Ενδιαφέρουσες Πείρες των Μαρτύρων του Ιεχωβά
(Από το Βιβλίον του Έτους 1971)
ΚΑΜΕΡΟΥΝ Πληθυσμός: 5.150.000
Ανώτατον Όριον Ευαγγελιζομένων: 14.012 Αναλογία: 1 στους 368
Το υπηρεσιακό έτος 1970 άρχισε με καλές προσδοκίες για μια επέκτασι της μαρτυρίας στο Καμερούν, Γκαμπόν, Ισημερινή Γουινέα και Τσαντ. Η απαγόρευσις του έργου προτού τελειώση το έτος σε τρεις από τους τέσσερες αυτούς τομείς και η απέλασις όλων των ξένων ιεραποστόλων δεν αφήρεσε από το μέγεθος της μαρτυρίας που δόθηκε.
Το μεγαλύτερο θεοκρατικό συμβεβηκός όλων των καιρών στο Καμερούν ήταν η εθνική συνέλευσις «Επί Γης Ειρήνη» που έλαβε χώραν στην Ντουάλα ενωρίς τον Δεκέμβριο. Πάνω από 27.000 άτομα παρευρέθησαν στην δημοσία διάλεξι και 1.678 εβαπτίσθησαν. Τον ίδιον αυτό μήνα, η οικογένεια Μπέθελ μετεκόμισε στο νεώτατο κτίριο, πρόθυμη να μεταχειρισθή τις νέες ευκολίες προς αίνον του Ιεχωβά. Ύστερ’ ακριβώς από πέντε μήνες, στις 14 Μαΐου, η κυβέρνησις έκλεισε το κτίριο μετά την αναγγελία της απαγορεύσεως. Την άλλη μέρα, το έργον απαγορεύθηκε στην Ισημερινή Γουινέα. Δυο ακριβώς εβδομάδες πριν από την ενέργεια αυτή, οι εξουσίες της Γκαμπόν διέλυσαν την νομική οργάνωσι των μαρτύρων του Ιεχωβά.
Χρησιμοποιώντας εκφοβισμό, επίπληξι, γελοιοποίησι, απειλές, δαρμούς και συλλήψεις, η κυβέρνησις, μέσω του πολιτικού κόμματος, προσπάθησε να εξαναγκάση τους μάρτυρας να εγκαταλείψουν την Γραφικήν των θέσιν της ουδετερότητος στις πολιτικές υποθέσεις. Μήπως το επέτυχαν; Ως επί το πλείστον οι Μάρτυρες εδώ απέδειξαν ότι ήσαν όπως οι απόστολοι, οι οποίοι εμαστιγώθησαν και διετάχθησαν να σταματήσουν λαλούντες για το όνομα του Ιησού και οι οποίοι «ανεχώρησαν από προσώπου του συνεδρίου χαίροντες, ότι υπέρ του ονόματος αυτού ηξιώθησαν να ατιμασθώσι.» Μερικοί μικρόψυχοι εσταμάτησαν να κηρύττουν, ολίγοι άνανδρα μετεστράφησαν σε πληροφοριοδότες κατά των αδελφών των.
Οι επόμενες πείρες υπογραμμίζουν τις κτηνώδεις μεθόδους που χρησιμοποίησαν για να εμπλέξουν τους Μάρτυρας στις πολιτικές εκλογές, και την απώλεια της θρησκευτικής ελευθερίας στο Καμερούν.
Το πρωί της 7ης Ιουνίου, ημέρας εκλογών, ο Ταξίαρχος της επιτοπίου χωροφυλακής (στρατιωτικής αστυνομίας), ακολουθούμενος από τρεις χωροφύλακες, ήλθε στο σπίτι του αδελφού ———— να τον πάρη για να ψηφίση. Επειδή δεν τον βρήκε, επέστρεψαν το απόγευμα εκείνο με τον βοηθό του Νομάρχου και μια ομάδα, μέλη του επιτοπίου κόμματος. Έσπασαν την θύρα του εργαστηρίου του και, εν μέσω μεγάλων επευφημιών και χλευασμών τον πήραν και τον διέταξαν να ανεβή σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο, όπου, αυτός λέγει: «Βρήκα οκτώ αδελφούς που είχαν ήδη συλληφθή, και ήσαν καλυμμένοι με αίματα.» Πριν εγκαταλείψη το χωριό, διατάχθηκε να κατεβή από το φορτηγό αυτοκίνητο από τον βοηθό του Νομάρχου, ο οποίος τότε έδωκε διαταγές να τον δείρη ο παριστάμενος όχλος. Ο βοηθός του Νομάρχου εκλώτσισε τον αδελφό κοντά στην καρδιά και τον έκαμε να πέση αναίσθητος. Στο δρόμο προς την χωροφυλακή στο άλλο χωριό, άλλοι Μάρτυρες συνελήφθησαν. Όταν έφθασαν στο χωριό, ο βοηθός του Νομάρχου διέταξε τους αδελφούς να κατεβούν από το φορτηγό αυτοκίνητο και να ξαπλωθούν επάνω στα στομάχια τους για να τους δείρουν ακόμη μια φορά προτού τελικά μπουν στη φυλακή. Ένα ολικό ογδονταοκτώ Μάρτυρες είχαν κρατηθή μέχρι της 12ης Ιουνίου, όταν αρκετοί εξέχοντες προύχοντες ήλθαν να μιλήσουν σ’ αυτούς. Ο βοηθός του Νομάρχου ερώτησε: «Πόσοι δεν είναι πια μάρτυρες του Ιεχωβά;» Κανείς δεν απήντησε. Ο αδελφός Ν———— συνεχίζει, «Εγώ μαζί με 24 άλλους αδελφούς ξεχωρισθήκαμε ως οι πιο ισχυρογνώμονες. Μας έφεραν στην Μ———— κι εκρατήθημεν στη Β. Μ. Μ. (την πιο φοβερή αστυνομία). Εκεί μας εμαστίγωσαν: Έλαβα 47 μαστιγώσεις. Στις 24 Ιουνίου απελύθημεν.» Κατά την διάρκεια του καιρού αυτού έκαμαν έρευνα στο σπίτι του αδελφού Ν———— και κατέσχον όλες τις ατομικές του δημοσιεύσεις.
Τον Ιούλιο, εννέα αδελφοί με μεγάλες οικογένειες εφυλακίσθησαν. Οι αδελφοί αυτοί εκρατήθησαν χωρίς να δικασθούν επί αρκετούς μήνας στην Γιαουντέ, την πρωτεύουσα, κατόπιν εστάλησαν σε ειδικά «κέντρα.» Καλούμενα «Αστικά Επανεκπαιδευτικά Κέντρα,» αυτά βρίσκονται μακρυά από τις κατοικημένες περιφέρειες. Προφανώς η απομόνωσις αυτή είναι ένας ουσιώδης παράγων για να ενσταλλάξουν «καλόν πολίτευμα» στους Χριστιανούς αυτούς.
Με το να μεταχειρίζωνται κτηνώδη τακτική, οι εχθροί μας ελπίζουν να εκφοβίσουν τους Μάρτυρας να καταγγείλουν την θρησκεία των. Στην πόλι Κ———— ένας αδελφός αναφέρει ότι την ημέρα μετά τις εκλογές το σπίτι του περιεκυκλώθηκε από χωροφύλακες και μέλη του πολιτικού κόμματος. Ανοίξαντες διά της βίας την πόρτα και τα παράθυρα, οι οχλοκράται πήραν αρκετούς αδελφούς για να τους εξετάσουν. Αυτός γράφει: «Ύστερ’ από εκτενείς βασανιστικές εξετάσεις, προσπαθώντας να μας κάνουν ν’ αρνηθούμε να είμεθα μάρτυρες του Ιεχωβά, διεκηρύξαμε ελεύθερα και απόλυτα ότι, ‘ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΑΡΝΗΘΟΥΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΤΟΥ ΥΠΕΡΟΧΟΥ ΘΕΟΥ.’ Μας έδειραν σκληρά μέχρις ότου το δέρμα μας διασπάσθηκε αλλά δεν αρνηθήκαμε την πίστι μας. Κατά την διάρκεια των πέντε ημερών που εδαπανήσαμε στην ταξιαρχία, υπεβλήθημεν σε καταναγκαστικά έργα χωρίς ανάπαυσι από τις 6 το πρωί ως τις 6 το βράδυ. Ύστερ’ από λίγες μέρες σκληρής εργασίας, μερικοί χωροφύλακες ανεφώνησαν με όλην των την ειλικρίνεια ότι ποτέ δεν είδαν τέτοιους ανθρώπους, γιατί πάντοτε είμεθα ευτυχείς, εργαζόμενοι με μεγάλη χαρά. Μας καλούσαν ‘Οι ευυπόληπτοι και έντιμοι άνθρωποι.’ Είχαμε ένα αδελφό στο κελλί μας που είχε γεννηθή το 1911 και είχε 18 παιδιά. Ήταν ισχυρός και σταθερός. Είπε στον αξιωματικό ότι θα υπηρετούσε τον Ιεχωβά αιωνίως.» Οι αδελφοί αυτοί είχαν κρατηθή δέκα ακόμη ημέρες και κατόπιν απελύθησαν.
Από τον καιρό της απαγορεύσεως, δεν επιτρέπονται δημόσιες ομιλίες. Ωστόσο, αυτό δεν σταματά τους πιστούς Μάρτυρας από το να εκπληρώνουν την εντολή του Χριστού κάμνοντας μαθητάς.
Ελπίζομε ότι η κυβέρνησις θ’ ανακαλέση την απόφασί της εναντίον των ειρηνικών Μαρτύρων στις χώρες αυτές όταν δειχθή παγκόσμιο ενδιαφέρον από συμμάρτυρας και από ανθρώπους που αγαπούν την ελευθερία πανταχού, παρακινώντας αυτούς να γράψουν στους επισήμους της κυβερνήσεως στο Καμερούν εκφράζοντας την έκπληξί τους και απογοήτευσι για τη κτηνώδη τακτική εναντίον των Μαρτύρων και για τις ψευδείς κατηγορίες εναντίον των. Οποιαδήποτε και αν είναι η έκβασις οι πιστοί μας αδελφοί απηχούν τους λόγους του Παύλου εις Ρωμαίους 8:38, 39: «Επειδή είμαι πεπεισμένος ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή, ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις, ούτε παρόντα ούτε μέλλοντα, ούτε ύψωμα ούτε βάθος, ούτε άλλη τις κτίσις, θέλει δυνηθή να χωρίση ημάς από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών.»