Η Χωρίς Μέτρον Μουσική του Περού
Από τον ανταποκριτή του «Ξύπνα!» στο Περού
Ο Ραφαήλ μπήκε στο χωλλ και χώθηκε σε μια πολυθρόνα. «Εκάναμε εγγραφή επί ώρες και ποτέ δεν είχα μια συγκέντρωσι σαν κι αυτή,» είπε. «Αντί να καθώμαστε απλώς και να παίζωμε το συνηθισμένο ακκομπανιαμέντο, εδαπάνησα ολόκληρο το απόγευμα προσπαθώντας να διδάξω την ορχήστρα πώς να παίζη ορεινή μουσική.»
«Αυτό δεν θα πρέπει να ήταν και τόσο δύσκολη δουλειά,» είπα. «Είσθε όλοι επιδέξιοι κιθαρισταί και η λαϊκή μουσική είναι πολύ απλή.»
«Απλή, βέβαια, αλλά παρατήρησες ποτέ τον χρόνο; Αυτός ο χρόνος είναι που γοητεύει όλους εκείνους που δεν έχουν μεγαλώσει στα Περουβιανά βουνά.»
«Πράγματι, έχω παρατηρήσει ότι η λαϊκή μουσική του Περού είναι λίγο διαφορετική, αλλά τι ακριβώς συμβαίνει με τον χρόνο;»
«Ύστερ’ από κάθε λίγα «μέτρα» εισάγεται ένα «μέτρο» που έχει μόνο ένα κλάσμα του συνηθισμένου χρόνου. Τώρα αυτό δεν συνηθίζεται στη μουσική. Κάθε μουσικός γνωρίζει ότι ένα μουσικό κομμάτι έχει ακριβώς ωρισμένα μέτρα και κάθε μέτρο έχει έναν ωρισμένο αριθμό χρόνων, είτε είναι δύο, τρεις, τέσσερις ή ακόμη περισσότεροι. Δεν συμβαίνει όμως αυτό με την Περουβιανή ορεινή λαϊκή μουσική.»
«Μια στιγμή, τώρα,» είπα. «Ξέρω λίγο από μουσική και ξέρω ότι κάθε μέτρο πρέπει να συμμορφώνεται με τον χρόνο για να έχη ρυθμό. Δεν υπάρχει τίποτα πιο απογοητευτικό από το να παίζη ή να τραγουδά κανείς ένα μουσικό κομμάτι όταν κάθε μέτρο δεν έχη πλήρη αξία του χρόνου. Μήπως θέλεις να μου πης ότι . . .;»
«Ότι η Περουβιανή μουσική δεν δίνει σ’ όλα τα μέτρα ίση αξία χρόνου; Ναι. Κύτταξε να σου δείξω.» Μ’ αυτό άρχισε να σιγομουρμουρίζη ένα σκοπό που μου ήταν γνωστός και που τον είχα ακούσει πολλές φορές στα τέσσερα χρόνια που εδίδασκα στο εσωτερικό. Καθώς μουρμούριζε, παρατήρησα ότι σε κάθε πέμπτο μέτρο σταματούσε απότομα ακριβώς στον μισό αριθμό των χρόνων. Αυτό ηχούσε εξαιρετικά φυσικό—για την Περουβιανή μουσική.
«Δεν θυμάσαι το είδος των χορών που χορεύουν μ’ αυτή τη μουσική;» ρώτησε. «Τώρα θα στο ξαναθυμίσω.» Μ’ αυτό σηκώθηκε όρθιος, έκαμε μερικά συρτά βήματα ενώ μουρμούριζε τον ίδιο σκοπό, κατόπιν σταμάτησε απότομα, κρατώντας ακίνητα και τα δυο του πόδια μόλις ακολουθούσε το πέμπτο μέτρο, ξαναρχίζοντας απότομα για τα επόμενα τέσσερα μέτρα, για να ξανασταματήση πάλι απότομα στο πέμπτο. Πόσες φορές είχα δη τους Ινδιάνους να τραγουδούν και να χορεύουν μ’ αυτό τον τρόπο! Ήταν γοητευτικό και πολύ χαρακτηριστικό. Αυτός ο τύπος του χορού μαζί μ’ αυτή τη μουσική—ταίριαζαν απόλυτα.
Ο νους μου έτρεξε πίσω στις παράξενες μικρές κωμοπόλεις με τις οποίες είναι διάστικτη η «πιούνα» (το υψηλό, κρύο και γυμνό οροπέδιο) ή που φωληάζουν στις κλιμακωτές κοιλάδες των Άνδεων. Αναλογίσθηκα τις σκηνές των μικρών ορχηστρών που έπαιζαν στις πλατείες με εντόπιες άρπες και φλάουτα. Λαμπερά και ανεμιζόμενα φουστάνια στροβιλίζονταν αποκαλύπτοντας χορεύτριες με γερά πόδια που περιστρέφονταν απέναντι από τους συντρόφους των που φορούσαν πλεκτούς σκούφους. Στροβιλίζονται και κοντοστέκουν—στροβιλίζονται και κοντοστέκουν.
Ο Ραφαήλ μιλούσε και πάλι. Εξηγούσε ότι θα ήταν δύσκολο να καταγράψη κανείς αυτή τη χωρίς χρόνο μουσική, αλλ’ εν τούτοις ήταν απλή να παιχθή. Όλη είναι απλή εκτός από το λειψό μέτρο δηλαδή, διότι αυτό δημιουργεί ένα απίστευτο πρόβλημα για τους συνηθισμένους μουσικούς. Ο διανοητικός τους μετρονόμος, ας πούμε, προσπαθεί να συμπληρώση τους χρόνους που λείπουν, και να εξισώση τον ρυθμό και έτσι η ιδιαίτερη χάρι στη λαϊκή μουσική με το ελλιπές μέτρο χάνεται.
Η Σημερινή Αρχαία Μουσική των Ίνκας
Το Περού διαιρείται στη μέση σε όλο το μήκος του από την υψηλή οροσειρά των Άνδεων περιορίζοντας στο ελάχιστο την επικοινωνία μεταξύ του ορεινού πληθυσμού και του πληθυσμού της παρακτίου λωρίδος στους αιώνες πριν από τις σύγχρονες ευκολίες μεταφοράς. Γι’ αυτό η από τους Ίνκας εμπνευσμένη ορεινή μουσική διατηρήθηκε στην αρχική της σχεδόν κατάστασι. Αυτό που φαίνεται μάλλον παράδοξο είναι ότι ενώ αυτή η λαϊκή μουσική απέτυχε να διεισδύση σε κάποιο βαθμό στη σχετικά πλησίον ακτή, εισεχώρησε εντούτοις σε βουνά μήκους 2.000 μιλίων με ασήμαντες μόνον αλλαγές από το ένα μέρος στο άλλο.
Αυτές οι αλλαγές εξελίχθηκαν σε τρεις τοπικές «ιδιορρυθμίες» που σήμερα κατέληξαν ν’ αναγνωρίζωνται ως χαρακτηριστική μουσική του βορείου, κεντρικού και νοτίου τμήματος των Περουβιανών Άνδεων.
Επί παραδείγματι, αν ήσαστε ένας ιθαγενής των βορείων βουνών θα θέλατε τη μουσική σας χαρούμενη και ζωηρή, και θα είχατε συνηθίσει να την χορεύετε με γρήγορα, πηδηχτά βήματα. Θα είχατε ανατραφή να αγαπάτε το βιολί και την ντόπια άρπα, την «κουένα» (ένα όργανο σαν φλάουτο φτιαγμένο από καλάμι), και την κιθάρα που γρατσουνίζει τον συνοδευτικό της ρυθμό.
Αλλά, αντίθετα, αν ο Νότος ήταν η πατρίδα σας, θα ταλαντευόσαστε στους μελαγχολικούς ήχους του μαντολίνου και του ακκορντεόν που δυναμώνουν από τον οξύ ήχο του «τσαράνγκο» και τον υπερβολικά βαρύ κτύπο της μεγάλης κιθάρας καθώς θα έβγαζαν τις θλιμμένες μελωδίες τους. Καθώς θα χορεύατε αυτές τις θλιμμένες μπαλλάντες, θα σας κυρίευε η συγκίνησις και τα δάκρυα θα κυλούσαν στα σκασμένα σας μάγουλα.
Ή αν είχατε μεγαλώσει στην περιοχή των Κεντρικών Άνδεων, τη χώρα των σαξοφώνων και των κλαρίνων, της άρπας και των βιολιών, θα γοητευόσαστε από τις ρυθμικές μελωδίες με το λαϊκό χρώμα. Ο μακρυνός υπόκωφος χτύπος του καχόν (ντόπιου τύμπανου) θα σας παρέσυρε στη δημόσια πλατεία όπου θα ενώνατε τα χέρια με τον κύκλο των χορευτών ή θα συνοδεύατε ρυθμικά τη μουσική με παλαμάκια.
Ο Ελλιπής Χρόνος
Μολονότι οι Ινδιάνοι των βουνών έχουν μάθει να χορεύουν στον ρυθμό του βαλς που εισέδυσε από την ακτή, εν τούτοις το βαλς είναι ουσιαστικά άγνωστο στη σύνθεσι αυτής της λαϊκής μουσικής. Οι δημοφιλείς δύο ή τέσσερις χρόνοι σε κάθε μέτρο συντίθενται γενικά σε ομάδες αρκετών διαδοχικών μέτρων που ακολουθούνται από ένα ελλιπές μέτρο.
Το πού θα εισαχθή το ελλιπές μέτρο ποικίλλει ανάλογα με το μουσικό κομμάτι και μερικές φορές ποικίλλει ακόμη και μέσα στο ίδιο μουσικό κομμάτι. Μπορεί κανείς, επί παραδείγματι, να έχη ένα κομμάτι με τα δύο πρώτα μέτρα από τέσσερις χρόνους το καθένα και ν’ ακολουθή ένα μέτρο με ένα μόνο χρόνο, που ν’ ακολουθήται αμέσως από τα δύο μέτρα των τεσσάρων χρόνων και κατόπιν το μέτρο με τον ένα χρόνο. Αυτό θα μπορούσε να επαναληφθή σ’ ολόκληρο το κομμάτι με λιγοστές παραλλαγές του σκοπού. Εν τούτοις αυτό που μπορεί να υστερή σε χρώμα και δημιουργικότητα αναπληρώνεται από τον απεριόριστο ενθουσιασμό τους, όταν χτυπούν το πόδι και κοντοστέκουν, κτυπούν παλαμάκια και φωνάζουν επί ώρες επαναλαμβάνοντας το ίδιο όλο και περισσότερο.
Συγκινησιακή Διέξοδος
Αυτός ο Ινδιάνικος λαός είναι εξωτερικά απαθής, αλλά η μουσική του έχει την ικανότητα βαθειάς εκφράσεως και αισθήματος. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι αργές και μελαγχολικές μπαλλάντες που τραγουδούνται σε κοινωνικές συγκεντρώσεις με μια μουσική που ονομάζεται «Ελ Τρίστε» (η λυπητερή μουσική). Αυτή είναι μια μουσική που εκφράζει θρήνους και αισθηματικές σερενάτες, και είναι η μόνη μουσική όπου ξεχωρίζει ο τραγουδιστής. Ο σολίστ, που τραγουδά είτε στα Ισπανικά είτε στην Κετσούα, συνοδεύεται από μια μόνο κιθάρα που χτυπά μόνο τη μελωδία. Τραγουδά αυτούς τους μελαγχολικούς σκοπούς με υπερβολική θλίψι, προκαλώντας δάκρυα βαθειάς συγκινήσεως στα μάτια όλων των ακροατών. Δεν είναι ασυνήθιστο να δη κανείς μικρούς ομίλους επισκεπτών, που κάθονται γύρω, να κλαίνε φανερά και χωρίς ντροπή· μια διασκέδασις που την απολαμβάνουν όλοι.
Αναμφιβόλως η πρωτόγονη μουσική εκτιμάται κυρίως από τους δικούς της ιθαγενείς. Αλλά τα τελευταία χρόνια έγιναν μερικές ορχηστριακές προσαρμογές αυτής της εμπνευσμένης από τους Ίνκας μουσικής για συμφωνική ορχήστρα. Μολονότι τα ελλιπή μέτρα εθυσιάσθηκαν, οι επικρατούντες υποδεέστεροι τόνοι της μουσικής όταν παίζωνται σε πλούσια αρμονία ορχήστρας είναι εκπληκτικά ωραίοι.
Το Παράκτιο Αντίστοιχο της Ορεινής Λαϊκής Μουσικής
Αλλ’ αν το τοπικό χρώμα αυτής της λαϊκής μουσικής συλλαμβάνεται δύσκολα από τους έξω, μήπως πρέπει να υποθέσωμε ότι η μουσική κριόλλο της ακτής είναι αρκετά συνήθης για να παίζεται εύκολα απ’ όλους; Δεν συμβαίνει ένα τέτοιο ευχάριστο πράγμα! Μερική από την παράκτια κριολλική μουσική έχει επίσης τις εκπλήξεις της.
Σε αντίθεσι με τη λαϊκή μουσική των βουνών που δεν κάνει χρήσι του χρόνου των 3/4 (συνήθως ο χρόνος του βαλς,) η κριολλική μουσική είναι γεμάτη από μελωδικά βαλς μαζί με πόλκες και φοξ-τροτ. Μολονότι πολλά απ’ αυτά είναι πολύ φυσιολογικά, μερικές απ’ αυτές τις κριολλικές συνθέσεις παίζονται και τραγουδούνται με μια ιδιόμορφη συγκοπή (όπου αυτό που είναι συνήθως δευτερεύων χρόνος γίνεται ισχυρός χρόνος).
Κάθε «εκτελεστής» ερμηνεύει τη «συγκοπή» με το ατομικό του ύφος, αλλά πάντοτε με το ιδιαίτερο Περουβιανό χρώμα, που λένε ότι δύσκολα μπορεί να το μιμηθή ένας που δεν μεγάλωσε εδώ. Είναι αρκετά ενδιαφέρον ότι τα ντουέτα, τα τρίο και τα κουαρτέτα μπορούν να κάνουν τη «συγκοπή» με απόλυτη ομοηχία σ’ αυτόν τον ασυνήθιστο ρυθμό, που επιτυγχάνεται με εξάσκησι πολλών ωρών. Αυτό το γεγονός είναι διπλά εκπληκτικό όταν τραγουδούν ωρισμένα κομμάτια που έχουν, υπεραφθονία λέξεων. Ο χείμαρρος των λέξεων με τις οποίες είναι γεμάτα αυτά τα κομμάτια από την αρχή ως το τέλος, συνυφαίνονται επιδέξια με τον συγκεκομμένο ρυθμό σ’ έναν απαλό μουσικό μαραθώνιο που αφήνει τον ακροατή γοητευμένο.
Αλλαγή Ύφους με την Αλλαγή της Γεωγραφίας
Τα βαλς της Λίμας, της παραλίου πρωτευούσης, είναι ζωηρά και ο τόνος διατηρείται εύθυμος από κιθάρες που τις χρησιμοποιούν επιδέξια ή από σύγχρονες ορχήστρες. Αν περπατούσατε στους δρόμους της οπωσδήποτε κάποια ώρα της ημέρας θα περνούσατε από κάποια γιορτή σε κάποιου την αυλή. Το πιο πιθανό θα ήταν οι τρομπέτες να σαλπίζουν ένα κεφάτο φοξ-τροτ. Ή ίσως να συνοδεύουν τα σαξόφωνα σε μια πόλκα ή σ’ ένα μελωδικό βαλς. Αλλά θα έπαιζαν αυτές τις λαϊκές Περουβιανές μελωδίες με την αμίμητη «συγκοπή» τους.
Καθώς ταξιδεύετε προς τις βορειότερες ακτές, θα παρατηρήσετε ότι η μουσική γίνεται αξιοσημείωτα πιο συναισθηματική. Σαν να θέλουν να τονίσουν αυτό το ύφος, οι τραγουδισταί έχουν αναπτύξει ένα γοητευτικό γλίστρημα στις φωνές τους, προσθέτοντας μόλις ένα ίχνος μελαγχολίας.
Με το πέρασμα του χρόνου όλη αυτή η κριολλική μουσική προσαρμόζεται με το σύγχρονο ύφος. Αλλά όσο για τη λαϊκή μουσική των βουνών, πολλές δεκαετίες ραδιοφωνικών εκπομπών που εισέδυσαν στις πιο απόμερες γωνίες της οροσειράς ούτε άρχισαν καν να την αλλάζουν.
Πολλές χαρακτηριστικές σκηνές του Περού απεικονίζουν τη μικρή Ινδιάνικη ορχήστρα με το φλάουτο και την κιθάρα να παίζουν την με ελλιπές μέτρο μουσική για πολύχρωμα χορευτικά ζευγάρια. Οι ανεμιζόμενες φούστες των μελαχροινών με σκασμένο από τον αέρα δέρμα «σενιορίτας» περιστρέφονται καθώς στροβιλίζονται και κοντοστέκονται—στροβιλίζονται και κοντοστέκονται.