Πρόοδος του Έργου Μαρτυρίας από Μικρές Αρχές στην Αργεντινή
(Από το Βιβλίον του Έτους 1972)
Ο Χουάν Μουνίζ ένας πιστός Χριστιανός και δραστήριος μάρτυς, είχε πολύ να κάμη με τις μικρές εκείνες αρχές και ήταν στενά συνταυτισμένος με τα συμφέροντα της Βασιλείας στην Αργεντινή μέχρι του θανάτου του, Σεπτεμβρίου 10, 1967. Σ’ όλα τα σαράντα τρία εκείνα έτη αφωσίωσε τον καιρό του, τις ενέργειές του και τα μέσα στη διάδοσι της αληθινής λατρείας. Εγνώρισε την αλήθεια στην Φιλαδέλφεια της Πενσυλβανίας όπου είχε ένα κατάστημα. Αυτό ήταν το 1916. Το επόμενο έτος βαπτίσθηκε, και άρχισε να κηρύττη το ευαγγέλιον. Το 1920 επώλησε τις εργασίες του για να μπορέση να αφοσιώση όλον του τον καιρό στο κήρυγμα.
Ο Ι. Φ. Ρόδερφορδ, τότε πρόεδρος της Εταιρίας Σκοπιάς, του υπέδειξε να μεταβή στην Ισπανία για ν’ αναλάβη το έργον του κηρύγματος εκεί. Επειδή εξακολουθητικά τον παρακολουθούσε η αστυνομία, δεν μπόρεσε να προοδεύση στην Ισπανία, κι έτσι ο αδελφός Ρόδερφορδ τον διώρισε το 1924 να φροντίση για το έργον της Βασιλείας στην Αργεντινή. Υπήρχε ήδη ένας άνθρωπος στην Αργεντινή ο οποίος είχε προμηθευθή έντυπο ύλη από τις Ην. Πολιτείες, κι έτσι ο Αδελφός Μουνίζ ήλθε σε συνάφεια με αυτόν και τον βοήθησε στο έργον της Βασιλείας στο τομέα των Μισιόνες μακρυά στον βορρά. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Αδελφός Κάμμερμαν.
Υπήρχε ήδη ένας αρκετά μεγάλος αριθμός στη χώρα που μιλούσαν Γερμανικά. Αυτό υπεκίνησε τον Αδ. Μουνίζ να παρακαλέση τον Πρόεδρο Ρόδερφορδ να στείλη αδελφούς που μιλούσαν Γερμανικά. Έτσι το 1925 διωρίσθηκε ο Κάρλος Οττ, ένας Γερμανός σκαπανεύς.
Ο Αδ. Εδουάρδο Άδαμσον, ο οποίος επί πολλά έτη εργαζόταν μαζί με τον Αδ. Μουνίζ στη διακονία του αγρού και στο τμήμα της Εταιρίας Σκοπιά, διηγείται το ωραίο παράδειγμα που έδειξαν οι αδελφοί Μουνίζ και Οττ στην απαρέγκλιτη αφοσίωσι στον Ιεχωβά. Επίσης λέγει: «Επειδή ο Αδ. Μουνίζ δεν ελάμβανε βοήθεια από κανένα, είχε όμως ανάγκη χρηματικής βοηθείας, έγραψε στην Εταιρία στο Μπρούκλυν ζητώντας βοήθεια, και αμέσως την έλαβε τηλεγραφικώς. Αυτή θα ήταν η τελευταία του προσφυγή για βοήθεια, γιατί είχε αποφασίσει να γίνεται το έργο χωρίς χρηματική βοήθεια από το εξωτερικό. Το κατώρθωσε σύμφωνα με την απόφασί του, μολονότι αυτό εσήμαινε πολύωρο εργασία τις νύχτες επιδιορθώνοντας διάφορα ωρολόγια ή ραπτικές μηχανές.
Μια συνδρομή στο περιοδικό Χρυσούς Αιών στη Γερμανική που διέθεσε ο Αδ. Οττ έφερε χαρά στον Χοσέ Ρέιντλ. Αυτός διάβασε ότι το βιβλίο Φως ήταν διαθέσιμο στη Γερμανική. «Και έτσι συνέβη να έλθω σ’ επαφή για πρώτη φορά με την Εταιρία στην Αργεντινή,» λέγει ο Αδ. Ρέιντλ. «Πήγα στο σπίτι του Αδ. Μουνίζ για να προμηθευθώ το βιβλίο» συνεχίζει ο Αδ. Ρέιντλ. «Με προσκάλεσε στις συναθροίσεις, και το 1930 έγινα ένας μάρτυς του Ιεχωβά. Διέμενα με τον Αδ. Μουνίζ αφού εγκατέλειψα το σπίτι μου. Βγήκα στην υπηρεσία για πρώτη φορά, και όταν εωρτάσθηκε η επομένη Ανάμνησις, βαπτίσθηκα. Στις αρχές του 1933 μ’ έστειλαν στην Μενδόσα ως βιβλιοπώλη και για να βοηθήσω τον όμιλο των ενδιαφερομένων που ο Αδ. Τράουμπ είχε αρχίσει όταν αυτός έφυγε για τη Χιλή. Μια διαγγελεύς που ο Αδ. Τράουμπ είχε βοηθήσει στο έργον ήταν η Μαρία Ρόσα Σήγκελκεν· ήταν δεκαοκτώ χρονών τότε. Ύστερ’ από δυο χρόνια παντρευθήκαμε, και την άλλη μέρα αυτή ενώθηκε μαζί μου στην υπηρεσία του βιβλιοπώλου.
«Θυμούμαι όταν εργαζώμεθα σε μια αγροτική περιφέρεια ένας ταύρος μάς εκυνήγησε, άλλα διεθέσαμε ένα βιβλίο σ’ ένα ζεύγος. Ύστερ’ από πολλά χρόνια είχαμε την ευχαρίστησι να δούμε το ζεύγος αυτό και η αδελφή είπε: ’Μας θυμάσθε;’ Τότε θυμηθήκαμε ότι αυτό ήταν το ζεύγος που ζούσε μακριά έξω από το χωριό Μερσεδές. Τώρα αυτοί είναι διαγγελείς, και η χαρά που τους είδαμε μάς έπεισε ότι άξιζε τον κόπο να εγκαρτερήσωμε το πρώτο εκείνο έτος στον διορισμό μας ως σκαπανείς. Το έργον δεν ήταν εύκολο. Κάποτε εφθάναμε σε κάποιο χωριό χωρίς να έχωμε μέρος να μείνωμε και κάτι να φάμε. Και πόσες φορές αναγκασθήκαμε να κοιμηθούμε στο έδαφος του σταθμού ή σε μια καλύβα με μόνο μερικά χαρτιά ως στρώματά μας και κουβέρτες! Αλλ’ επειδή εγώ ήμουν εικοσιτριών ετών και η σύζυγός μου είκοσι εμάθαμε να περνούμε με το ότι είχαμε συνεχίζοντας ως σκαπανείς μέχρι σήμερα αν και έχομε μπη στα εξήντα.
«Το έργο κυρίως ήταν να σπέρνωμε, να καλύπτωμε κάθε χωριό πλήρως με έντυπο ύλη, και κατόπιν να παίρνωμε το τραίνο για το επόμενο χωριό ή στάσι. Θυμούμαι μια φορά που δεν μπορέσαμε να διαθέσωμε πολλή έντυπο ύλη· αυτός ήταν ένας μικρός συνοικισμός και οι άνθρωποι ήσαν πολύ προκατειλημμένοι. Υπήρχαν ένας σιδηροδρομικός σταθμός, ένας αστυνομικός σταθμός, ένα γενικό κατάστημα, μια μάνδρα αιγών και λίγα σπίτια. Δεν είχαμε αρκετά χρήματα να πάμε στην επόμενη στάσι! Ο Ιεχωβά δεν μας εγκατέλειψε· ένας καλόκαρδος άνθρωπος στη θυρίδα των εισιτηρίων, όταν είδε ότι δεν είχαμε αρκετά χρήματα να πληρώσωμε για τα εισιτήριά μας, μάς έδωσε το εισιτήριον δωρεάν. Εφθάσαμε στο επόμενο χωριό Αλβέρδι τα μεσάνυχτα, αλλά δεν είχαμε μέρος να κοιμηθούμε, ούτε χρήματα και δεν είχαμε φάγει τίποτε· επιπλέον, μια χαλαζοθύελλα έπληξε την περιφέρεια. Περάσαμε τη νύχτα σε μια καλύβα, περιμένοντας το πρωί ν’ αρχίσωμε το έργο και να διαθέσωμε βιβλία για να έχωμε κάτι να φάμε. Η έντυπος ύλη δεν διετίθετο εύκολα γιατί αυτή ήταν η δεκαετία του 1930, και σε μερικά μέρη της Αργεντινής υπήρχε μεγάλη φτώχεια.