Πρόοδος του Έργου Μαρτυρίας από Μικρές Αρχές στη Δομινικανή Δημοκρατία
(Από τον Βιβλίον του Έτους 1972—συνέχεια)
Την 21η Ιουνίου 1950, ένας αγγελιαφόρος ήλθε στον ιεραποστολικό οίκο να πληροφορήση τον Αδ. Μπραντ ότι τον ζητούσεν ο Γραμματεύς των Εσωτερικών και της Αστυνομίας. Πήγε αμέσως, και ιδού τι λέγει ότι συνέβη: «Όταν έφθασα είδα το αυτοκίνητο των εφημερίδων με φωτογράφους και ενόμισα ότι κάποιος σπουδαίος ερχόταν ή έφευγε. Αλλά, πολύ γρήγορα επρόκειτο να γνωρίσω τι εσήμαινε αυτή η αναταραχή. Είδα δυο Ιησουίτες Καθολικούς ιερείς με τα άσπρα των ράσα να μπαίνουν και να βγαίνουν από το γραφείο του Γραμματέως καθ’ ον χρόνον επερίμενα να εισέλθω. Όταν μ’ εφώναξαν, μπήκα και εβεβαίωσα την ταυτότητά μου ως ένας μάρτυς του Ιεχωβά. Μου είπαν να δώσω προσοχή στο διάταγμα καθώς το διάβαζε ένας πολύ νευρικός Γραμματεύς των Εσωτερικών και της Αστυνομίας, ο Α. Χουνγκρία. Μετά την ανάγνωσι της αποφάσεως που απηγόρευε την ενέργεια των μαρτύρων του Ιεχωβά στη χώρα ερώτησα αν αυτό εσήμαινε ότι κ’ εμείς, οι ιεραπόστολοι, έπρεπε να φύγωμε. Μ’ εβεβαίωσε ότι μπορούσαμε να παραμείνωμε όσο θέλαμε εάν υπακούαμε στους νόμους και δεν κηρύτταμε ή μιλούσαμε στον λαό για τη θρησκεία μας, και ότι ο Αρχιαστυνόμος, Λ. Φερνάνδες, θα επρόσεχε ώστε να υπακούσετε στο διάταγμα. Την άλλη μέρα βγήκαν οι εφημερίδες με τη φωτογραφία μου καθώς μου εδίδετο το διάταγμα που απηγόρευε την ενέργεια των μαρτύρων του Ιεχωβά στη Δομινικανή Δημοκρατία.
Ο λόγος για την απαγόρευσι, σύμφωνα με το διάταγμα, ήταν ότι οι μάρτυρες του Ιεχωβά απηγόρευαν στους προσηλύτους των να λαμβάνουν μέρος στα πολιτικά και τους διέταξαν να υπακούουν στον νόμο μόνον αν αυτός ήταν σε αρμονία με δίκαιες αρχές, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο στην αναρχία και στην ακαταστασία. Οι ακόλουθοι απαγορεύονταν να κατατάσσωνται στις ένοπλες δυνάμεις και ν’ αποδίδουν σεβασμό στη σημαία. Το διάταγμα ανέφερε ότι η ύπαρξις των άλλων θρησκειών στη χώρα επί πολλά έτη δείχνει ότι μπορεί ένας να διακρατή θρησκευτική πίστι με τον δέοντα σεβασμό για τον νόμο, και μπορεί έτσι να εργάζεται χωρίς δυσχέρειες ή δυσκολίες με την κυβέρνησι.
Τι μπορούσε να γίνη τώρα; Σύμφωνα με το κυβερνητικό διάταγμα το έργον του κηρύγματος έπρεπε να σταματήση, αλλά σύμφωνα με το διάταγμα του Θεού η κήρυξις του «ευαγγελίου» έπρεπε να συνεχισθή, είτε το εκτιμούσαν αυτό οι άνθρωποι είτε όχι. Είπαν στους σπουδαστάς της Γραφής ότι θα τους εφυλάκιζαν αν επέτρεπαν στους Μάρτυρες να επισκέπτωνται τα σπίτια τους. Οι Αίθουσες της Βασιλείας εκλείσθησαν. Είπαν στους αδελφούς ότι έπρεπε να παύσουν όλες οι ενέργειές τους, και οι ιεραποστολικοί οίκοι επιτηρούνταν συνεχώς. Όταν οι αδελφοί έβγαιναν τους παρακολουθούσαν, και αν κανείς επλησίαζε ένα σπίτι προειδοποιείτο.
Στο τέλος του 1950, όταν οι Αδελφοί Νορ και Χένσελ επισκέφθηκαν την χώρα, μερικοί ιεραπόστολοι διωρίσθησαν να μεταβούν στο Πουέρτο Ρίκο, στη Γουατεμάλα και στην Αργεντινή. Άλλοι βρήκαν κοσμική εργασία διδάσκοντες την Αγγλική, και μερικοί προσελήφθησαν στην Ηλεκτρική εταιρία. Εκεί, π.χ., ο Ρ. Μπραντ εργαζόταν ως χρονομέτρης, και είχε πρόσοδο σε όλες τις γεννήτριες, τους ηλεκτρικούς διακόπτες και στους λέβητες και ως φαίνεται η κυβέρνησις δεν ενδιαφερόταν και τόσο πολύ για τις δήθεν Κομμουνιστικές του σχέσεις! Με την κοσμική αυτή εργασία, οι αδελφοί μπορούσαν να χρηματοδοτούν σπίτια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για μέρη συναθροίσεων. Μάλιστα, ελάμβαναν χώραν συναθροίσεις εις πείσμα των περιστάσεων. Σ’ ένα από τα σπίτια αυτά τα έπιπλα στον οπίσθιο κοιτώνα ήσαν επάνω σε τροχούς και εύκολα ήταν δυνατόν να κυλισθούν στο άλλο δωμάτιο και να αντικατασταθούν με 15 ως 20 καρέκλες έτσι ώστε μια μελέτη Της Σκοπιάς, η συνάθροισις υπηρεσίας και η Θεοκρατική Σχολή να λάβουν χώραν.
Η Ανάμνησις εορταζόταν σε μικρούς ομίλους, και ένας ομιλητής πολλάκις έδινε τρεις ομιλίες σε τρία διάφορα μέρη μια νύχτα. Πολύ συχνά ελάμβαναν χώρα καταρρακτώδεις βροχές τη νύχτα αυτή, υετοί ευλογιών επίσης, οι οποίες κρατούσαν τους κατασκόπους μακρυά από τους δρόμους. Καθώς έχομε ήδη εξηγήσει μια τέτοια βροχή βοήθησε τον Αδ. Λ. Μοντάς να διαφύγη από την Σαν Κρίστομπαλ. Ο Αδ. Ρ. Τζώνσον είχε παρόμοιες πείρες όταν στενά εφρουρείτο στο ανατεθέν έργον του στο Σαντιάγκο. Όταν άφηνε το σπίτι για μια συμμελέτη ακολουθούνταν από ένα κατάσκοπο. Άρχιζε να περπατή και να κάνη πολλές στροφές, να πηγαίνη πίσω και μπρος και γύρω στα τετράγωνα μέχρις ότου ο κατάσκοπος κουραζόταν και σταματούσε. Αλλά, και αυτό συχνά, έπεφτε ένας γρήγορος υετός και, μολονότι ο κατάσκοπος σταματούσε κάπου για προστασία από τη βροχή, ο Αδ. Τζώνσον συνέχιζε πηγαίνοντας στην επανεπίσκεψί του.
Ο Αδ. Χούλιο Ντίτρεν βαπτίσθηκε το 1955 και έτσι ήλθε σε συνάφεια με την οργάνωσι τον καιρό που η καταδίωξις ήταν μεγάλη. Το σπίτι του χρησιμοποιούνταν ως τόπος συναθροίσεως, και ποτέ του δεν είχε οποιαδήποτε σοβαρά ενόχλησι. Είχε ένα φίλο που δεν ήταν Μάρτυς, αλλ’ ήταν πραγματικός φίλος, και ο οποίος εργαζόταν για την κυβέρνησι, στενά συνδεδεμένος με το αστυνομικό τμήμα. Κατά περιπτώσεις ο φίλος αυτός έλεγε στον Αδ. Ντίτρεν, «Μην έχετε τη συνάθροισί σας την εβδομάδα αυτή.» Και ακριβώς την εβδομάδα εκείνη μερικοί κατάσκοποι περιφέρονταν ή ακόμη έμπαιναν στο σπίτι. Πάλιν αργότερα ο φίλος έλεγε, «Τώρα μπορείτε να έχετε τη συνάθροισί σας πάλι.» Προφανώς οι αστυνομικοί είχαν αποφασίσει ότι το σπίτι δεν ήταν τόπος συναθροίσεως.
(Έπεται Συνέχεια)