Πρόοδος του Έργου Μαρτυρίας από Μικρές Αρχές στην Τσεχοσλοβακία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1972)
«Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ» έτσι αποκαλούν συχνά την Τσεχοσλοβακία. Η χώρα συνίσταται από τρία ιστορικά μέρη: την Βοημία στα Δυτικά με την Πράγα ως πρωτεύουσαν· την Μοραβίαν στα ανατολικά της σύνορα, και ανατολικώτερα ακόμη, την Σλοβακίαν. Ολόκληρο το κράτος εκτείνεται κάπου 500 μίλια από τα ανατολικά στα δυτικά, ενώ από τα βόρεια στα νότια σύνορα απέχει 150 περίπου μίλια. Εκτός της Τσεχικής ή Βοημικής γλώσσης και της Σλοβακικής, ομιλούνται επίσης από μικρούς ομίλους η Γερμανική, Πολωνική και Ουγγρική.
Το 1912 εσπάρησαν οι πρώτοι σπόροι της αληθείας στο ανατολικό μέρος της χώρας. Εκεί ένας μεγάλος αριθμός του πληθυσμού ομιλούν την Ουγγρικήν. Λίγο καιρό πριν δυο Ούγγροι Σπουδασταί της Γραφής (αργότερα γνωστοί ως μάρτυρες του Ιεχωβά) «ο Τζόσεφ Κιςς και ο Κάρολ Σζαμπό, εστάλησαν από την Εταιρία Σκοπιά στην Έρδελ ν’ αναλάβουν το κήρυγμα της Βασιλείας. Ο Κ. Ι. Ρώσσελ, τότε πρόεδρος της Εταιρίας, τους εξουσιοδότησε να κάμουν διευθετήσεις να τυπώνουν έντυπο ύλη στην Ουγγρική γλώσσα.
Ο Αδ. Κιςς απελάθη από την Έρδελ και ήλθε στην Ομπορίν, μέσα στον τομέα της σημερινής Τσεχοσλοβακίας. Εδώ εκήρυξε επί οκτώ περίπου μήνες. Διάφοροι όμιλοι συναθροίζονταν κάθε εβδομάδα και μελετούσαν μαζί του τη Γραφή χωρίς άλλη έντυπο ύλη. Έτσι άρχισε το έργον του κηρύγματος στη χώρα αυτή το 1912.
Μολονότι ο Αδ. Κιςς επέστρεψε στην Ουγγαρία το 1913 εξακολουθούσε ν’ αλληλογραφή με τους ενδιαφερομένους στην Ομπορίν. Αργότερα τέσσερις αδελφοί εστάλησαν από την Έρδελ για να συνεχίσουν τη διακονία στην Ομπορίν και τα γειτονικά χωρία. Εκεί συνήντησαν σοβαρά εναντίωσι και ήσαν υποχρεωμένοι να κρύπτωνται την ημέρα και να συναθροίζωνται με τους ενδιαφερομένους για μελέτη της Γραφής μόνο τα βράδυα. Οι κυριώτεροι εναντίοι ήσαν ο Ρωμαιοκαθολικός ιερεύς και ο επιτόπιος δικαστής οι οποίοι προσπαθούσαν να τους συλλάβουν και να τους απελάσουν.
Οι αδελφοί στην Έρδελ συνέχισαν να ενδιαφέρωνται για την πρόοδο του έργου της Βασιλείας στην Ομπορίν. Το 1914 εστάλη ο Αδ. Σζαμπό, αλλά την φορά αυτή είχε μαζί του προμήθεια εντύπου ύλης στην Ουγγρική. Αυτή εβοήθησε να ενισχύση την πίστι του μικρού ομίλου. Τελικά, αυτός εβάπτισε πέντε αδελφές στον Ποταμό Ονδάβα.
Το μικρό ποίμνιο των ‘προβατοειδών’ στην Ομπορίν ήταν ανάγκη ν’ ανθίσταται στις επιθέσεις των θρησκευτικών εναντίων απ’ αυτή την αρχή, καθώς είπεν ο Ιησούς για τους ακολούθους του εις Ματθαίον 24:9. Στη διάρκεια μιας βραδινής συναθροίσεως, που την διηύθυνε ο Αδ. Σζαμπό, μπήκαν οι χωροφύλακες μέσα στο δωμάτιο. Οι πέντε βαπτισμένες αδελφές και δύο ενδιαφερόμενοι εκλήθησαν στο δικαστήριο, στη Μιχαλόβσε. Ο δικαστής, αφού εξήτασε τα γεγονότα, δεν βρήκε τίποτε το επιλήψιμον στην ενέργεια των Σπουδαστών της Γραφής και απέρριψε τις κατηγορίες του επιτοπίου ιερέως. Επιπροσθέτως, εκείνοι που εκλήθησαν στο δικαστήριο επληρώθησαν για την απώλεια του ημερομισθίου των. Αυτή ήταν μια πολύ απροσδόκητος νίκη.
Ο ιερεύς τότε στράφηκε σε παράνομες μεθόδους για να επεμβαίνη στο έργον της Βασιλείας. Υποκινούσε άλλους να χρησιμοποιούν βίαν εναντίον των Χριστιανών κηρύκων. Όταν παρατηρούσε ότι κάποιος ξένος έμπαινε στο σπίτι ενός από τους Σπουδαστάς της Γραφής, τοποθετούσε κάποιον με ένα δίκρανο να εμποδίζη την διαφυγή και έστελλε ένα δεύτερον άνθρωπον να φέρη τους χωροφύλακας. Οι προσπάθειές του να κρατή τους ανθρώπους στην εκκλησία του απέβησαν εις μάτην. Μάλλον, περισσότεροι άνθρωποι άνοιγαν τα μάτια τους στη φαύλο στάσι του και ερχόνταν να απολαύσουν ελευθερίαν από φόβο στην εκκλησία του Θεού.
Το 1914 Η Σκοπιά εμφανίσθηκε για πρώτη ο φορά στην Ουγγρική γλώσσα. Τι δώρον ήταν αυτό στον μικρό όμιλο της Ομπορίν! Το 1936 ο Αδ. Ρόδερφορδ απεφάσισε να θέση το τμήμα της Πράγας υπό την εποπτείαν του Κεντρικού Ευρωπαϊκού Γραφείου της Εταιρίας στη Βέρνη της Ελβετίας. Από το επόμενο έτος το έργον της Βασιλείας άρχισε να προοδεύη παρά τα προβλήματα που άρχισαν να εγείρωνται για τους αδελφούς σχετικά με τη στρατιωτική υπηρεσία. Υπήρχαν δεκατέσσερες αδελφοί και αδελφές που υπηρετούσαν στα γραφεία του τμήματος και επειδή ο χώρος ήταν περιωρισμένος η Εταιρία ενοικίασε ένα άλλο οικοδόμημα στη Πράγα. Η ενέργεια του κηρύγματος είχε διεισδύσει σ’ όλη τη χώρα, σε μεγάλες πόλεις και σε χωριά, ακόμη και σε απομεμονωμένα σπίτια στα βουνά. Το βιβλίον του Έτους (στη Γερμανική) έλεγε το εξής για την αποτελεσματική επέκτασι των αγαθών νέων: «Σ’ ένα χωρίον της Ουγγαρίας, στη Σέρνα, με 2.000 περίπου κατοίκους, υπήρχαν περί τους πενήντα Μάρτυρες και η επιρροή των επί του λαού ήταν τόσο ισχυρά ώστε δεν επήγαιναν πια στην εκκλησία. Επειδή δεν μπορούσε να αντιμετωπίση την κατάστασι ο κληρικός έφυγε από το χωριό. Ο δικαστής ήταν απρόθυμος να δεχθή αντικατάστασι για την χηρεύουσα θέσι· ο ίδιος δεν επήγαινε στην εκκλησία, και διεκήρυξε ότι θα συνεβουλεύετο τους μάρτυρας του Ιεχωβά όταν ήθελε να μάθη περισσότερα περί της Γραφής.»
Αλλά σύννεφα περί επερχομένης θλίψεως άρχισαν να συσσωρεύωνται. Η Γερμανία απεσύρθη από τον Σύνδεσμο των Εθνών και άρχισε πλήρως να στρατιωτικοποιήται. Για την πλειονότητα των Γερμανών κατοίκων στις συνοριακές περιφέρειες της Τσεχοσλοβακίας και Μοραβίας το Ναζιστικό σύστημα ήταν ελκυστικό. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήσαν Καθολικοί και η Εκκλησία των δεν ήταν εμπόδιο στον εθνικό σοσιαλισμό. Στην περιφέρεια αυτή οι αδελφοί έπρεπε να αντιμετωπίσουν την σφοδρά εναντίωσι και πολιτική επιρροή του Κόμματος του Χενλάιν, που ήταν στόμα της Ναζιστικής Γερμανίας.
Μόνο οι Τσεχοσλοβακικές περιφέρειες ήσαν εκείνες που επρόσφεραν αδιατάραχο αγρό δράσεως για τους Μάρτυρας. Οι Τσέχοι δεν είχαν αναρμόστως επηρεασθή από την Ρωμαιοκαθολική προπαγάνδα. Αισθάνονταν μεγαλύτερη ελευθερία να διαβάζουν και να εξετάζουν το άγγελμα της Βασιλείας. Έτσι παρήλθε το πρώτο μέρος του 1938. Κατόπιν το θέρος ο Χίτλερ διεκήρυξε τις εδαφικές του απαιτήσεις σχετικά με την Τσεχοσλοβακία. Η ταχεία διαδοχή των πολιτικών συμβεβηκότων έφερε σοβαρές δυσκολίες. Ήδη τον Αύγουστο του έτους εκείνου όλες οι συναθροίσεις απαγορεύθηκαν, έτσι οι αδελφοί συναθροίζονταν σε μικρούς ομίλους για μελέτη και συνάθροισι υπηρεσίας.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και οι δυνάμεις του Χίτλερ κατέλαβαν τις συνοριακές περιφέρειες της Βοημίας και Μοραβίας, με την επιδοκιμασία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Τα σπίτια των μαρτύρων του Ιεχωβά επιμελώς επιτηρούνταν, πολλοί αδελφοί εδάρησαν και εκρατήθησαν σε φυλακές και μερικοί εστάλησαν σε Γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, μη εξαιρουμένων και μερικών πολύ ηλικιωμένων. Το έργον της Βασιλείας στην περιφέρεια εντελώς παρέλυσε.