Πρόοδος του Έργου Μαρτυρίας από Μικρές Αρχές στην Αργεντινή
(Από το Βιβλίον του Έτους 1972—συνέχεια)
«Ως το σημείο αυτό περπατήσαμε κάπου δέκα ώρες κάτω από τις συνθήκες αυτές. Ιδού! Εκεί μακριά μπορεί να δη κανείς τα σπίτια της πόλεως. Τώρα ο ήλιος κρύβεται κάτω από τον ορίζοντα, αφήνοντας μια εικόνα ακόμη πιο ωραία μπροστά στα μάτια μας. Άλλα είμεθα λίγο κουρασμένοι, δεν είναι έτσι; Μην ανησυχήτε, πηγαίναμε στο σπίτι ενός ενδιαφερομένου, του Σενιόρ Αλεχάνδρο Σοζόνιουκ. Τι θα κάνωμε τώρα; Θ’ αναπαυθούμε; Όχι, όχι ακόμη! Έχομε καιρό μόνο να λουσθούμε και να φάμε κάτι, γιατί έχομε μια συνάθροισι μέχρι τις 11 μ.μ Την ίδια αυτή νύχτα ένας νεωστί ενδιαφερόμενος ανεφώνησε: Δεν μπορώ να το πιστεύσω! Ότι κάποιος θα ερχόταν κάμνοντας την διαδρομή από το Χενεράλ Σαν Μαρτίν για να διευθύνη μια συνάθροισι! Το ίδιο αυτό άτομο τώρα γνωρίζομε ότι είναι ο Αδ. Καρμπάλιο· σήμερα κι αυτός καταλαβαίνει γιατί ένας μάρτυς του Ιεχωβά θα πάη παντού αν είναι για να δώση τροφή στα ‘πρόβατα.’
»Το ταξίδι αυτό και πολλά άλλα επανελαμβάνοντο κάθε μήνα επί πέντε, χρόνια. Άλλα το ερώτημα εγείρεται: Μήπως αυτό απέβη εις μάτην; Η απάντησις είναι ένα εμφατικό ΟΧΙ! Σήμερα, ύστερ’ από δεκαπέντε περίπου χρόνια, υπάρχει μια ανθούσα εκκλησία με εικοσιέξη υμνητάς του Ιεχωβά. Αν θέλετε να επισκεφθήτε τους αδελφούς αυτούς, δεν είναι ανάγκη να περάσετε τον ποταμό μέχρι της μασχάλης τώρα υπάρχουν λιθοστρωμένοι δρόμοι και μπορείτε να ταξιδεύσετε με αυτοκίνητο σε μια ώρα. Ο επίσκοπος της εκκλησίας είναι ο Αδ. Σοζόνιουκ.»
«Είναι συγκινητικό να βλέπη κανείς πως οι αδελφοί κατέβαλλαν προσπάθειες να παρακολουθούν συναθροίσεις,» γράφει ο υπηρέτης περιοχής. «Περπατούσαν κατά μήκος των νησιών τα οποία συχνά ήσαν πλημμυρισμένα από νερό μέχρι τα γόνατα ή ψηλότερα, και όπου οι υψηλές φυλλοειδείς κορυφές των δένδρων ενώνονταν για ν’ αποκλείσουν το πλείστον του ηλιόφωτος, αφήνοντας ολικό σκότος τη νύχτα. Όταν έφθαναν στο μέρος της συναθροίσεως, άλλαζαν τα βρεγμένα ενδύματά τους και έβαζαν στεγνά ενδύματα που έφεραν μέσα σε δέματα τα οποία κρατούσαν πάνω από το νερό. Όταν ετελείωνε το μάθημα άλλαζαν πάλι και έβαζαν τα υγρά ενδύματα για να περπατήσουν κάμποσα μίλια πίσω στο σπίτι τους. Ήταν πολύ ενθαρρυντικό να βλέπη κανείς τους νεοενδιαφερομένους να κάνουν το ίδιο, όταν έρχονταν μαζί με τους διαγγελείς στις συναθροίσεις. Με τον καιρό η εκκλησία προμηθεύθηκε ένα πλοιάριο και ένας αδελφός άρχιζε στη 1 μ.μ. να ταξιδεύη και να μαζεύη τους αδελφούς από τα διάφορα νησιά και να τους φέρνη στη συνάθροισι που άρχιζε στις 4 μ.μ. Όταν ετελείωνε η συνάθροισις, οι αδελφοί επέστρεφαν στα σπίτια τους· ο αδελφός ετελείωνε την υπηρεσία του της μεταφοράς στις 11 ή 12 μ.μ.
Αναφέροντας τα νησιά στην περιφέρεια Δέλτα του Ποταμού Παρανά φέρνει στο νου τις δύο περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αδελφοί μας έστειλαν τροφές, ρούχα και χρήματα στα θύματα των πλημμυρών σε μέρη της Τσάκο, Φορμόσα και Κορριέντες. Τόση άφθονη ήταν η επίδειξις της αγάπης εκ μέρους των αδελφών στην Μπουένος Άυρες, Ροσάριο και Κόρδοβα ώστε η αποθήκη εντύπου ύλης στο τμήμα είχε υπερπληρωθή από διάφορα πράγματα που είχαν δωρηθή. Οι δε παθόντες αδελφοί έγραψαν στην Εταιρία, παρακαλούμε μη στέλλετε πια—είχαν λάβει περισσότερα απ’ ό,τι χρειάζονταν! Μια από τις περιπτώσεις αυτές ήταν τον Απρίλιο και Μάιο του 1959 όταν χιλιάδες κιλά τροφίμων και ρουχισμού είχαν δωρηθή. Εις ένα και μόνο μέρος εστάλησαν 1.260 κιλά προμηθειών. Τα σχόλια εκ μέρους των αδελφών που έλαβαν την βοήθεια αυτή ήσαν, ‘Τι ενότης!’ Τι αγάπη μέσα στην εταιρία της Νέας Τάξεως!
Το 1948 άρχισαν να έρχωνται ξένοι ιεραπόστολοι στην Αργεντινή. Η Μαρία Σήγκελκεν διωρίσθηκε σε μια από τις εκκλησίες της Μπουένος Άυρες αφηγείται μια εξέχουσα πείρα της: «Αναζωογόνησα μια μελέτη με μια νεαρά γυναίκα την οποία επισκεπτόταν η Β. Αϊζενχάουερ. Επειδή η οικογένεια της Σάρας εναντιωνόταν, επήγαινα στο εργοστάσιο όπου αυτή εργαζόταν, και πηγαίναμε μαζί στη πλατεία για τη μελέτη μας. Εφ’ όσον προώδευε στη γνώσι άλλαζε εργασίες για να έχη περισσότερο καιρό για μελέτη και κήρυγμα. Μολονότι, ήταν ενήλιξ δεν ήταν ελεύθερη να κάμνη όπως αυτή ήθελε—τέτοια είναι η αυστηρότης σε πολλές Αραβικές οικογένειες. Η Σάρα δεν έλεγε στην οικογένεια όταν άλλαζε εργασίες εργαζόταν μισή μέρα, και το άλλο μέρος της ημέρας ήταν ελεύθερη να αφοσιώνη στην υπηρεσία. Επί πολλούς μήνες έπαιρνα μαζί μου ένα επί πλέον χαρτοφύλακα στον τύπο της συναθροίσεώς μας και κατόπιν τον έφερνα πίσω στον ιεραποστολικό οίκο το βράδυ εκείνο. Για να παρακολουθή συναθροίσεις, πολλάκις ήταν ανάγκη ν’ αγοράζω τικέτα για τον κινηματογράφο, και όταν πήγαινα να πάρω τη Σάρα έδειχνα τα τικέτα στη μητέρα της. Παρακολουθούσαμε τη συνάθροισι, και κατόπιν πηγαίναμε στο κινηματογράφο! Με τον τρόπο αυτό η Σάρα είχε καιρό να ενισχύση την πίστι της. Κατόπιν μια μέρα εγκατέλειψε το σπίτι και έγινε ειδική σκαπανεύς. Αργότερα μου είπε ότι η οικογένειά της έκλαψε σαν αυτή να είχε πεθάνει, τόσο σοβαρά αυτοί θεώρησαν την αλλαγή από τη Μωαμεθανική θρησκεία στη Χριστιανική πίστι. Η Σάρα τώρα υπηρετεί ως ειδική σκαπανεύς επί δεκατέσσερα έτη· στο 1957 αυτή και η σύντροφός της είχαν το προνόμιο να εργασθούν στην Λα Ριόχα, όπου εβοήθησαν να διοργανώσουν μια εκκλησία.»
Στη Μπουένος Άυρες υπάρχουν πολλά κτίρια χωρίς ανελκυστήρες, και εκεί δοκιμάζεται η αγάπη τινός. Πόσες φορές έπρεπε να μεταβή κανείς για να συναντήση το άτομο, ειδικώς αν αυτό κατοικούσε στα πιο ψηλά πατώματα; Λοιπόν, η Αδ. Σόβιακ θυμάται μια τέτοια επίσκεψι: «Έχασα λογαριασμό σχετικά με το πόσες φορές επισκέφθηκα μια γυναίκα στην οποία είχα διαθέσει ένα περιοδικό. Ταξιδεύω πολύ, ίσως να μη με βρης στο σπίτι αυτή με προειδοποίησε. Μια μέρα την βρήκα, με βαλίτσες στο χέρι μόλις επέστρεφε από ένα ταξίδι. Διέθεσα σ’ αυτήν ένα βιβλίο μελέτης. Μου είπε ότι ήταν Καθολική και είχε θείους που ήσαν επίσκοποι. Ύστερ’ από δέκα ακόμη επισκέψεις, την βρήκα πάλι. Όχι μόνο είχε διαβάσει το βιβλίο, άλλα συνέχιζε να μου λέγη όλα τα θαυμάσια πράγματα που είχε μάθει—έτσι κατενόησα ότι όλη μου η υπομονή και το ανεβοκατέβασμα των σκαλοπατιών δεν απέβησαν εις μάτην. Είπε ότι δεν θα ταξίδευε πια έτσι έκαμα διευθέτησι για μια συμμελέτη. Στην ωρισμένη ώρα με χαρά ανέβηκα τις σκάλες, μόνο για να βρω ότι δεν ήταν κανείς εκεί. Προσπάθησα να της τηλεφωνήσω αλλ’ ανεπιτυχώς. Κάτι πρέπει να είχε συμβή σκέφθηκα, προσπάθησα να της τηλεφωνήσω πάλι ένα πρωινό. Αυτή τη φορά μια κουρασμένη φωνή απήντησε· περιποιούνταν την μητέρα της στο νοσοκομείο και είχε έλθη στο σπίτι να λουσθή και ν’ αλλάξη ρούχα. Είπε ότι προσευχόταν να μη χάσω την υπομονή μου άλλα να επιστρέψω. Μετά τον θάνατον της μητέρας της είχαμε μερικές θαυμάσιες συμμελέτες και σε λίγο καιρό η Έλενα Ρούμπιο έγινε μια ζηλώτρια αφιερωμένη υμνήτρια του Ιεχωβά και πολύ επιμελής στο να κάμνη επανεπισκέψεις—ένα μάθημα που έμαθε από τη δική της πείρα.»