Χώρες Όπου οι Μάρτυρες του Ιεχωβά Εργάζονται με Δυσκολία
(Από το Βιβλίον του Έτους 1971)
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Οι διαγγελείς ήσαν πολυάσχολοι στο να κηρύττουν και να διδάσκουν για να κάμουν μαθητάς και οι προσπάθειές των πλουσίως ευλογήθηκαν. Πολλοί άνθρωποι κατανοούν την ματαιότητα του να εξακολουθούν αποβλέποντας στις υποσχέσεις των ανθρώπων για ένα καλύτερο μέλλον. Όταν οι μάρτυρες τους επισκέπτωνται με το άγγελμα της Βασιλείας δίνουν προσοχή στην αλήθεια.
Ένα κορίτσι δεκαέξι ετών που πήγαινε στο γυμνάσιο έμαθε την αλήθεια. Ύστερ’ από μια μελέτη μόνο τριών μηνών κατάλαβε ότι ο Θεός απαιτεί από μας αποκλειστική αφοσίωσι και ότι οι αληθινοί Χριστιανοί δεν μαθαίνουν πια τον πόλεμο. Έτσι παρεκάλεσε τον διδάσκαλό της να την απαλλάξη από τη σκοποβολή για λόγους συνειδήσεως. Έπρεπε να υπερασπίση την απόφασί της την άλλη μέρα έμπροσθεν του διευθυντού του σχολείου. Την απείλησε με τις φωνές του, αλλ’ ακόμη κι’ ύστερα από μια συζήτησι δύο ωρών δεν μπόρεσε ν’ αλλάξη τη γνώμη της. Κατόπιν αρχειοθέτησε την παραίτησί της από την πολιτική Κομμουνιστική οργάνωσι της νεολαίας, κι’ αυτό απεδείχθη ότι υπήρξε ακόμη μεγαλυτέρα δοκιμασία. Της μίλησαν επί ώρες, της επρόσφεραν μια καλή κοινωνική θέσι και ένα μέρος όπου μπορούσε να μελετά να γίνη μια κτηνίατρος. Προσπάθησαν μέσω των φίλων της να την πείσουν να εγκαταλείψη την νέα της πίστι. Έπειτα το σχολείο έθεσε την ουσία της παραιτήσεώς της επάνω στον πίνακα για ν’ αποφανθούν οι συμμαθηταί της επί του ζητήματος. Αλλ’ όλες αυτές οι πιέσεις δεν την έκαμαν να παραιτηθή από τη στάσι της. Στο τέλος την ανάγκασαν να εγκαταλείψη το σχολείο το έτος αυτό, εξαιτίας του ότι «ήταν ανυπόφορος για το σχολείο λόγω της κοινωνικής της αδρανείας.» Αυτή τώρα ανέλαβε τη διακονία και αποβλέπει στην ημέρα του βαπτίσματός της.
Μια άλλη χαρακτηριστική κατάστασις που δείχνει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διακηρύττεται το άγγελμα και πόσο γρήγορα διαδίδεται αυτό αναφέρεται από ένα διαγγελέα. Είχε μια συμμελέτη με μια νεαρά γυναίκα η οποία γρήγορα άρχισε να λέγη στις συνεργάτιδές της τα ωραία πράγματα που εμάθαινε. Μια νεαρά γυναίκα έδειξε κάποιο ενδιαφέρον. Θέλησε να παρακολουθήση τη συμμελέτη, αλλ’ η Μάρτυς εθεώρησε καλύτερα να μην έλθη στη συμμελέτη εκείνη προτού την γνωρίση καλά και της υπαινίχθηκε ότι θα την επισκέπτονταν στο δικό της σπίτι. Η γυναίκα είχε μερικές δικαιολογίες, αλλά κατόπιν η αδελφή έμαθε ότι ο σύζυγός της επίσης ενδιαφέρονταν. Τι έπρεπε τώρα να γίνη; Η αδελφή παρεκάλεσε τον σύζυγό της να κάμη κάποιο προκαταρκτικό έργο μαρτυρίας στη γειτονιά που διέμενε το ζεύγος αυτό. Βρήκε πραγματικό ενδιαφέρον στην οικογένεια εκείνη και άρχισε μια μελέτη μαζί τους. Αλλά πολύ γρήγορα η πίστις των στον Θεό και τον Λόγο του ετέθη υπό δοκιμασίαν. Είχαν μόλις φθάσει στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου Αλήθεια όταν η κατά σάρκα αδελφή της γυναικός τους επισκέφθηκε. Είχε να τους δη επί πολλά έτη. Ο σκοπός της όμως ήταν να τους εμποδίση από του να μελετούν την Γραφή. Απέτυχε οικτρά. Ύστερ’ από λίγες μέρες ένας χωροφύλακας τους επισκέφθηκε για να εξετάση με ποιον αυτοί συμμελετούσαν και που ο άνθρωπος διέμενε. Τους επέστησε την προσοχή ότι η συμμελέτη αυτή είναι παράνομος. Ωστόσο όλες αυτές οι προσπάθειες αύξησαν το ενδιαφέρον των ανθρώπων αυτών. Έμαθαν στη μελέτη των ότι οι γείτονες και οι φίλοι που ήθελαν να τους εμποδίσουν από του να συμμελετούν δεν μπορούν να μας δώσουν αιώνιο ζωή. Στο μεταξύ η γυναίκα διήγειρε το ενδιαφέρον μιας άλλης γυναικός και του συζύγου της. Μια μελέτη μαζί τους άρχισε μετά την δευτέρα της επανεπίσκεψι.
Το βιβλίον Αλήθεια εβοήθησε πολλούς ανθρώπους να κάμουν ταχεία πρόοδο. Ένας άνθρωπος άνοιξε τη θύρα στη πρώτη επίσκεψι ενός διαγγελέως. Ο Μάρτυς άρχισε να δίνη την παρουσίασί του, αλλ’ ο οικοδεσπότης τον διέκοψε με θυμό, λέγοντας: «Φύγε, άφησέ με ήσυχο. Έχω κόψει τις σχέσεις μου με την εκκλησία. Πώς φαίνονται τα πράγματα στην Ιρλανδία; Εκεί Χριστιανοί πολεμούν ο ένας τον άλλον.» Ο διαγγελεύς ανέφερε ότι υπάρχουν Χριστιανοί οι οποίοι δεν λαμβάνουν μέρος στις συγκρούσεις αυτές. Ο οικοδεσπότης είπε οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι οι μόνοι. «Εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς,» απήντησε ο διαγγελεύς. Τον προσκάλεσε να μπη μέσα. Άρχισε μια συμμελέτη στο βιβλίο Αλήθεια στη δευτέρα επίσκεψι. Τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα και οι τρεις από τους πέντε γιους παρακολουθούν τη συμμελέτη. Το δεύτερο κεφάλαιο τους έκαμε να παραιτηθούν από την εκκλησία. Το τρίτο κεφάλαιο συνήργησε στην απομάκρυνσι των θρησκευτικών εικόνων που είχαν κρεμάσει στους τοίχους του σπιτιού των. Δεν τρώνε πια λουκάνικα, κι’ έπαυσαν να εορτάζουν τα Χριστούγεννα μολονότι η μάμμη ισχυρώς διαμαρτυρήθηκε. Η γυναίκα άρχισε να εξέρχεται στο έργο. Όταν έγιναν οι τελευταίες πολιτικές εκλογές αυτοί εκράτησαν Χριστιανική ουδετερότητα, μολονότι αυτό ήταν σοβαρά δοκιμασία γιατί οι άνθρωποι πολύ πιέζονται να ψηφίσουν. Αποβλέπουν στην ημέρα του βαπτίσματός των να συμβολίσουν την αφιέρωσί τους στον Ιεχωβά.
Δυο νεαρές αδελφές επωφελήθηκαν των σχολικών διακοπών να κηρύξουν το άγγελμα σε τομέα όπου η ανάγκη είναι μεγαλυτέρα. Επειδή δεν εγνώριζαν τον τομέα, εν αγνοία των επισκέφθηκαν το σπίτι του αστυφύλακος του χωριού. Έδωσαν, μαρτυρία στη σύζυγό του και κατόπιν αυτός έλαβε μέρος στη συζήτησι. Οι αδελφές του είπαν ότι είναι μάρτυρες του Ιεχωβά και επιθυμούσαν να βρουν ανθρώπους στο χωριό εκείνο που ακόμη πίστευαν σε Θεό και στη Γραφή. Εξήτασε τις προσωπικές κάρτες ταυτότητός των. Εξέφρασε τις κάλλιστες ευχές του και τις αφήκε ελεύθερες. Αλλά τα πράγματα δεν εξελίχθησαν και τόσο ομαλά όπως ενόμιζαν. Ένας άλλος αστυνόμος ειδοποίησε την μυστική αστυνομία, και το μεσημέρι οι αδελφές συνελήφθησαν και μετεφέρθησαν στην αστυνομία. Εκήρυξαν την αλήθεια σ’ όλους τους αστυνομικούς με τους οποίους ήλθαν σε συνάφεια και μπόρεσαν να δώσουν μαρτυρία σε αρκετούς αξιωματούχους. Την κάθε αδελφή την εξήτασαν χωριστά επί τρεισήμισυ ώρες. Προσπάθησαν να απειλήσουν τα κορίτσια για να τα εκφοβίσουν· εκραύγαζαν εναντίον των, και κατόπιν γίνονταν φιλόφρονες σ’ αυτά πάλι, και ούτω καθεξής. Τελικά οι αξιωματούχοι απεφάσισαν να τις διώξουν από την κομητεία. Ο αρχιαστυνόμος είπε ότι ποτέ του δεν είχε δη ένα τέτοιο πράγμα, και μια αδελφή απήντησε ότι και αυτός ήταν ανάγκη ν’ ακούση τ’ αγαθά νέα για ν’ αποφασίση περί του μέλλοντος του. Οι αδελφές εξέφρασαν την εκτίμησί των στους αξιωματούχους για το ότι μπόρεσαν να κηρύξουν το άγγελμα του Θεού σ’ αυτούς και τους υπενθύμισαν την σοφή συμβουλή που δόθηκε από τον Γαμαλιήλ σχετικά με το ν’ απέχουν από του να εργάζωνται εναντίον του Θεού.
Καθ’ ον χρόνον ένας αδελφός βρισκόταν σε μια πόλι για κάποια εργασία, ένας νεαρός τυφλός τον επλησίασε και τον παρεκάλεσε να τον περάση από το άλλο μέρος του δρόμου. Ο αδελφός τον λυπήθηκε και άρχισε να του λέγη για τον θαυμάσιο καιρό κατά τον οποίον όλες οι ασθένειες του ανθρωπίνου γένους που οι γιατροί δεν μπορούν να θεραπεύσουν θα θεραπευθούν κάτω από την βασιλεία του Χριστού. Ο τυφλός συνεφώνησε, και ο αδελφός του έδωσε μια πλήρη μαρτυρία. Υπεσχέθη να επισκεφθή τον άνθρωπο που διέμενε σ’ ένα ίδρυμα για τους τυφλούς. Το έκαμε αυτό επί αρκετές φορές και κατόπιν η διεύθυνσίς του δόθηκε σ’ ένα διαγγελέα που ζούσε πλησίον. Αυτός μπόρεσε ν’ αρχίση μια τακτική μελέτη με τον νεαρό άνθρωπο. Ο άνθρωπος έκοψε τις σχέσεις του με την ψευδή θρησκεία και τώρα αποβλέπει στο να συμβολίση την αφιέρωσί του στο πολύ προσεχές μέλλον.