Πόσο Σπουδαίο Είναι το Χριστιανικό ‘Δίδειν’;
ΟΙ πιστοί μαθηταί του Ιησού Χριστού εξεδήλωναν πάντοτε ενεργό ενδιαφέρον για κείνους που είχαν υλικές και πνευματικές ανάγκες. Λίγο μετά την Πεντηκοστή του 33 μ.Χ., παραδείγματος χάριν, πολλοί στην Ιερουσαλήμ εθελουσίως πούλησαν τις περιουσίες των και έδωσαν τα χρήματα στους αποστόλους για να τα διανείμουν στους πιστούς εκείνους που είχαν ανάγκη. Μεταξύ αυτών ήσαν άτομα που είχαν έλθει από μακρυνούς τόπους για να παρακολουθήσουν την εορτή της Πεντηκοστής και κατόπιν έγιναν Χριστιανοί. Με τη γενναιοδωρία των αδελφών τους, αυτοί οι νέοι προσήλυτοι βοηθήθηκαν να παρατείνουν τη διαμονή τους στην Ιερουσαλήμ κι έτσι να ωφεληθούν περισσότερο από την πολύτιμη διδασκαλία των αποστόλων.—Πράξ. 2:41-47· 4:34, 35.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΞΙΑ ΜΙΜΗΣΕΩΣ
Κάποιος που εκτιμούσε ζωηρά τη σπουδαιότητα των πνευματικών και υλικών προσφορών, ήταν ο απόστολος Παύλος. Στους ομοπίστους του στη Ρώμη έγραψε τα εξής: «Χρεώστης είμαι προς Έλληνάς τε και βαρβάρους [μη Έλληνες· ο όρος αυτός εφηρμόζετο από τους Έλληνες στους ξένους γενικά, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που μιλούσαν μια ξένη γλώσσα], σοφούς τε και ασόφους· ούτω πρόθυμος είμαι το κατ’ εμέ να κηρύξω το ευαγγέλιον και προς εσάς τους εν Ρώμη.»—Ρωμ. 1:14, 15.
Γιατί ο Παύλος θεωρούσε τον εαυτό του χρεώστη σε κάθε είδους ανθρώπους και αισθανόταν υποχρεωμένος να τους βοηθήση πνευματικά; Εγνώριζε ότι ο κόσμος του ανθρωπίνου γένους είχε αγορασθή με το πολύτιμο αίμα του Ιησού Χριστού. Όλοι οι άνθρωποι, επειδή είναι ιδιοκτησία του Θεού και του Χριστού, έπρεπε οπωσδήποτε να μάθουν τι μπορούσε να σημαίνη αυτό γι’ αυτούς. Ήταν καιρός του Θεού για τους ανθρώπους παντού να μετανοήσουν και να εισέλθουν σε μια επιδοκιμασμένη σχέσι μαζί του, βάσει της θυσίας του Υιού του. Μια τέτοια επιδοκιμασμένη στάσις θα έδινε νόημα και σκοπό στη ζωή τους και θα τους ωδηγούσε σε αιώνια ζωή. (Πράξ. 17:30· 1 Τιμ. 2:6· Εβρ. 2:9) Ο καιρός για να μάθουν οι άνθρωποι αυτή τη ζωτική πληροφορία ήταν περιωρισμένος. Γιατί; Διότι το διάστημα της ανθρωπίνης ζωής είναι πολύ μικρό και αβεβαίας διαρκείας. (Ιακ. 4:13, 14) Έτσι, ο Παύλος ήταν πρόθυμος να ‘κηρύξη το ευαγγέλιον’ σε όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα μπορούσε στη διάρκεια της δικής του ζωής. Πίστευε ορθά ότι ήταν καθήκον του να μεταδώση τη ζωοσωτήρια γνώσι σε άλλους. Την χρωστούσε σ’ αυτούς. Επειδή η ζωή τους σύντομα θα ετελείωνε, ο Παύλος ανεγνώριζε πόσο επείγον ήταν να μιλήση στους ανθρώπους για το «ευαγγέλιον» και τις μεγαλειώδεις ευκαιρίες που διηνοίγοντο γι’ αυτούς. Ο απόστολος Παύλος δεν ήταν ο μόνος που αισθανόταν έτσι. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι λιγώτερο από 30 χρόνια μετά την ίδρυσι της Χριστιανικής εκκλησίας, ο απόστολος έγραψε: ‘Το ευαγγέλιον εκηρύχθη εις πάσαν την κτίσιν την υπό τον ουρανόν.’ (Κολ. 1:23) Αυτό σημαίνει ότι οι Χριστιανοί είχαν επεκτείνει τις πνευματικές τους προσφορές στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου.
Όσον αφορά το πνευματικό ‘δίδειν,’ ο απόστολος Παύλος και άλλοι αφιερωμένοι Χριστιανοί του πρώτου αιώνος, ασφαλώς έθεσαν ένα θαυμάσιο παράδειγμα για μας σήμερα. Επί πλέον, δεν περιωρίσθηκαν μόνο στο να δίνουν πνευματικώς. Ήσαν επίσης πρόθυμοι να προσφέρουν υλική βοήθεια στους αδελφούς οι οποίοι αντιμετώπιζαν άσχημες οικονομικές καταστάσεις. Οι Χριστιανοί στη Μακεδονία και στην Αχαΐα, παραδείγματος χάριν, ενεπιστεύθησαν στον Παύλο ποσά για να χρησιμοποιηθούν για τη βοήθεια ομοπίστων τους στην Ιερουσαλήμ που είχαν ανάγκη.
Ο απόστολος θεωρούσε αυτό το έργο περιθάλψεως πολύ σοβαρό, ζητώντας από τους αδελφούς στη Ρώμη να προσευχηθούν ώστε η αποστολή αυτή να γίνη με επιτυχία. Διαβάζομε: «Τώρα δε υπάγω εις Ιερουσαλήμ, εκπληρών την διακονίαν εις τους αγίους. Διότι ευηρεστήθησαν η Μακεδονία και Αχαΐα να κάμωσι τινά βοήθειαν εις τους πτωχούς των αγίων των εν Ιερουσαλήμ. Σας παρακαλώ δε, αδελφοί, δια του κυρίου ημών Ιησού Χριστού και δια της αγάπης του πνεύματος, να συναγωνισθήτε μετ’ εμού, προσευχόμενοι υπέρ εμού προς τον Θεόν, δια να ελευθερωθώ από των εν τη Ιουδαία απειθούντων, και δια να γείνη ευπρόσδεκτος εις τους αγίους η εις την Ιερουσαλήμ διακονία μου.»—Ρωμ. 15:25, 26, 30, 31.
Όταν ο Παύλος συναντήθηκε με ομοπίστους σε διάφορα μέρη καθ’ οδόν προς την Ιερουσαλήμ, το πνεύμα του Θεού, ενεργώντας είτε με άμεσο τρόπο πάνω στον Παύλο ή επάνω σε άλλους Χριστιανούς προφήτες, έδειξε ότι τον περίμεναν δεσμά και φυλάκισι σ’ εκείνη την πόλι. (Πράξ. 20:23· 21:11) Παρ’ όλα αυτά, ο απόστολος έκανε ό,τι μπορούσε για τους αδελφούς του στην Ιερουσαλήμ που είχαν ανάγκη. Με θάρρος, είπε στους ομοπίστους του που έκλαιγαν: «Τι κάμνετε, κλαίοντες και καταθλίβοντες την καρδίαν μου; επειδή εγώ ουχί μόνον να δεθώ, αλλά και να αποθάνω εις Ιερουσαλήμ είμαι έτοιμος υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού.» (Πράξ. 21:13) Σκεφθήτε· ο Παύλος έβλεπε αυτό το ζήτημα της μεταφοράς υλικής βοηθείας στους αδελφούς που είχαν ανάγκη ως κάτι σπουδαίο ώστε, κάνοντας το δικό του μέρος, ήταν πρόθυμος να διακινδυνεύση όχι μόνο την ελευθερία του, αλλ’ ακόμη και τη ζωή του.
ΓΙΑΤΙ ΤΟΣΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟ;
Το Χριστιανικό ‘δίδειν’ είναι πραγματικά εκδήλωσις αγάπης. Χωρίς αυτή την αγάπη, το άτομο απλώς δεν μπορεί να σταθή επιδοκιμασμένο ενώπιον του Θεού και του Χριστού. Εκείνοι που δεν ενδιαφέρονται ζωηρά για την ευημερία των άλλων είναι ένοχοι αυταπάτης, αν πιστεύουν ότι προσφέρουν ευπρόσδεκτη λατρεία. Ο Λόγος του Θεού λέγει: «Θρησκεία καθαρά και αμίαντος ενώπιον του Θεού και Πατρός είναι αύτη, να επισκέπτηται τους ορφανούς και τας χήρας εν τη θλίψει αυτών, και να φυλάττη εαυτόν αμόλυντον από του κόσμου.» (Ιακ. 1:27) «Εκ τούτου γνωρίζομεν την αγάπην, ότι εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν αυτού έβαλε και ημείς χρεωστούμεν υπέρ των αδελφών να βάλλωμεν τας ψυχάς ημών. Όστις όμως έχη τον βίον του κόσμου [τα μέσα αυτού του κόσμου για τη συντήρησι της ζωής, ΜΝΚ] και θεωρή τον αδελφόν αυτού ότι έχει χρείαν και κλείση τα σπλάγχνα αυτού απ’ αυτού, πώς η αγάπη του Θεού μένει εν αυτώ; Τεκνία μου, μη αγαπώμεν με λόγον μηδέ με γλώσσαν, αλλά με έργον και αλήθειαν»—1 Ιωάν. 3:16-18.
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός θα κρίνη αυστηρά εκείνους που ιδιοτελώς αρνήθηκαν να δώσουν βοήθεια σ’ αυτούς που άξιζαν αυτή τη βοήθεια. Αυτό φαίνεται από την παραβολή των «προβάτων» και «εριφίων.» Τα «πρόβατα,» τα οποία ο Ιησούς Χριστός θέτει στα δεξιά του, δηλαδή σε θέσι ευνοίας, είναι άτομα που κάνουν θετικές πράξεις καλωσύνης για τους «ελαχίστους» ή τους πιο ασήμους αδελφούς του Χριστού. Όταν βλέπουν κάποιον από τους αδελφούς του Χριστού να βρίσκεται σε κατάστασι ανάγκης, να στερήται τροφής, ενδυμασίας ή στέγης, τα «πρόβατα» κάνουν ό,τι μπορούν για να τον βοηθήσουν. Είναι επίσης πρόθυμα να βοηθήσουν, όταν οι αδελφοί του Χριστού υποφέρουν λόγω ασθενείας ή φυλακίσεως. Επειδή τα «ερίφια» ιδιοτελώς αρνούνται ν’ ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες των αδελφών του Χριστού, χάνουν το προνόμιο της ζωής, καταδικάζονται σε ‘αιώνια κόλασι.’—Ματθ. 25:34-46.
Αυτό πρέπει να μας εντυπώση τη σπουδαιότητα του να έχωμε την ορθή στάσι προς τους άλλους. Όταν βλέπωμε άτομα να υποφέρουν αντιξοότητες από καταστάσεις που είναι πέραν από το δικό τους έλεγχο, αισθανόμεθα λύπη γι’ αυτούς; Υποκινούμεθα να κάνωμε ό,τι μπορούμε για να τους βοηθήσωμε; Αισθανόμεθα ζωηρά τη θλιβερή πνευματική κατάστασι τόσων πολλών συνανθρώπων μας; Μας υποκινεί αυτό να δείχνωμε ζήλο στη διακήρυξι των «αγαθών νέων»;
Ατομικά, πρέπει να δίνωμε ολόψυχα πνευματικά καθώς και υλικά αγαθά. Για να έχη αυτή η πράξις μας πραγματική αξία ενώπιον του Θεού, πρέπει να υποκινήται από αγάπη. Δεν πρέπει να γίνεται με τη σκέψι να επισύρωμε προσοχή στον εαυτό μας. Ο Ιησούς Χριστός συμβούλευσε: «Όταν λοιπόν κάμνης ελεημοσύνην, μη σαλπίσης έμπροσθέν σου, καθώς κάμνουσιν οι υποκριταί εν ταις συναγωγαίς και εν ταις οδοίς, δια να δοξασθώσιν υπό των ανθρώπων· αληθώς σας λέγω, έχουν ήδη τον μισθόν αυτών. Όταν δε συ κάμνης ελεημοσύνην ας μη γνωρίση η αριστερά σου τι κάμνει η δεξιά σου, δια να ήναι η ελεημοσύνη σου εν τω κρυπτώ, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αυτός θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ.»—Ματθ. 6:2-4.
Όπως και στον πρώτο αιώνα, οι αφοσιωμένοι δούλοι του Θεού σήμερα κάνουν έργα περιθάλψεως σε μεγάλη κλίμακα. Επί πλέον, χρησιμοποιούνται ποσά για να διατηρούνται τόποι λατρείας και να δίδεται πνευματική βοήθεια στα άτομα που πεινούν για την αλήθεια σ’ όλη τη γη. Μεταξύ των Μαρτύρων του Ιεχωβά, η Εταιρία Σκοπιά παίζει σπουδαίο ρόλο στον συντονισμό και την κατεύθυνσι των μέτρων περιθάλψεως και, επίσης, προσπαθεί να βοηθήση όσο το δυνατόν περισσοτέρους ν’ αποκτήσουν ακριβή γνώσι του Λόγου του Θεού.
Κατά καιρούς, οι αναγνώσται αυτής της εκδόσεως διερωτώνται αν θα μπορούσαν να βοηθήσουν σ’ αυτό το ζωτικό έργο κάνοντας χρηματικές συνεισφορές. Γνωστοποιούμε ευχαρίστως ότι οι δωρεές γι’ αυτό τον σκοπό μπορούν ν’ αποστέλλωνται στην Εταιρία Σκοπιά, 124 Columbia Heights, Brooklyn, New York 11201, ή σε κάποιο από τα τμήματα της Εταιρίας σε άλλες χώρες. Η Εταιρία ποτέ δεν εκλιπαρεί για τέτοιες δωρεές. Τα ποσά εκτιμώνται ως εθελούσια δώρα τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην προώθησι του έργου της Βασιλείας και είναι γνωστά ως τέτοιες προσφορές.
Πράγματι, η απόδοσις υλικής και πνευματικής βοηθείας σε άλλους είναι βασική απαίτησις για να είναι κάποιος Χριστιανός. Ωστόσο, μια τέτοια προσφορά έχει αξία ενώπιον του Θεού, μόνον όταν γίνεται πρόθυμα και εθελουσίως από αγάπη και όχι από εξαναγκασμό. Ο Χριστιανός απόστολος Παύλος έγραψε: «Και εάν πάντα τα υπάρχοντά μου διανείμω, και εάν παραδώσω το σώμά μου δια να καυθώ, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.» (1 Κορ. 13:3) Έτσι, είθε να υποκινούμεθα από γνήσια αγάπη για τον Θεό και για τους συνανθρώπους μας και να δίνωμε με πνευματικό και υλικό τρόπο. Η αιώνια ευημερία μας εξαρτάται απ’ αυτό.
[Εικόνες στη σελίδα 27]
Το πνευματικό και υλικό ‘δίδειν’ είναι βασικές απαιτήσεις της αληθινής Χριστιανοσύνης