Μουσική του Εικοστού Αιώνος—Πώς σας Επηρεάζει
Η ΕΤΑΙΡΙΑ Κονσέρτου Σαιν Κρουά (Παρθένοι Νήσοι) ήταν υπερήφανη που παρουσίασε το Φημισμένο Κουαρτέτο Εγχόρδων Γκουάρνερι στην αρχή αυτού του έτους. Ήταν πράγματι αξιοσημείωτο που ένας από τους καλύτερους ομίλους εγχόρδων του κόσμου έδωσε ένα κονσέρτο σ’ αυτό το μικρό νησί της Καραϊβικής. Το πρόγραμμα περιελάμβανε έργα Μπετόβεν, Μπαρτόκ και Σούμαν.
Μεταξύ του ακροατηρίου υπήρχαν μερικοί που ευχαριστήθηκαν πολύ από τα έργα Μπετόβεν και Σούμαν, αλλά έμειναν αδιάφοροι για το κουαρτέτο του εικοστού αιώνος του Μπαρτόκ. Μια απ’ αυτούς ρώτησε τη σύντροφό της: «Για ποιο πράγμα μαλώνουν οι εκτελεσταί μεταξύ τους;» διότι αυτή την εντύπωσι της έκαμε το έργο του Μπαρτόκ. Αλλά προφανώς αυτές ήσαν η μειοψηφία, διότι οι σύγχρονες συνθέσεις του Μπαρτόκ έλαβαν πολύ περισσότερα χειροκροτήματα απ’ όσα πήραν τα έργα του Μπετόβεν και του Σούμαν των αρχών του δεκάτου ένατου αιώνος.
Προφανώς υπάρχει διαφορά μεταξύ της μουσικής του εικοστού αιώνος και της μουσικής των προηγουμένων αιώνων. Η κλασική μουσική του δεκάτου ογδόου αιώνος ενδιαφερόταν κυρίως για την ομορφιά και μόνο της μελωδίας και της αρμονίας, συμφωνώντας πολύ με τον ορισμό που ο μουσικολόγος Σίγκμουντ Σπετ δίνει για τη μουσική, ‘η οργάνωσις του ήχου προς την ωραιότητα.’
Τον επόμενο αιώνα η μουσική γινόταν διαρκώς περισσότερο το μέσον για την έκφρασι του αισθήματος, της συγκινήσεως, και γι’ αυτό ονομάσθηκε «ρομαντική» για να διακρίνεται από την «κλασική» μουσική. Μεταξύ των συνθετών της ήσαν ο Μπετόβεν και ο Σούμαν. Κατόπιν, προς το τέλος του δεκάτου ένατου αιώνος και την αρχή του εικοστού αιώνος, οι συνθέται επεδίωξαν διαρκώς περισσότερο να απευθυνθούν στη διάνοια μάλλον παρά στα συναισθήματα, και γι’ αυτό η σύγχρονη μουσική διεγείρει τη διάνοια, και συχνά είναι αρκετά δυνατή και γρήγορη, όπως ήταν πολύ από το κουαρτέτο του Μπαρτόκ που παίχθηκε εκείνο το βράδυ.
Χωρίς αμφιβολία αυτή η τάσις χρησίμευσε ως εμπλουτισμός, όπως μπορεί να το δη κανείς στη Μουσική του Βάγκνερ, του Ντεμπυσσύ και του Στραβίνσκυ. Φαίνεται, όμως, ότι πολλοί σύγχρονοι συνθέτες δίνοντας την έμφασι στη διάνοια και στην αναζήτησί τους νέων ήχων έφθασαν σε ακρότητες, όπως παρατηρούν μουσικές αυθεντίες και κριτικοί σαν τον Σπεθ, τον Σέμπεργκ, τον Κουρτ Σακς και τον Β. Χ. Χάγγιν. Αυτό το έκαμαν με το να παραφορτώσουν τις συνθέσεις τους με πολύπλοκους ρυθμούς και ιδιαίτερα με τη χρήσι διαφωνίας.
Τι Είναι η Διαφωνία;
Με τον όρο διαφωνία στη μουσική εννοείται η χρησιμοποίησις δύο ή περισσοτέρων τόνων που ηχούν ενοχλητικά στο αυτί όταν παίζωνται μαζί, αν και μερικές αυθεντίες έχουν ενδοιασμούς μ’ έναν τέτοιο υποκειμενικό ορισμό. Αν σας είναι δύσκολο να συλλάβετε την έννοια της διαφωνίας, δοκιμάστε αυτό το μικρό πείραμα: «Όταν βρεθήτε κοντά σε κάποιο πιάνο, χτυπήστε οποιοδήποτε πλήκτρο και συγχρόνως το ένα ή τα δύο αμέσως επόμενα. Το αποτέλεσμα θα είναι μια παραφωνία, διότι οι δονήσεις είναι σχεδόν τόσο ίδιες ώστε αντί να αναμιχθούν αρμονικά, συγκρούονται.
Η διαφωνία δεν είναι κακή αυτή καθ’ εαυτήν και έχει χρησιμοποιηθή από εξέχοντες συνθέτες σε περασμένους καιρούς, και μάλιστα πολύ αποτελεσματικά από συνθέτες, όπως ο Βάγκνερ και ο Ντεμπυσσύ. Αλλ’ αν δεν χρησιμοποιηθή συνετά, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ βασανιστικό για τα νεύρα πολλών, αν και όχι κατ’ ανάγκην για όλους τους ακροατάς. Τέτοια μουσική τείνει ν’ αφήση το αυτί ανικανοποίητο, για να μην πούμε τίποτα για τα αισθήματα.
Τι θα Λεχθή για την Τζαζ;
Η Τζαζ είναι ένα είδος μουσικής που γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον εικοστό αιώνα. Κάνει μεγάλη χρήσι της διαφωνίας, στην οποίαν οφείλεται ο σκοπός της «μπλουζ.» Όπως και άλλα δημοφιλή είδη μουσικής, όπως είναι το «σουίνγκ» και το «μπούγκι-γούγκι,» έχει έναν πολύ συγκεκομμένο ρυθμό. Η συγκοπή μπορεί να θεωρηθή ως ένα είδος ρυθμικής παραμορφώσεως. Έτσι συνήθως σ’ ένα μουσικό έργο γραμμένο σε χρόνο 4/4, ο πρώτος και ο τρίτος χρόνος τονίζονται, παίρνουν την έμφασι, όπως Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Αλλά στη συγκοπή ο ισχυρός χρόνος επιταχύνεται ή επιβραδύνεται, δημιουργώντας έτσι ένα πρωτότυπο αποτέλεσμα. Αυτή η ρυθμική επινόησις δεν είναι κάτι νέο, αφού χρησιμοποιήθηκε από συνθέτας σοβαρής μουσικής από τον καιρό του Μπαχ κι έπειτα. Αλλά στη τζαζ αυτό τονίζεται, είναι ο κανών μάλλον παρά η εξαίρεσις.
Ενώ στην αρχή του εικοστού αιώνος η τζαζ παιζόταν με αυστηρό χρόνο, δηλαδή με τέσσερις χρόνους σε κάθε μέτρο, το πέρασμα του χρόνου έφερε σοφίσματα στον ρυθμό. Εκπαιδευμένοι μουσικοί άρχισαν να παίζουν τζαζ σε άλλα μέτρα, δηλαδή σε χρόνο 3/4, το μέτρο που χρησιμοποιείται στο βαλς, ή σε χρόνο 5/4, όπως στο «Τέικ Φάιβ» του Ντέυβιντ Μπρύμπεκ. Έπειτα έγινε εισαγωγή πιο περίπλοκων αρμονιών στη τζαζ, όπου πολλοί μουσικοί έκαμαν χρήσι των ιδεών συγχορδίας της επαναστατικής μουσικής του Ντεμυσσύ, και δανείσθηκαν από τις αρμονικές επινοήσεις του Μπαρτόν και του Χίντεμιθ, που είναι εξέχοντες συνθέται σοβαράς μουσικής αυτού του αιώνος.
Από τ’ άλλο μέρος, η τζαζ επηρέασε συνθέτες σοβαράς μουσικής, οι οποίοι δανείσθηκαν από την ενοργάνωσί της, από τις αρμονικές επινοήσεις της και το ρυθμικό της ύφος και τα «μπλουζ» της. Τέτοια παραδείγματα βλέπει κανείς στη «Ραψωδία σε Μπλου» και στο «Πόρτζυ Εντ Μπες» (μια λαϊκή Νέγρικη όπερα) του Τζωρτζ Γκέρσβιν, στο «Γκραντ Κένυον Σουίτ» του Φέρντε Γκροφέ και στα κονσέρτα πιάνου του Ραβέλ.
Αυτό που κάνει τη τζαζ μια ξεχωριστή μορφή τέχνης δεν είναι τόσο πολύ η διαφωνία της ή η συγκοπή της όσο το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. Αλλά κι εδώ, επίσης, ο αυτοσχεδιασμός στη μορφή ενός θέματος με παραλλαγές υπήρξε προ πολλού μια μορφή τέχνης. Αλλά στη τζαζ δεν τον επεξεργάζονται εκ των προτέρων, όπως στη ‘σοβαρή’ μουσική· γίνονται όλα αυτοσχέδια, αυθόρμητα. Επομένως ο μουσικός της τζαζ βασίζεται στη γνώσι του της αρμονικής κατασκευής του αρχικού θέματος και στο πολύ ανεπτυγμένο μουσικό αυτί του να παραγάγη αυθόρμητα τους αυτοσχεδιασμούς του.
Αλλά μερικοί ξεπέρασαν τα όρια, όπως ανεφέρθη προηγουμένως εν σχέσει με τη σοβαρή σύγχρονη μουσική. Ήλθε σε ύπαρξι αυτό που είναι γνωστό ως «Ελεύθερη Τζαζ.» Εδώ δεν υπάρχουν κανόνες, ούτε παραδοχή οτιδήποτε παραδοσιακού, και παρατηρείται μια απόρριψις του συστήματος συγχορδίας που εχαρακτήριζε την ωραία μουσική του παρελθόντος. Αυτό κατέληξε σ’ ένα είδος ανταρσίας εναντίον κάθε γνωστής θεωρίας και αρμονίας. Το αποτέλεσμα; Όχι μόνο οι μουσικά ανεκπαίδευτοι απωθούνται από τις παράφωνες στριγγλιές που βγαίνουν από τα πνευστικά όργανα και τις τυχαίες προσπάθειες για κάτι αξιόλογο, αλλά και πολλοί σοβαροί μουσικοί της τζαζ δεν μπορούν να δεχθούν αυτές τις νέες ακρότητες χάριν της μουσικής. Ασφαλώς δεν είναι ‘η οργάνωσις του ήχου προς την ωραιότητα.’
Μια Ματιά στο Ροκ-εντ-Ρολλ
Το ροκ-εντ-ρολλ φέρνει αμέσως στο νου τη νεώτερη γενεά, που πραγματικά καταβροχθίσθηκε από τον σκληρό και διεγερτικό ρυθμό της πιο πρόσφατης από τις μουσικές φαντασιοπληξίες. Στην πραγματικότητα είναι μάλλον δύσκολο να προσδιορίσωμε το ροκ-εντ-ρολλ ως ‘την οργάνωσι του ήχου προς την ωραιότητα.’ Με το να τονίζη υπερβολικά τους βαριά τονισμένους χρόνους, ειδικά τον δεύτερο και τέταρτο χρόνο ενός μέτρου, μπορεί να λεχθή ότι το ροκ-εντ-ρολλ είναι 90 τοις εκατό ρυθμός και 10 τοις εκατό μελωδία και αρμονία.
Αυτός είναι ο λόγος που η μουσική ροκ-εντ-ρολλ εδημιούργησε πολύ από τον άγριο και σεξουαλικά προκλητικό χορό της νεώτερης γενεάς. Ένας πιανίστας παρετήρησε ότι ενώ έπαιζε πιάνο μ’ ένα «τρίο» σ’ ένα κέντρο «ροκ,» μπορούσε να αφήνη το πιάνο του πολύ συχνά, χωρίς η απουσία του να γίνεται καθόλου σχεδόν αντιληπτή όσο διάστημα το ηλεκτρικό κοντραμπάσσο και τα τύμπανα συνέχιζαν τον σταθερό και δυνατό δονισμό που ανήκει στο «οξύ ροκ,» όπως θέλουν μερικοί να το αποκαλούν. Και πρόσθεσε ότι «το κατάμεστο νυκτερινό καμπαρέ φαινόταν να βρίσκεται σε έκστασι, δίνοντας μερικές φορές την εντύπωσι μιας φωληάς συστρεφομένων φιδιών.»
Εν τούτοις πρέπει να παραδεχθούμε ότι μερικές ομάδες «ροκ» παρήγαγαν κατά καιρούς αρκετά μελωδική μουσική. Και αυτή η μουσική αυτών των ομάδων είναι που μένει ακόμη στο νου τόσο των νέων όσο και των ηλικιωμένων, και όχι η διεγερτική και υπερβολικά δονούμενη μουσική που κάνει τόσο συχνά τα νεαρά κορίτσια να ξεφωνίζουν και να λιποθυμούν στα φεστιβάλ «ροκ.» Όπως εδήλωσε ένας εξέχων μουσικός, όταν οι άνθρωποι του ζητούν να παίζη μουσική των Μπητλς, σχεδόν πάντα του ζητούν να παίξη τα μελωδικά λυρικά κομμάτια που παρήγαγε εκείνη η ομάδα.
Ηλεκτρονική Μουσική
Καμμιά εξέτασις της σύγχρονης μουσικής δεν θα ήταν πλήρης χωρίς κάποια μνεία της ηλεκτρονικής μουσικής που ορίζεται ως «το πιο σημαντικό νέο όργανο από την εφεύρεσι του πιάνου.» Βασικά υπάρχουν δύο είδη ηλεκτρονικής μουσικής: αυτή που μεγεθύνει τους ήχους που παράγονται φυσικά και εκείνη που παράγει τους δικούς της ήχους.
Στην πρώτη περίπτωσι, χάρις στην ηλεκτρονική, μια αδύνατη και φτωχή φωνή μπορεί να κατορθωθή ν’ ακουσθή πλούσια και γεμάτη, και όλα τα άλλα είδη μουσικών ερμηνειών μπορούν ν’ αποκτήσουν μια δύναμι και ποιότητα που οι ίδιες δεν κατέχουν. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι η ηλεκτρική κιθάρα.
Το πιο γνωστό είδος στη δεύτερη περίπτωσι, την ηλεκτρονικά παραγόμενη μουσική, είναι το Χάμμοντ και τα όμοια όργανα και η απόκοσμη θερεμίνα, που όταν ένας εκτελεστής περνά το χέρι του στον αέρα από πάνω της, δίνει ένα ήχο που μοιάζει πολύ σαν μουσικό πριόνι. Πραγματικά, χάρις στην ηλεκτρονική ένας συνθέτης δεν περιορίζεται πλέον στην επιδεξιότητα των ανθρωπίνων εκτελεστών αλλά μπορεί να φαντασθή οποιονδήποτε ήχο ή συνδυασμό ήχων και να τους κάμη να παραχθούν κατά την επιθυμία του. Όπως παρετήρησε ένας κριτικός, η ηλεκτρονική προσφέρει «μια συναρπαστική παράταξι δυνατοτήτων για την άσκησι της φαντασίας σε χρωματισμούς τόνων και υφής, ένα μικροσκοπικά λεπτό έλεγχο τόνου και ρυθμού και την ευκαιρία για δεξιοτεχνία και πολυπλοκότητα σε ποσότητες που περιορίζονται μόνον από τη φαντασία και την υπομονή του συνθέτου.»
Με τη χρήσι ηλεκτρονικών επινοήσεων ο ήχος μιας κωδωνοκρουσίας, όταν επιταχυνθή, μπορεί να μοιάζη μ’ ένα μουσικό κουδούνισμα εξωθύρας, και ο ήχος του νερού που στάζει σ’ ένα τενεκεδένιο κουτί μπορεί να επιβραδυνθή ώστε να ηχή σαν το μουγγρητό ενός μετάλλινου τύμπανου. Αλλά κι εδώ πάλι οι ακρότητες στις οποίες έχουν φθάσει οι συνθέται ηλεκτρονικής μουσικής κάνουν κάποιον ν’ αμφισβητή την εκτίμησί τους για το γεγονός ότι η μουσική υποτίθεται ότι είναι ‘η οργάνωσις του ήχου προς την ωραιότητα.’
Ώστε Λοιπόν;
Από τα ανωτέρω μπορούμε να ιδούμε ότι όσον αφορά όλα τα είδη μουσικής πρέπει να είναι κανείς εκλεκτικός. Ασφαλώς κανείς δεν έχει το δικαίωμα να περιφρονή εκείνους που η εκτίμησίς τους για τη μουσική μπορεί να περιορίζεται σε μουσική της υπαίθρου ή γουέστερν. Και ούτε θα πρέπει εκείνοι που προτιμούν τη σοβαρή παραδοσιακή μουσική, δωματίου, κονσέρτου ή όπερας, να υποτιμούνται ότι είναι υπερβολικά ορθόδοξοι ή της παληάς μόδας.
Στην πραγματικότητα όσοι δεν έχουν μουσική εκπαίδευσι δεν είναι σε θέσι να κρίνουν πολλά απ’ αυτά που ακούνε από άποψι μουσικής, αν έχη συντεθή καλά, αν παρουσιάζη εξαιρετική αρμονία, αν είναι καλά ανεπτυγμένη ρυθμικά, και άλλα. Αλλά μπορεί ένα άτομο να κρίνη πώς τον επηρεάζει μια ωρισμένη μουσική έκφρασις. Επί παραδείγματι, ας γυρίσωμε στο σκληρό και διεγερτικό ροκ-εντ-ρολλ που εξετάσαμε προηγουμένως. Πώς επηρεάζει συναισθηματικά τους νεαρούς; Σύμφωνα με μια μελέτη 400 εγκύων νεαρών κοριτσιών και 91 μη εγκύων μαθητριών κολλεγίου, η μουσική «ροκ» οδηγεί τα νεαρά κορίτσια σε προγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις. Αυτό δεν είναι εκπληκτικό, αφού τέτοια μουσική δημιουργεί σε πολλούς νεαρούς ένα είδος σωματικός αυθορμητισμού, που εκδηλώνεται με περιστροφικές και ενίοτε σπασμωδικές κινήσεις του σώματος, οι οποίες ως επί το πλείστον συγκεντρώνονται γύρω από την κοιλιακή χώρα. Η ανηθικότης βρίσκεται σε λίγα στριφογυρίσματα πιο πέρα. Αλλ’ ας μη ξεχνούμε την αιτία—είναι η σκληρή και διεγερτική μουσική «ροκ.»
Έπειτα, τι θα λεχθή για την βλάβη που μπορεί να προκληθή στα τύμπανα των αυτιών όταν υπάρχη υπερβολικός όγκος ήχου λόγω της μουσικής που αυξήθηκε σε έντασι ηλεκτρονικά; Ένα Βρεττανικό Ιατρικό Περιοδικό ανέφερε ότι δύο ώρες μουσικής «ντισκοτέκ» μπορούν να επηρεάσουν επιβλαβώς την ακοή. Είναι αυτό το είδος της μουσικής κατάλληλο για σας;
Είσθε ένας ένθερμος ακροατής κονσέρτων ή φίλος της σοβαράς μουσικής; Αναμφιβόλως απολαμβάνετε πολλή απ’ αυτή τη μουσική. Αλλά μήπως διαπιστώνετε μερικές φορές ότι κάθεστε επί δύο ώρες ακούοντας διάφωνη μουσική; Όταν φεύγετε από την αίθουσα κονσέρτου βρίσκετε ότι είσθε συναισθηματικά ικανοποιημένος, με υψωμένο ηθικό, ή μήπως αισθάνεσθε εσωτερική έντασι, ή ίσως ένα μέτρον απογοητεύσεως ή ακόμη και ένα αίσθημα απογνώσεως; Ίσως χρειάζεσθε να είσθε πιο εκλεκτικός. Για να ικανοποιή η μουσική, πρέπει ν’ απευθύνεται στην καρδιά, όχι μόνο στη διάνοια.
Μήπως προτιμάτε τη τζαζ; Τότε προφανώς σας αρέσει η μουσική με συγκοπή, οι ήχοι «μπλουζ» και ίσως θαυμάζετε τον αυτοσχεδιασμό. Αλλά θυμηθήτε ότι δεν έχουν ομορφιά όλοι οι αυτοσχεδιασμοί. Πώς αυτό σας επηρεάζει; Μη συμπεραίνετε ότι απλώς επειδή πουλιέται με την ετικέττα της «Τζαζ» είναι το είδος της μουσικής που σας αρέσει. Μάθετε να κάνετε διάκρισι.
Έτσι κρίνετε πώς σας επηρεάζει η μουσική. Γενικά θα βρήτε ότι η επίδρασις είναι υγιεινή όταν εκλέξετε μουσική που θέτει περισσότερη έμφασι στη μελωδία παρά στον ρυθμό, στην αρμονία μάλλον παρά στη διαφωνία. Όταν ακούτε μουσική που τείνει να σας ξεκουράση ή που σας συγκινεί συναισθηματικά με τρόπο εποικοδομητικό λόγω της αληθινής της ομορφιάς, τότε βρήκατε τη μουσική που σας επηρεάζει ευεργετικά.