Το Ζήτημα των Εκτρώσεων Όπως το Βλέπει ένας Γιατρός
Κατά την υπερτριακονταετή πείρα μου ως γενικός χειρουργός έχω συναντήσει πολλά. Δεν ήμουν όμως προετοιμασμένος για το θέαμα που αντίκρυσα σήμερα το πρωί, 11ην Αυγούστου 1970. Ήταν η πρώτη μέρα που είχα αναλάβει υπηρεσία σ’ ένα νοσοκομείο του Μπρούκλυν κατόπιν νομίμου εξουσιοδοτήσεως των ιατρών της πολιτείας Νέας Υόρκης να κάνουν εκτρώσεις κατά βούλησιν.
Όταν πλησίασα στο χειρουργικό τμήμα για ν’ αρχίσω τις εγχειρήσεις που είχα ορίσει για την ημέρα εκείνη, παρετήρησα πρώτα τη γραμμή των χειρουργικών φορείων στο χωλλ έξω από το χειρουργείο. Στο καθένα υπήρχε και μια νεαρή γυναίκα μισοκοιμισμένη από την προετοιμασία της εγχειρήσεως περιμένοντας τη σειρά της για την έκτρωσι. Μέσα στο χειρουργικό τμήμα, που αποτελείται από τρεις χειρουργικούς θαλάμους, φαινόταν αμέσως ότι ο καθένας εκεί μέσα—γιατροί, νοσοκόμες, αναισθησιολόγοι, νοσοκόμοι και διάφοροι βοηθοί—εργαζόταν με περισσότερη έντασι από την συνήθη προκειμένου περί εκτρώσεων. Οι εγχειρήσεις του είδους αυτού εγίνοντο σε χρονικό διάστημα δέκα πέντε λεπτών η καθεμιά.
Δυσφορία Μεταξύ του Προσωπικού του Νοσοκομείου
Ελέγχοντας τον πίνακα των εγχειρήσεων για την ημέρα εκείνη παρετήρησα ότι η δική μου περίπτωσις ήταν η μόνη «νόμιμη» της ημέρας, ενώ οι άλλες είκοσι τέσσερες που ανεγράφοντο ήσαν όλες εκτρώσεις. Ήταν φανερό ότι το χειρουργικό προσωπικό δεν φαινόταν ευχαριστημένο από την κατάστασι αυτή. Όταν είπα ότι αισθανόμουν κάπως στενοχωρημένος διότι επρόκειτο να κάμω τη μόνη πραγματική χειρουργική επέμβασι για την ημέρα εκείνη, ένας γιατρός αναισθησιολόγος, τελείως άγνωστος σ’ εμένα, ήλθε από την άλλη άκρη του χειρουργείου, άρπαξε το χέρι μου και το κούνησε και βγήκε χωρίς να προσθέση καμμιά λέξι. Τη χειρονομία αυτή εξέλαβα σαν ένδειξι ότι ο γιατρός αυτός συμφωνούσε με τη δυσαρέσκειά μου για την κατάστασι.
Στη διάρκεια των εγχειρήσεων αυτών έλαβε χώραν μεγάλη συζήτησις για το ζήτημα των εκτρώσεων. Πολλές νοσοκόμες και βοηθοί των ανέφεραν ότι αισθάνονταν μεγάλη δυσφορία να εργάζωνται κάτω από τέτοιες συνθήκες και ότι σχεδίαζαν να βρουν άλλη εργασία έξω από το χειρουργείο. Μερικές μάλιστα έλεγαν να εγκαταλείψουν την εργασία της νοσοκόμου.
Εφόσον ο νόμος της Πολιτείας Νέας Υόρκης επιτρέπει τις εκτρώσεις περιλαμβανομένων και περιπτώσεων εγκυμοσύνης μέχρις είκοσι τεσσάρων εβδομάδων, πολλές από τις περιπτώσεις που είχαν ορισθή για εγχείρησι την ημέρα εκείνη αφορούσαν γυναίκες που βρίσκονταν σε κατάστασι πολύ προχωρημένης εγκυμοσύνης. Σε τέτοιες περιπτώσεις η έκτρωσις δεν αποτελεί μια εύκολη και συνήθη επέμβασι όπως συμβαίνει σε εγκυμοσύνη τεσσάρων ως έξη εβδομάδων. Για να γίνη διακοπή μιας εγκυμοσύνης στις είκοσι τέσσαρες εβδομάδες χρειάζεται σχεδόν πάντοτε να γίνεται υστεροτομή. Αυτό σημαίνει άνοιγμα της μήτρας με τομή της κοιλίας και αφαίρεσι του εμβρύου όπως συμβαίνει με την καισαρική τομή. Μια από τις νοσοκόμες, που είχε παρακολουθήσει αρκετές τέτοιες περιπτώσεις, μου είπε εμπιστευτικώς ότι «το βρέφος αφαιρείται, και τοποθετείται σ’ ένα δοχείο για να πεθάνη.»
«Ένα έμβρυο κυοφορίας είκοσι τεσσάρων εβδομάδων παρουσιάζει αρκετή ανάπτυξι, ώστε ν’ αναγνωρίζεται ευκόλως ως ανθρώπινο πλάσμα με ευκρινή διακριτικά σημεία. Είναι ικανό να κινήται, να δημιουργή ήχο και να καταβάλλη προσπάθεια, τουλάχιστον, κατά την αναπνοή. Θεωρείται συνεπώς σαν άτομο που είναι δυνατόν να ζήση.
Ένας βοηθός νοσοκόμου του χειρουργείου μού ανέφερε ότι είχε αρνηθή να καθαρίση τους χειρουργικούς θαλάμους όπου εγίνοντο οι εκτρώσεις, διότι αυτή η ενέργεια παραβίαζε τη συνείδησί του σχετικά με την ιερότητα της ζωής. Είπε ότι καθαρίζοντας μια μέρα έναν τέτοιο χειρουργικό θάλαμο βρήκε στο δάπεδο το πόδι ενός εμβρύου, και αυτό το εβεβαίωσαν και άλλοι που εργάζονταν στο χειρουργικό τμήμα. Από τότε απεφάσισε να μην εργάζεται πια στους χειρουργικούς θαλάμους που χρησιμοποιούνταν γι’ αυτόν το σκοπό. Πραγματικά, η πρόθεσίς του ήταν να παύση να εργάζεται στο νοσοκομείο και να ζητήση εργασία σε εργοστάσιο. Ακόμη και η βοηθός της προϊσταμένης των χειρουργείων μού ανέφερε ότι και εκείνη επίσης επρόκειτο να εγκαταλείψη τη θέσι της και να ζητήση άλλη εργασία.
Ένας νεαρός Φιλιππινέζος γιατρός που ησκείτο στη χειρουργική και ο οποίος παρακολουθούσε τις εγχειρήσεις μου, εξέφρασε την απογοήτευσί του διότι δεν του παρείχετο η ευκαιρία εξασκήσεως σε όλους τους κλάδους της ιατρικής. Ο λόγος ήταν διότι, το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του διετίθετο στις περιπτώσεις εκτρώσεων. Και αυτός επίσης εξέφρασε την απογοήτευσί του για το ότι οι Αμερικανοί γιατροί προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τις πράξεις των λέγοντας ότι έτσι θα απεφεύγετο η λεγόμενη πληθυσμιακή έκρηξις. Γι’ αυτόν το γεγονός αυτό εσήμαινε ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
«Υγιείς» Ασθενείς
Όταν τελείωσα την δική μου εγχείρησι, επεσκέφθην την ασθενή μου στο αναρρωτήριο. Την βρήκα ανάμεσα σε πέντε ή έξη κοιμισμένες πρώην μητέρες, τις οποίες όταν θα ξυπνούσαν θα τις έπαιρναν από το χειρουργικό τμήμα στους θαλάμους του νοσοκομείου για λίγες ώρες μέχρις ότου εξέλθουν. Όταν επρόκειτο να φύγω από το νοσοκομείο παρετήρησα ότι το Γραφείο της καταγραφής των εισερχομένων παρουσίαζε μια εντελώς αφύσικη όψι, με μια ουρά υγιέστατων νεαρών γυναικών που περίμεναν να εισαχθούν. Μια όμοια ουρά ήταν και έξω από τη θυρίδα του Ταμείου, όπου ,ήσαν εκείνες που είχαν υποστή έκτρωσι την προηγούμενη ημέρα και επρόκειτο να εξέλθουν.
Έξω από το νοσοκομείο βρίσκονταν πολλά κορίτσια και νεαρές γυναίκες που πηγαινοέρχονταν. Σε μερικές περιπτώσεις συνοδεύονταν από μεγαλύτερες γυναίκες που φαίνονταν ότι ήσαν μητέρες των. Θυμήθηκα ότι εκθέσεις σε ιατρικά συγγράμματα (Παγκόσμια Ιατρικά Νέα, 21ης Αυγούστου, 1970) περιέγραφαν ότι περίπου 5.000 αιτήσεις εκτρώσεων εκκρεμούσαν στα δημοτικά Νοσοκομεία της πόλεως Νέας Υόρκης, με αναμονή έξη έως οκτώ εβδομάδων σε μερικά νοσοκομεία.
Ποιος Φταίει;
Όταν αναχωρούσα με το αυτοκίνητο από το Νοσοκομείο ήμουν κάπως ταραγμένος, για να πω το λιγότερο. Ερωτήσεις άρχισαν να απασχολούν τη διάνοιά μου που απαιτούσαν μια απάντησι. Ποιος φταίει; Ποιο είναι το επόμενο βήμα που θα λάβη ο άνθρωπος καθώς προσπαθεί να διορθώση μερικά κοινωνικά προβλήματα, ή τον συνεχώς αυξανόμενο πληθυσμό;
Σκέφθηκα τους γιατρούς οι οποίοι, γενικά, δικαιολογούν το μέρος των λέγοντας ότι βοηθούν δυστυχείς γυναίκες. Είναι όμως αυτό το πραγματικό ή το μοναδικό ελατήριό των; Δεν ενδιαφέρονται άραγε στο να βοηθήσουν επίσης τον εαυτό τους, οικονομικώς; Βέβαια, πολλοί απ’ αυτούς αρνούνται να συμμετάσχουν. Άλλοι όμως παρέχουν όλες τις αποδείξεις ότι έχουν γίνει «ειδικοί» για μια ενέργεια, η οποία, πριν από λίγες μόνο εβδομάδες, εθεωρείτο εγκληματική και ανήθικη.
Σκέφθηκα τους πολιτικούς οι οποίοι νομιμοποιούν τέτοιες πράξεις όπως είναι η έκτρωσις. Το σφάλμα, εντούτοις, είναι μόνο κατά μέρος δικό των, διότι αυτοί πραγματικά αντανακλούν μόνο τη θέλησι και τις επιθυμίες των εκλογέων των—των ανθρώπων που αντιπροσωπεύουν.
Σκέφθηκα επίσης τις εκκλησίες του «Χριστιανικού κόσμου» και τους κληρικούς. Μολονότι άλλοι ήσαν αναμφιβόλως υπεύθυνοι σε μεγάλο βαθμό, μου ήταν ολοφάνερο ότι οι κληρικοί ήσαν περισσότερο υπεύθυνοι. Δεν είναι προνόμιο των ιατρών ούτε καθήκον των διδασκάλων, ούτε αρμοδιότης των νομοθετών να διδάξουν στον λαό ηθικές αρχές, ούτε να τους εντυπώσουν την κατάλληλη εκτίμησι για τη ζωή. Αυτά είναι ζητήματα θρησκευτικής φύσεως, και θεωρείται επί έτη τώρα ότι αποτελούν ευθύνη του κλήρου.
Πόσες νεαρές γυναίκες, που είδα σήμερα, ήσαν εκεί στη σειρά των για έκτρωσι επειδή δεν είχαν ποτέ διδαχθή από τον κληρικό των ότι οι προγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις καταδικάζονται ιδιαιτέρως στην Γραφή των; Πόσες ήσαν έγγαμες γυναίκες, οι οποίες είχαν καλή υπόληψι στην εκκλησία των, κι εντούτοις απέδειξαν τελεία έλλειψι ενδιαφέροντος για τη ζωή των αγέννητων βρεφών των;
Οι εκτρώσεις προκάλεσαν μερικές κατακραυγές από τις θρησκευτικές οργανώσεις, αλλ’ η δύναμις αυτών των διακηρύξεων του τρόμου έχει χαθή μέσα στη σημερινή πραγματικότητα. Οι ίδιοι άνθρωποι που κάνουν τις εκτρώσεις, που ψηφίζουν νόμους σχετικούς μ’ αυτές, που ιδρύουν θεσμούς για τα αγέννητα παράνομα παιδιά καθώς και για τις γυναίκες να κάνουν τις εκτρώσεις, είχαν κατά το πλείστον ανατραφή μέσα σε θρησκευτικές οικογένειες, και ένας μεγάλος αριθμός απ’ αυτές είναι σήμερα σεβαστά μέλη των εκκλησιών στις κοινότητές τους!
Έχω την πεποίθησι ότι οι εκκλησίες απέτυχαν. Οι κληρικοί υπήρξαν ένοχοι στο ρόλο των ως διδασκάλων, συμβούλων και υποστηρικτών της ηθικής και αγάπης για τη ζωή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εκκλησίες απέτυχαν να εντυπώσουν μια βασική αλήθεια στις διάνοιες και τις καρδιές των ανθρώπων των, δηλαδή, ότι η Ζωή είναι ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά που κατέχομε!—Από συνεργάτην.