωρίς δυσκολίες.