Διάπλους του Ατλαντικού—Επάνω σε Πάπυρο
Από τον Ανταποκριτή του «Ξύπνα!» Στη Δανία
«ΠΛΕΟΥΣΑ θημωνιά,» «χάρτινος κύκνος,» «επιπλέουσα φωλιά πτηνού.» Αυτά ήσαν μερικά από τα ονόματα που δόθηκαν σ’ ένα παράξενο πλοιάριο που καθελκύσθηκε από ένα λιμένα του Μαρόκου στις 17 Μαΐου το παρελθόν έτος. Δεν είχε καμμιά ομοιότητα με οποιοδήποτε θαλασσοπόρο πλοίο με το οποίον είμεθα εξοικειωμένοι. Εν τούτοις, ο κυβερνήτης του, εθνολόγος Θορ Χέγερνταλ, περίφημος πλοίαρχος της αποστολής Κον-Τίκι που διεξήχθη προ εικοσαετίας περίπου, είχε σκοπό να το δοκιμάση στην ανοιχτή θάλασσα. Πράγματι, εσχεδίασε να διάπλευση τον Ατλαντικό προς την Κεντρική Αμερική—ένα ταξίδι 3.750 μιλίων!
Εκείνο που έκαμε πολλούς από τους επιστημονικούς κύκλους να συνοφρυωθούν ήταν η πρωτόγονος κατασκευή του σκάφους. Είχε κατασκευασθή σχεδόν εξ ολοκλήρου από καλάμια παπύρου, που υπενθυμίζουν το αρχαίο σκάφος που εχρησιμοποιείτο στον Νείλο Ποταμό στο αρχαίο παρελθόν τον καιρό των Φαραώ. Αλλά γιατί ο Χέγερνταλ εξέλεξε ένα τέτοιο περίεργο πλοιάριο; Τι θα επετύγχανε με το σχέδιό του;
Το Αίνιγμα της Κεντρικής Αμερικής
Ο σκοπός του ήταν να χύση κάποιο φως σ’ ένα πολύ συζητούμενο ερώτημα, δηλαδή. Υπάρχει σχέσις μεταξύ του πολιτισμού των αρχαίων Μεσογειακών χωρών και του πολιτισμού που βρέθηκε από τους Ισπανούς όταν έφθασαν στην Κεντρική Αμερική πριν από τετρακόσια ή πεντακόσια χρόνια; Το ζήτημα έχει απασχολήσει πολλούς λογίους.
Οι Ισπανοί κατακτηταί ή «κονκισταδόρες,» οι οποίοι διέσχισαν τον ωκεανό στα ίχνη του Κολόμβου, συνάντησαν κάτι περισσότερο από πρωτογόνους νομάδες. Συνάντησαν ικανούς γραμματείς, αρχιτέκτονας, καλλιτέχνες, αστρονόμους και χειρούργους σε καλά οργανωμένες πόλεις, που εκυβερνώντο από ηλιολάτρες βασιλείς-ιερείς. Αυτοί είχαν ένα σύστημα ημερολογίου ακριβέστερο από εκείνο που εχρησιμοποιείτο στην Ευρώπη. Οι χειρούργοι τους μπορούσαν να διορθώσουν τραύματα, μπορούσαν να βαλσαμώσουν νεκρούς, μπορούσαν να εκτελούν εγχειρήσεις εγκεφάλου. Υπήρχαν δρόμοι στρωμένοι με λίθους, τεράστιες υδατοδεξαμενές και επιβλητικές κρεμαστές γέφυρες. Υπήρχαν μνημεία, ωραία λαξευμένα, πυραμίδες και άλλα μεγαλοπρεπή κτίρια.
Μόνον τα ερείπια εκείνου του ανωτέρου πολιτισμού παραμένουν τώρα. Οι άπληστοι κατακτηταί από την Ευρώπη ερήμωσαν και ελεηλάτησαν τις πόλεις, υποδουλώνοντας εκείνους από τον πληθυσμό που δεν εσφάγησαν επειδή αρνήθηκαν να δεχθούν την Καθολική Θρησκεία. Οι βασιλείς-ιερείς και οι στρατοί τους πραγματικά υποτάχθηκαν σε μια χούφτα Ισπανών στρατιωτών. Γιατί; Είχαν μια παράδοση, ότι «λευκοί, γενειοφόροι άνδρες» απ’ την άλλη πλευρά του ωκεανού μια φορά έφεραν σ’ αυτούς τον πολιτισμό, και τώρα ενόμιζαν ότι το νέο αυτό κύμα των λευκών ανδρών ήλθαν επίσης ως φίλοι.
Ήταν απλώς ζήτημα συμπτώσεως το ότι οι άνθρωποι της Κεντρικής Αμερικής είχαν πυραμίδες, μούμιες, εγχειρήσεις στον εγκέφαλο, ηλιολατρία και βασιλείς-ιερείς, όπως ακριβώς είχαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι; Ή ήταν επειδή εκείνη η παράδοσις των Ινδιάνων εβασίζετο σε γεγονός, και «οι λευκοί γενειοφόροι άνδρες» είχαν διαπλεύσει τον ωκεανό μέσω του υπερατλαντικού ρεύματος που ξεκινά από τις Βορειοαφρικανικές ακτές;
«Ακριβώς μέσα στον εικοστόν αιώνα,» γράφει ο Θορ Χέγερνταλ, «έγινε παραδεδεγμένη θεωρία ότι υπήρξε μόνον ένα λίκνο πολιτισμού, το οποίον βρισκόταν όχι μακριά από τις Βιβλικές χώρες, από τις οποίες εξαπλώθηκε ο πολιτισμός προς τις ηπείρους και τους ωκεανούς σε όλα τα μέρη του κόσμου.» Η αφήγησις που υπάρχει στο Βιβλικό βιβλίο της Γενέσεως λέγει ότι οι πρώτες κοινότητες μετά τον Κατακλυσμό εγκαταστάθηκαν στη Μεσοποταμία, την περιοχή μεταξύ των ποταμών, Τίγρητος και Ευφράτου και ότι από εκεί το ανθρώπινο γένος διασκορπίσθηκε «επί του προσώπου πάσης της γης.»—Γέν. 10:8-12· 11:8.
Επικρίσεις της Επιστήμης
Οι ανθρωπολόγοι με επικριτικό πνεύμα γρήγορα προσέβαλαν αυτή την άποψι. Θεωρούσαν τη Βίβλο ως «πολύ παληά» ώστε να έχη οποιαδήποτε επιστημονική αξία εν σχέσει με την ιστορία του παρελθόντος. Επηρεασμένοι από τη θεωρία της εξελίξεως, ενόμιζαν ότι το μορφωτικό σύστημα της Κεντρικής Αμερικής αποτελούσε μια ανεξάρτητη ανάπτυξι. Επιχειρηματολογούσαν ότι η στενή φυσική και διανοητική σχέσις μεταξύ όλων των ειδών των ανθρώπων θα τους έκαμνε ν’ αντιδρούν με όμοιο τρόπο κάτω από όμοιες συνθήκες. Επίστευαν ότι ο Κολόμβος ήταν ο πρώτος που ήλθε στην Αμερική εκτός από τους πρωτογόνους μετανάστες που διήλθαν τον Βερίγγειο Πορθμό από τη Σιβηρία. Έτσι ανέπτυξαν εκείνο που έφθασε να θεωρήται «αδιαφιλονίκητο επιστημονικό γεγονός.»
Πέρασαν ολίγες δεκαετίες, και αυτό το «επιστημονικό γεγονός» άρχισε να θρυμματίζεται. Άλλοι επιστήμονες παρουσίασαν απόδειξι για να δείξουν ότι ο Ατλαντικός είχε διασχισθή πολύ προς της εποχής του Κολόμβου. Μεταξύ άλλων αποδείξεων υπήρχε ο αποικισμός των Βάικιγκς στη Νέα Γη. Έτσι «το στερεό επιστημονικό γεγονός» εκτίθεται σήμερα σαν μια πλοκή θεωριών χωρίς κατάλληλο θεμέλιο.
Οι ειδικοί επιστήμονες επίσης ισχυρίσθηκαν ότι το ταξίδι δια μέσου του ωκεανού δεν μπορούσε να γίνη μ’ ένα πλοιάριο κατασκευασμένο από καλάμια ή πάπυρο, τέτοια που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα οι Αιγύπτιοι. Οι Αιγυπτιολόγοι ήσαν της γνώμης ότι εκείνα τα καλάμινα σκάφη μπορούσαν να χρησιμοποιούνται μόνον σ’ έναν ποταμό, και δεν θα αντείχαν στην πίεσι και την έντασι της κινήσεως του ωκεανού. Επίσης ισχυρίσθηκαν ότι ο πάπυρος θα διεβρέχετο με το θαλάσσιο νερό και θ’ άρχιζε να σήπεται σε λιγώτερο από δύο εβδομάδες.
Αλλά ο Θορ Χέγερνταλ δεν εντυπωσιάσθηκε από όλες τις επιστημονικές επικρίσεις. Επίστευε ότι τέτοιες νεώτερες θεωρίες μπορούσαν ν’ αποδειχθούν εσφαλμένες. Πράγματι, είχε λόγο να μη εμπιστεύεται στις επιστημονικές «αυθεντίες.»
Οι «Αυθεντίες» Μπορούν να Σφάλλουν
Πριν ο Χέγερνταλ ταξιδεύσει από τη Νότιο Αμερική προς την Πολυνησία επάνω στην περίφημη σχεδία από μπάλσα, το Κον-Τίκι, το 1947, όλοι «οι ειδικοί» ήσαν της γνώμης ότι οι αρχαίοι πολιτισμοί της Αμερικής δεν μετέφεραν εμπνεύσεις στις νήσους του Ειρηνικού μέσω των σχεδιών από μπάλσα και πλοιαρίων από καλάμια. Το 1943, ο Ι. Ε. Ουέκλερ, έγραψε ότι οι Αμερικανοί Ινδιάνοι δεν κατείχαν ωκεανοπόρα σκάφη που μπορούσαν να κάμουν ταξίδια προς την Πολυνησία. Η ίδια άποψις εδιαβάζετο σ’ ένα εγχειρίδιο γραμμένο από τον ειδικό της Πολυνησίας, τον Σερ Πήτερ Μπακ, δυο έτη αργότερα. Και φαίνεται ότι ο συγγραφεύς αυτός έλαβε την πληροφορία από τον συνεργάτην του Δόκτορα Κέννεθ Π. Έμορυ, έφορον του Επισκοπικού Μουσείου της Χαβάης.
Το 1942 ο Έμορυ είχε εγκαταλείψει την ιδέα ότι οι αρχαίοι Αμερικανοί είχαν οποιαδήποτε επαφή με την Πολυνησία. Γιατί; Επειδή ένας άλλος συνεργάτης τον είχε πληροφορήσει ότι η σχεδία από μπάλσα γρήγορα μουσκεύεται από τα νερά. Αυτός, με τη σειρά του, είχε λάβει την πληροφορία του από μια πραγματεία γραμμένη από έναν Νοτιοαμερικανό ειδικό, στην οποίαν ελέγετο ότι το ξύλο της μπάλσας χάνει την ελαφρότητά του τελείως έπειτα απ’ ολίγες εβδομάδες.
Ο ειδικός έλαβε την πληροφορία του από αναγραφές ταξιδιών ενός Άγγλου, ο οποίος, προ ενός αιώνος περίπου, είχε ιδεί ανοιχτά από τα παράλια της Νοτίου Αμερικής μια σχεδία από μπάλσα. ‘Ο πλοίαρχος του πλοίου στο οποίον επέβαινε αυτός ο ταξιδιώτης, του είπε ότι σε λίγες εβδομάδες το ξύλο μπάλσας έχασε πολλή από την ελαφρότητά του.’ Δεν είναι γνωστόν που έλαβε ο πλοίαρχος την πληροφορία του. Οι λόγοι του έγιναν δεκτοί, και ο Χέγερνταλ λέγει ότι «πολλοί διδάσκαλοι μετεβίβαζαν ό,τι εγνώριζαν χωρίς καν να λέγουν τις πηγές των, η θεωρία κατήντησε αξίωμα.»
Ωστόσο, ο Χέγερνταλ εταξίδευσε 5.000 μίλια επάνω σε μια σχεδία από μπάλσα και ο μύθος που ανακηρύχθηκε «επιστημονικό γεγονός» απεδείχθη ότι ήταν μύθος. Υπήρχε επαρκής λόγος να πιστευτή ότι οι επιστήμονες επλανώντο όλοι ως προς τη χρήσι επίσης του σκάφους από πάπυρο. Μολονότι αρνούνταν ότι ένα πλοιάριο από καλάμια θα διατηρούσε πλευστότητα για περίοδο πλέον των δύο εβδομάδων, φαίνεται ότι κανένας από αυτούς τους «ειδικούς» στην Αίγυπτο δεν είχε ποτέ ιδεί πλοιάριο από πάπυρο στην πραγματικότητα.
Ωκεανοφόρα Σκάφη από Καλάμια
Σκάφη κατασκευασμένα από καλάμια ήσαν σε χρήσι από Αμερικανούς Ινδιάνους κατά μήκος της ακτής του Ειρηνικού από την Καλιφόρνια μέχρι της Χιλής, τον καιρό που είχαν φθάσει οι Ισπανοί. Τέτοια πλοιάρια ήσαν σε χρήσι επίσης σε πολλές Μεξικανικές λίμνες. Όμοιοι τύποι ήσαν κοινοί «από το Ιράκ προς την Αιθιοπία, από τη Βόρειο και Κεντρική Αφρική προς το Τσαδ, το Νίγερ και το Μαρόκο, και ακόμη στη Σαρδηνία.»—Τζέμμετ, 2 Δεκεμβρίου 1969, σελ. 7.
Όταν οι Ισπανοί έφθασαν στην Περουβιανή ακτή είδαν πολλά πλοιάρια καμωμένα από λεπτά καλάμια, δεμένα σε δέσμες, με την πρώρα και την πρύμνη κομψά καμπυλωμένες, κάτι σαν το σχήμα των πλοίων των αρχαίων Βάικιγκς. Μερικά ήσαν αρκετά μεγάλα ώστε να έχουν πλήρωμα εικοσιτεσσάρων ατόμων, και προωθούντο εύκολα μέσα από τα κύματα κατά μήκος των παραλιών της Αυτοκρατορίας των Ίνκας.
«Περουβιανά βάζα,» γράφει ο Χέγερνταλ, «από τον καιρό προ των Ίνκας συχνά έχουν εικόνες καλάμινων πλοιαρίων με διπλό κατάστρωμα και πολλούς επιβάτες και φορτία. Στη Λίμνη Τιτικάκα κατασκευάζονται και τώρα καλάμινα πλοιάρια, αρκετά μεγάλα ώστε να μεταφέρουν κτήνη, ακόμη και σε θυελλώδη καιρό. Σε εκδρομές με τους ορεσίβιους Ινδιάνους, με εντυπωσίασαν πολύ τόσον η αντοχή στη θάλασσα όσο και η μεταφορική ικανότης των πλοιαρίων.» Ακόμη και στις Νήσους του Πάσχα, μακρυά έξω στον Ειρηνικό έχουν βρεθή σε λίθινα μνημεία εικόνες καλάμινων πλοιαρίων με ιστούς και πανιά.
Όλοι δεν συμφωνούν ότι τα καλάμινα πλοιάρια περιωρίζονται στη ναυσιπλοΐα ποταμών στην Μεσογειακή περιοχή και πιο ανατολικά. Το βιβλίο Η Ιστορία των Πλοίων λέγει: «Ξύλινα πλοία δεν υπήρχαν στην αρχαία Αίγυπτο ως τον καιρό που οι Φαραώ άρχισαν να προμηθεύωνται ξυλεία. Η Μεσόγειος θάλασσα διεπλέετο από επιχειρηματίες ναυτικούς με πλοιάρια κατασκευασμένα από καλάμια παπύρου και επιστρωμένα με άσφαλτο.» Και ο Ρωμαίος συγγραφεύς Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, γράφει ότι τα ταξίδια μεταξύ του Γάγγη και της Κεϋλάνης συνήθως χρειάζονταν είκοσι μέρες, «ότι τα ταξίδια αυτά εγίνοντο με πλοία από πάπυρο, με ξάρτια από τον Νείλο.»
Ήταν φανερό ότι τα σκάφη από πάπυρο ήσαν ικανά να πλέουν και μπορούσαν ν’ ανθέξουν στα σφυροκοπήματα των ανέμων και των κυμάτων. Ο Χέγερνταλ επίστευε ότι αν ένα τέτοιο σκάφος μπορούσε να πλέη περισσότερο από δύο εβδομάδες επάνω στα κύματα του Ατλαντικού, τότε το πείραμα θ’ απεδείκνυε επίσης τη δυνατότητα ότι οι Μεσογειακοί ναυτικοί είχαν φθάσει και επηρεάσει τις πνευματικές εξελίξεις της Αμερικής πολύ πριν ο Κολόμβος φθάση εκεί.
Ναυπήγησις Καλάμινου Πλοιαρίου
Εικόνες Αιγυπτιακών σκαφών εμελετήθηκαν σε μουσεία σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Δόκτωρ Μπγιόρν Λάντσρομ, Σουηδός ειδικός σε Αιγυπτιακά σχέδια πλοίων, πήγε στο Κάιρο για ν’ αντιγράψη εικόνες καλάμινων πλοιαρίων των Φαραώ. Το πλοιάριο κατασκευάσθηκε από αυτά τα πρότυπα.
Τα υλικά ελήφθησαν από την Αιθιοπία. Όλα μαζί, δώδεκα τόννοι απεξηραμένων κλάδων παπύρου τριών έως πέντε υαρδών, μεταφέρθηκαν επάνω από τα όρη στην τοποθεσία της ναυπηγήσεως πίσω από τις πυραμίδες της Αιγυπτιακής ερήμου. Οι πάπυροι δέθηκαν σε δέσμες με σχοινιά μήκους ολοκλήρων μιλίων, και διεμορφώθησαν στο κατάλληλο σχήμα.
Όταν η ναυπήγησις συμπληρώθηκε, το πλοιάριο είχε μήκος περίπου πενήντα πόδια και πλάτος περίπου δεκαέξη πόδια. Ο πυθμήν είχε πάχος πέντε ποδών. Στο μέσον του πλοιαρίου υπήρχε μια καλύβη από καλάμια που χρησίμευε ως καμπίνα για πλήρωμα έξη ατόμων εκτός του Χέγερνταλ. Στον δίδυμο ιστό ύψους εικοσιδύο ποδών ήταν δεμένο ένα καστανού χρώματος τραπεζοειδές βαμβακερό πανί και στη μέση του ένας πορτοκαλής ηλιακός δίσκος. Το σκάφος ωνομάσθηκε με το όνομα του Αιγυπτίου θεού του ηλίου, Ρα.
Η Εκστρατεία
Το μοναδικό αυτό σκάφος μεταφέρθηκε στον θαλάσσιο λιμένα Σάφι του Μαρόκου, τον δυτικώτερο γνωστόν λιμένα στους αρχαίους Αιγυπτίους. Έπειτα από μια εβδομάδα παραμονής στον λιμένα το «Ρα» ρυμουλκήθηκε προς τ’ ανοικτά για να μπη στο Ρεύμα των Καναρίων, μέσω του οποίου το πλοιάριο θα μετεφέρετο προς τα δυτικά. Κατωτέρω παραθέτομε την αφήγησι του ιδίου του Χέγερνταλ για όσα συνέβησαν κατόπιν:
«Οι δέσμες του παπύρου εκυμαίνοντο σαν ελαστικά καλώδια επάνω στα κύματα. Χονδρά κουπιά έσπαζαν σαν σπιρτόξυλα, αλλά ούτε ένας κλάδος παπύρου δεν έσπασε. . . . οι κλάδοι του παπύρου ήσαν στερεοί σαν τις ίνες του μπαμπού και συνεκτικά σαν σχοινιά. Τρεις εβδομάδες πέρασαν. Τέσσερες εβδομάδες πέρασαν. Ήδη είχαμε ταξιδεύσει μακρύτερη απόστασι παρά από την Αίγυπτο ως την Κρήτη, ως την Ελλάδα, την Ιταλία, ναι, μακρότερη από οποιαδήποτε απόστασι μέσα στη Μεσόγειο. Και μακρύτερα από ό,τι οι «αυθεντίες» επίστευαν ότι μπορούσαν! Τα κύματα μας επετίθεντο βρυχώμενα. . . . αλλά οι πάπυροι παρέμεναν εξ ίσου ισχυροί και σκληροί. Μετά έξη εβδομάδες είχαμε ταξιδεύσει τόσο μακριά όσο από την Κοπεγχάγη ως τον Βόρειο Πόλο.»
Αλλά, καθώς εν συνεχεία ανεκοινώθη από τις εφημερίδες, το πλοιάριο συνάντησε ένα κέντρο θυέλλης ανατολικά των Αντιλλών, και μερικοί πάπυροι άρχισαν να χαλαρώνουν προς τη δεξιά πλευρά όπου το δάπεδο της καλύβης είχε φθαρή επάνω από τα σχοινιά που συνέδεαν τους κλάδους των παπύρων μαζί. Ο ιστός έσπασε από την καταιγίδα. Λίγες μέρες αργότερα ο Θορ Χέγερνταλ και το πλήρωμά του αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν το παπυρόπλοιο, επειδή η παρουσία Καρχαριών έκανε αδύνατες τις περαιτέρω επισκευές από το πλήρωμα. Ταξίδευαν πενήντα δύο μέρες στον Ατλαντικό σε απόστασι περίπου 3.125 μιλίων, και ήσαν μόνον περίπου 600 μίλια μακριά από τις νήσους Μπαρμπάντος των Δυτικών Ινδιών.
Το Πείραμα δεν Ήταν Αποτυχία
Προσεκτική εξέτασις όλων των γεγονότων αποκαλύπτει ότι παρά το ναυάγιο το πείραμα δεν ήταν αποτυχία. Ο Χέγερνταλ ήταν τελείως ικανοποιημένος ότι έλαβαν «επαρκείς αποδείξεις ότι ένα πλοιάριο από πάπυρο είναι σκάφος ικανό να πλέη.» Επίσης προσδιώρισε ως λόγον του ναυαγίου το γεγονός ότι αυτός και το πλήρωμά του «είχαν κάμει τόσα πολλά λάθη όσα μόνον ο άνθρωπος της εποχής μας μπορεί να κάμη όταν θέλει να χειρισθή ένα αρχαίο σκάφος χωρίς κανένα διδάσκαλο.»
Ένας καθηγητής Ιταλικού Πανεπιστημίου ήταν της ιδίας γνώμης. Είπε: «Το πλοιάριο κατασκευάσθηκε με μια πρύμνη που ήταν πολύ χαμηλή. Οι Αιγύπτιοι στην αρχή αρνήθηκαν να κτίσουν την πρύμνη του «Ρα,» και η χαμηλή πρύμνη που τελικά χτίσθηκε αποτελεί ένα από τους λόγους για τους οποίους το σκάφος συνετρίβη τόσο γρήγορα από τα μεγάλα κύματα. Ένας άλλος λόγος είναι η ασυνήθης κακοκαιρία που χρειάσθηκε ν’ αντιμετωπίση η αποστολή.»
Απεδείχθη ότι εύθραυστα καλάμινα σκάφη που χρησιμοποιούνταν από τους Μεσογειακούς λαούς μπορούσαν και μπορούν να διασχίσουν τον Ατλαντικό, είτε σκοπίμως είτε ξεπέφτοντας από θύελλα, και να έλθουν σ’ επαφή με τους ιθαγενείς της Κεντρικής Αμερικής. Επίσης μπορούσε να έχη συμβή ώστε μερικοί τέτοιοι επισκέπται να παραμείνουν αρκετόν καιρό για να διδάξουν τους ιθαγενείς μερικές από τις τέχνες των, τα επαγγέλματα και τις θρησκευτικές των ιδέες.