Βαρνάβας—Πιστός Υποστηρικτής της Αληθινής Λατρείας
«ΠΑΛΙΝ ομοία είναι η βασιλεία των ουρανών με άνθρωπον έμπορον ζητούντα καλούς μαργαρίτας· όστις ευρών ένα πολύτιμον μαργαρίτην, υπήγε και επώλησε πάντα όσα είχε και ηγόρασεν αυτόν.» (Ματθ. 13:45, 46) Αυτά τα λόγια του Ιησού Χριστού δείχνουν πολύ κατάλληλα τη βαθειά εκτίμησι για πνευματικά πράγματα που έπρεπε να έχουν οι μαθηταί του. Ένα άτομο που ανεγνώριζε την αληθινή αξία της αποκτήσεως της βασιλείας των ουρανών, θα ήταν πρόθυμος να δώση οτιδήποτε άλλο για ν’ αποκτήση αυτή την τόσο πολύτιμη κληρονομιά. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Ιωσήφ, ο οποίος έφερε την επωνυμία Βαρνάβας. Αυτός ο ιθαγενής της Κύπρου ήταν Ισραηλίτης από τη φυλή του Λευί και έγινε ένα από τα πρώτα μέλη της Χριστιανικής εκκλησίας.
Ο Βαρνάβας επιθυμούσε πάρα πολύ να ωφεληθούν οι ομόπιστοί του από την διδασκαλία των αποστόλων. Πολλοί Ιουδαίοι και προσήλυτοι, οι οποίοι είχαν μεταστραφή, είχαν έλθει στην Ιερουσαλήμ από μακρυνά μέρη για την εορτή της Πεντηκοστής το 33 μ.Χ. Όταν άκουσαν την προσεκτική μαρτυρία του Πέτρου, που έδειχνε ότι ο Ιησούς ήταν ο υποσχεμένος Μεσσίας ή Χριστός, μετενόησαν και βαπτίσθησαν ως μαθηταί του. Ωστόσο, έπρεπε ακόμη να μάθουν πολλά. Οι άλλοι πιστοί, για να βοηθήσουν αυτά τα άτομα να παρατείνουν την παραμονή τους στην Ιερουσαλήμ, έφεραν στη διάθεσί τους τα υλικά τους αγαθά. Ο Βαρνάβας, παραδείγματος χάριν, εθελουσίως πούλησε ένα κομμάτι γης και έδωσε τα χρήματα που πήρε στους αποστόλους για να τα διανείμουν σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη.—Πράξ. 4:34-37.
Τι θαυμάσιο πνεύμα εξεδήλωσε ο Βαρνάβας! Όχι μόνο εκτιμούσε το προνόμιο να συγκαταλεγή μεταξύ εκείνων που θα κληρονομούσαν την ουράνια βασιλεία, αλλά ήταν επίσης πρόθυμος ν’ αποχωρισθή τα υλικά του αποκτήματα ώστε να ενισχυθούν οι άλλοι πνευματικώς.
Επί πλέον, ο Βαρνάβας αποτελούσε οπωσδήποτε παράδειγμα στην προσφορά ενθαρρύνσεως και προσωπικής βοηθείας. Χωρίς αμφιβολία, λόγω του ανιδιοτελούς ενδιαφέροντός του για τους άλλους, οι απόστολοι του έδωσαν την επωνυμία Βαρνάβας, που σημαίνει «Υιός Παρηγορίας». (Πράξ. 4:36) Έχοντας υπ’ όψι τον πιστό τρόπο με τον οποίο υπεστήριξε την αληθινή λατρεία, αυτή η επωνυμία ήταν πολύ κατάλληλη.
Όταν ο πρώην διώκτης Σαούλ (Παύλος) επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ ως βαπτισμένος μαθητής του Ιησού Χριστού, οι αδελφοί εκεί εφοβούντο να τον συναναστραφούν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι το άτομο αυτό είχε γίνει στην πραγματικότητα μαθητής. Το ότι τον εμπόδιζαν έτσι να συναντήση τους πρεσβυτέρους της Χριστιανικής εκκλησίας, θα μπορούσε να αποθαρρύνη τον Παύλο. Ευτυχώς, ο «Υιός Παρηγορίας,» ο Βαρνάβας, έσπευσε προς βοήθειά του. Τον σύστησε στον Πέτρο και στον Ιάκωβο, τον ετεροθαλή αδελφό του Ιησού, κι έτσι ο Παύλος έγινε πλήρως δεκτός από την εκκλησία.—Πράξ. 9:26, 27· Γαλ. 1:18, 19.
ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑ
Αργότερα, ο Βαρνάβας εστάλη από την εκκλησία της Ιερουσαλήμ να προωθήση τα πνευματικά συμφέροντα στην Αντιόχεια. Μερικοί αδελφοί από την ιδιαιτέρα πατρίδα του, την Κύπρο, καθώς επίσης και από την Κυρήνεια είχαν διακηρύξει τα «αγαθά νέα» μεταξύ του Ελληνόφωνου πληθυσμού εκεί. Ως αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητος, πολλοί επίστευσαν. Ο Βαρνάβας εχάρηκε πολύ όταν είδε πόσα πολλά άτομα είχαν ωφεληθή από την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά και είχαν γίνει μαθηταί του Ιησού Χριστού. Κατόπιν, τους ενεθάρρυνε να «εμμένωσιν εν σταθερότητι καρδίας εις τον Κύριον.» Τώρα που ήσαν Χριστιανοί, ήταν ζήτημα διακρατήσεως πιστότητος εκ μέρους των. Το να ‘εμμένουν με σταθερότητα καρδιάς στον Κύριο,’ εσήμαινε ότι θα παρέμεναν προσκολλημένοι σ’ αυτόν με όλη τους την καρδιά, τη στοργή τους. Με όλη την καρδιά τους, ολόκληρος ο σκοπός στη ζωή τους θα ήταν να συνεχίζουν να είναι πλήρως αφιερωμένοι στον Κύριό τους.—Πράξ. 11:19-23.
Η ενθάρρυνσις που έδωσε ο Βαρνάβας πρέπει να είχε μια υγιά επίδρασι, ιδιαίτερα επειδή «ήτο ανήρ αγαθός και πλήρης πνεύματος αγίου και πίστεως.» Ήταν άψογος και ευθύς, δίνοντας από τον εαυτό του ανιδιοτελώς. Δεν μπορούσε να βρεθή μώμος στη διαγωγή του. Ο Βαρνάβας άφησε τον εαυτό του να επηρεασθή πλήρως από τη λειτουργία του αγίου πνεύματος του Θεού. Είχε επίσης σταθερή πίστι, που υποστηρίζετο από την καρποφορία καλών έργων. Μ’ ένα τέτοιο εξαιρετικό παράδειγμα ανάμεσά της, η εκκλησία της Αντιοχείας συνέχισε ν’ αυξάνη.—Πράξ. 11:24.
Ο Βαρνάβας προφανώς επιθυμούσε να διατεθή η καλύτερη δυνατή πνευματική βοήθεια στους αδελφούς. Αναγνωρίζοντας ότι χρειαζόταν βοήθεια για να φροντίση για την αυξανομένη εκκλησία, έφυγε για την Ταρσό για να βρη τον Παύλο. Κατόπιν, μαζί με τον Παύλο, ο Βαρνάβας εργάσθηκε για να προωθήση τα πνευματικά συμφέροντα στην Αντιόχεια επί ένα περίπου έτος. Στη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, και οι δύο άνδρες πήγαν στην Ιερουσαλήμ με χρηματικά ποσά που είχαν προσφέρει οι άλλοι αδελφοί για την ανακούφισι των αδελφών της Ιουδαίας.—Πράξ. 11:25-30.
Η ΠΡΩΤΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΥΛΟ
Συνοδευόμενοι από τον Μάρκο, τον εξάδελφο του Βαρνάβα, οι δύο άνδρες επέστρεψαν στην Αντιόχεια. Στη διάρκεια μιας συναθροίσεως της τοπικής εκκλησίας, το πνεύμα του Θεού, που λειτουργούσε χωρίς αμφιβολία μέσω ενός από τους προφήτας στην εκκλησία, υπέδειξε να σταλούν ο Βαρνάβας και ο Παύλος για ειδική υπηρεσία. Με τον Μάρκο ως βοηθό τους, ο Βαρνάβας και ο Παύλος ξεκίνησαν για την πρώτη ιεραποστολική περιοδεία, η οποία περιελάμβανε την Κύπρο και μερικές πόλεις της Μικράς Ασίας. Στην πρώτη τους στάσι στη Μικρά Ασία, στην πόλι της Πέργης, ο Μάρκος απεφάσισε να τους αφήση για να επιστρέψη στην Ιερουσαλήμ. Ο Παύλος πίστευε ότι ο Μάρκος ήταν αδικαιολόγητος που ενήργησε έτσι, αλλά ο Βαρνάβας ήταν λιγώτερο αυστηρός στη γνώμη του για την αναχώρησι του εξαδέλφου του. Φαίνεται ότι στη διάρκεια του ταξιδιού ο Παύλος ήταν εκείνος που ανελάμβανε την ηγεσία στην ομιλία. Και οι δύο άνδρες, όμως, υπέστησαν διωγμούς από εξαγριωμένους όχλους. Στα Λύστρα μάλιστα ο Παύλος λιθοβολήθηκε και εγκατελείφθη ως νεκρός. Με θάρρος, και οι δύο άνδρες επέστρεψαν στις πόλεις όπου είχε ξεσπάσει η αναταραχή και ενίσχυσαν τους πιστούς. Διώρισαν επίσης πρεσβυτέρους στις νεωστί σχηματισθείσες εκκλησίες.—Πράξ. 13:1-14:26.
ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΤΟΜΗΣ
Ο Βαρνάβας και ο Παύλος, επιστρέφοντας στην Αντιόχεια, απ’ όπου είχαν σταλή από το άγιο πνεύμα, ανέφεραν τη δράσι τους στην εκκλησία. Αλλά κατόπιν ανέκυψε ένα πρόβλημα στην εκκλησία της Αντιοχείας. Ωρισμένοι άνδρες, οι οποίοι είχαν έλθει από την Ιουδαία, επέμεναν ότι οι εξ Εθνών πιστοί δεν μπορούσαν να σωθούν εκτός αν περιετέμνοντο και άρχιζαν να συμπεριφέρωνται σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο. Ο Παύλος και ο Βαρνάβας, για να τακτοποιήσουν αυτό το ζήτημα, έφυγαν για την Ιερουσαλήμ, για να παρουσιάσουν το ζήτημα στους αποστόλους και στους άλλους πρεσβυτέρους της εκκλησίας εκεί.—Πράξ. 15:1, 2.
Σ’ εκείνη την περίπτωσι, και οι δύο άνδρες έδωσαν μαρτυρία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Ιεχωβά τούς είχε χρησιμοποιήσει για να διακηρύξουν τα «αγαθά νέα» σε απεριτμήτους Εθνικούς. Οι απόστολοι και οι άλλοι πρεσβύτεροι της εκκλησίας της Ιερουσαλήμ, βάσει όλης της μαρτυρίας που είχε δοθή και των ενδείξεων των Αγίων Γραφών, συνέταξαν μια επιστολή που έδειχνε ότι η περιτομή και η προσκόλλησι στον Μωσαϊκό νόμο δεν απαιτούντο από τους εξ Εθνών πιστούς. Η επιστολή εδήλωνε: «Διότι εφάνη εύλογον εις το άγιον πνεύμα και εις ημάς να μη επιβάλλωμεν εις εσάς μηδέν πλειότερον βάρος εκτός των αναγκαίων τούτων, να απέχητε από ειδωλοθύτων και αίματος και πνικτού και πορνείας· από των οποίων φυλάττοντες εαυτούς θέλετε πράξει καλώς. Έρρωσθε.» Όταν ο Βαρνάβας και ο Παύλος έφεραν αυτή την επιστολή στην Αντιόχεια, η εκκλησία χάρηκε πολύ.—Πράξεις 15:3-31.
Ίσως μετά απ’ αυτό, ο Πέτρος επισκέφθηκε την εκκλησία της Αντιοχείας και συνανεστρέφετο ελεύθερα με τους απεριτμήτους εξ Εθνών πιστούς. Αλλά, κατόπιν, όταν ωρισμένοι Ιουδαίοι αδελφοί ήλθαν από την Ιερουσαλήμ, ο Πέτρος σταμάτησε να συναναστρέφεται με τους εξ Εθνών προσηλύτους και δαπανούσε τον χρόνο του αποκλειστικά με τους Ιουδαίους αδελφούς. Ακόμη και ο Βαρνάβας έχασε την ισορροπία του στο ζήτημα αυτό και έκανε το ίδιο πράγμα. Αλλά όλοι αντέδρασαν κατάλληλα όταν ο Παύλος επέπληξε τον Πέτρο, διασαφηνίζοντας πόσο εσφαλμένη ήταν μια τέτοια πορεία.—Γαλ. 2:11-14.
ΠΙΣΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ
Ένα άλλο πρόβλημα που ηγέρθη αφωρούσε τον Παύλο και τον Βαρνάβα προσωπικά. Ο Παύλος εσκέπτετο να επιστρέψη και να επισκεφθή τους αδελφούς τούς οποίους είχε συναντήσει στην πρώτη τους ιεραποστολική περιοδεία. Ωστόσο, επειδή ο Βαρνάβας επέμενε να πάρουν μαζί τον Μάρκο, οι δύο άνδρες χώρισαν ξαφνικά. Επειδή ο Μάρκος τούς είχε εγκαταλείψει την πρώτη φορά, ο Παύλος αμφέβαλε για την αξιοπιστία του και δεν τον ήθελε ως ταξιδιωτικό του σύντροφο. Έτσι, ο Βαρνάβας και ο Παύλος χώρισαν. Ο Βαρνάβας, συνοδευόμενος από τον Μάρκο, επέστρεψε στην Κύπρο. (Πράξ. 15:36-39) Προφανώς, ο Μάρκος εργάσθηκε πιστά με τον Βαρνάβα, διότι αργότερα και ο Παύλος παραδέχθηκε ότι ο Μάρκος ήταν ένας καλός σύντροφος. Στη δευτέρα επιστολή του προς τον Τιμόθεο, ο Παύλος έγραψε: «Τον Μάρκον παραλαβών φέρε μετά σου· διότι μοι είναι χρήσιμος εις την διακονίαν.» (2 Τιμ. 4:11) Έτσι, ο Βαρνάβας μαζί με τον Μάρκο, έκαναν θαυμάσιο έργο στην εποικοδόμησι των αδελφών στη νήσο Κύπρο και έκαναν επίσης νέους μαθητάς.
Μολονότι ο Βαρνάβας, όπως και οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος, είχε αδυναμίες, έζησε σύμφωνα με την επωνυμία του «Υιός Παρηγορίας.» Έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην εποικοδόμησι και ενθάρρυνσι των αδελφών. Με την πιστή του υποστήριξι της αληθινής λατρείας, έθεσε το παράδειγμα του να ‘εμμένη κανείς με σταθερότητα καρδιάς εις τον Κύριο.’—Πράξ. 11:23.