Δευτερονόμιο—Μωυσέως Στοργικοί Αποχαιρετιστήριοι Λόγοι
ΟΤΑΝ ήταν σαράντα ετών, προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να γίνη ο απελευθερωτής του λαού του. Στην ηλικία των ογδόντα ετών, εκλήθη πράγματι από τον Ιεχωβά Θεό να ελευθερώση τον λαό του Θεού, τον Ισραήλ, από την Αιγυπτιακή δουλεία. Τώρα, στην ηλικία των 120 ετών, αυτός και ο λαός του ήσαν συναθροισμένοι στις πεδιάδες του Μωάβ, στα σύνορα της Γης της Επαγγελίας. Γνωρίζοντας ότι πλησίαζε το τέλος του, αυτός ο άνδρας, ο Μωυσής, άνοιξε την καρδιά του στο λαό του σε μια σειρά ομιλιών, που είναι γραμμένες στο βιβλίο που είναι γνωστό τώρα ως Δευτερονόμιον.—Δευτ. 31:2· Πράξ. 7:23-30, 35, 36.
Αυτό το πέμπτο βιβλίο της Πεντατεύχου έλαβε το όνομά του από την Ελληνική Μετάφρασι των Εβδομήκοντα και βασίζεται σε δύο Ελληνικές ρίζες που σημαίνουν «δεύτερος» και «νόμος». Μεταξύ των ονομάτων που έδωσαν οι ραββίνοι ήταν Μισνά, που σημαίνει επανάληψις. Σε μερικές γλώσσες είναι απλώς γνωστό ως το «Πέμπτο Βιβλίο του Μωυσέως.»
Το γεγονός ότι ο Ιησούς επανειλημμένως ανέφερε λόγια απ’ αυτό το βιβλίο ως μέρος των θεοπνεύστων Γραφών βεβαιώνει την αυθεντικότητα του Δευτερονομίου. (Ματθ. 4:4, 7, 10 από Δευτ. 8:3· 6:16, 13· Μάρκ. 10:3-5 από Δευτ. 24:1-3· Μάρκ. 12:30 από Δευτ. 6:5) Στην πραγματικότητα, οι Ελληνικές Χριστιανικές Γραφές παραπέμπουν στο Δευτερονόμιο ογδόντα και πλέον φορές και το βιβλίο αυτό είναι από τα τέσσερα βιβλία από τα οποία γίνονται οι περισσότερες παραπομπές, τα άλλα τρία είναι τα βιβλία της Γενέσεως, των Ψαλμών και του Ησαΐα.
Το βιβλίο του Δευτερονομίου, όμως, δεν είναι αυτό που το δημοφιλές όνομά του δείχνει, δηλαδή μια απλή επαναφορά ή επανάληψις του νόμου του Θεού στον Ισραήλ. Αντιθέτως, γνωρίζοντας ότι επλησίαζε το τέλος του, ο Μωυσής ήθελε να δώση αποχαιρετιστήριες νουθεσίες, συμβουλές, προτροπές και οδηγίες στον λαό του Θεού, μαζί με προειδοποιήσεις, λέγοντας όλα όσα μπορούσε και επαναλαμβάνοντας ωρισμένα πράγματα. Ήταν σαν να έγραφε μια αποχαιρετιστήρια επιστολή σ’ αυτούς λόγω της μεγάλης αγάπης που έτρεφε γι’ αυτούς και λόγω της επιθυμίας του να κάνη ό,τι μπορούσε για να βοηθήση τον λαό του να εξακολουθήση να υπακούη πιστά στον Θεό τους τον Ιεχωβά. Όπως ανέφερε πολύ κατάλληλα ο Χενγκστενμπέργκ, λόγιος της Βίβλου, τον δέκατο ένατο αιώνα:
«Μιλεί όπως ένας πατέρας μιλεί στα παιδιά του από την επιθανάτιο κλίνη του. Τα λόγια είναι ζωηρά, θεόπνευστα, εντυπωσιακά. Αναπολεί όλα τα σαράντα χρόνια που περιεπλανήθησαν στην έρημο, υπενθυμίζει στον λαό όλες τις ευλογίες που έλαβαν, την αγνωμοσύνη με την οποία τόσο συχνά ανταποκρίθηκαν σ’ αυτές τις ευλογίες, τις κρίσεις του Θεού και την αγάπη που συνεχώς ανέβλυζε πίσω τους· εξηγεί τους νόμους επανειλημμένως και προσθέτει ό,τι χρειάζεται για να τους συμπληρώση, και ποτέ δεν κουράζεται να τους παροτρύνη να δείχνουν υπακοή με τα πιο θερμά και εμφατικά λόγια, διότι με την υπακοή συνεδέετο η ίδια η ζωή του έθνους· εξετάζει προσεκτικά όλες τις αναταραχές και τις διαμάχες τις οποίες πέρασαν και, κρίνοντας το μέλλον από το παρελθόν, σκιαγραφεί επίσης τη μελλοντική ιστορία του έθνους και βλέπει, με λύπη ανάμιχτη με χαρά, πώς τα τρία μεγάλα χαρακτηριστικά του παρελθόντος—δηλαδή, η αποστασία, η τιμωρία και η συγγνώμη—θα εξακολουθούν να επαναλαμβάνονται στο μέλλον.»—Η Πεντάτευχος, Τόμ. 8, σελ. 276, Κάιλ και Ντέλιτζ.
ΟΙ ΟΛΟΚΑΡΔΙΕΣ ΕΚΚΛΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ
Ο τρόπος με τον οποίον ο Μωυσής εκφράζει στο Δευτερονόμιο την απαγόρευσι της βρώσεως αίματος, δείχνει πόσο έντονα αισθανόταν ο Μωυσής για την εκ μέρους του Ισραήλ τήρησι των νόμων του Θεού, οι οποίοι είχαν δηλωθή προηγουμένως: «Μόνον άπεχε ισχυρώς από του να φάγης το αίμα· διότι το αίμα είναι η ζωή· και δεν δύνασαι να φάγης την ζωήν μετά του κρέατος. Δεν θέλεις τρώγει αυτό· . . . Δεν θέλεις τρώγει αυτό.» Τέσσερις φορές επαναλαμβάνει αυτή την απαγόρευσι.—Δευτ. 12:23-25.
Επειδή ο Μωυσής έτρεφε τόσο έντονα αισθήματα για τα διάφορα ζητήματα, τον βρίσκομε συχνά να επαναλαμβάνη αυτά τα πράγματα, όπως ακριβώς έκανε και ο απόστολος Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή, στα εδάφια 1 Ιωάννου 4:8, 16. Παραδείγματος χάριν, ο Μωυσής παροτρύνει τους γονείς να διδάσκουν τον νόμο του Θεού στα παιδιά τους όταν κάθωνται, όταν περπατούν, όταν ξαπλώνουν και όταν εγείρωνται (Δευτ. 6:7· 11:19), τους υπενθυμίζει ότι ο Θεός τους έδωσε το μάννα για να τους ταπεινώση (Δευτ. 8:2, 3, 16) και θέτει ενώπιον του λαού του τη ζωή και τον θάνατο.—Δευτ. 30:15, 19.
Θα μπορούσε να λεχθή ότι οι ομιλίες που περιέχονται στο βιβλίο του Δευτερονομίου είναι η «επί του Όρους Ομιλία» του Μωυσέως. Πράγματι, το βιβλίο του Δευτερονομίου «υποκινείται από μια επιθυμία για διδασκαλία όμοια της οποίας δεν βρίσκομε σε κανένα άλλο βιβλίο των Εβραϊκών Γραφών. Και καθώς παρατηρούμε τη θέρμη, τη ζωηρότητα, την ολοκάρδια έκκλησι, το βαθύ ενδιαφέρον του Μωυσέως για τον λαό του, για την πνευματική και κοσμική ευημερία των, καθώς επίσης και τα δύο σημεία στα οποία κάνει μνεία για το ότι δεν του επιτρέπεται να εισέλθη στη Γη της Επαγγελίας, σε ποιο συμπέρασμα μπορούμε να φθάσωμε; Ότι απολύτως κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο τον Μωυσή δεν θα μπορούσε να έχη γράψει ένα τέτοιο συγκινητικό σύγγραμμα, ότι απλώς κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να είχε προσποιηθή ότι κατέχεται από όλα αυτά τα αισθήματα. Πράγματι, το να ισχυρισθή κανείς, όπως κάνουν πολλοί θεολόγοι του Χριστιανικού κόσμου, ότι το Δευτερονόμιο είναι μια ευσεβής απάτη, δεν είναι μόνο τελείως αβάσιμο, αλλά είναι και παράλογο!
Η ΠΡΩΤΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ
Πιστεύεται γενικά ότι το Δευτερονόμιο περιέχει κυρίως τέσσερις ομιλίες. Η πρώτη περιλαμβάνεται στα κεφάλαια 1 μέχρι 4. Σ’ αυτή την ομιλία ο Μωυσής ανασκοπεί το ότι διώρισε κριτές για να τον βοηθούν να κρίνη τον λαό και τις οδηγίες που τους έδωσε να κρίνουν χωρίς μεροληψία. Αναφέρει επίσης την άσχημη έκθεσι των κατασκόπων και το στασιασμό που προκάλεσε αυτή η έκθεσις.
Κατόπιν, ανασκοπεί τα ταξίδια του Ισραήλ από το Όρος Σινά στις πεδιάδες Μωάβ και τους υπενθυμίζει τις νίκες που είχαν καθ’ οδόν. Στο 4ο κεφάλαιο νουθετεί τον λαό του να μη λησμονήση τους νόμους του Θεού, και τους λέγει ότι η τήρησις αυτών των νόμων θα τους έκανε γνωστούς για τη σοφία τους. Επίσης, τους προειδοποιεί να μην κατασκευάζουν είδωλα, επειδή δεν είδαν καμμιά αναπαράστασι την ημέρα που ο Ιεχωβά τους μίλησε στο Όρος Σινά. Τονίζει την προειδοποίησί του με τα εξής λόγια: «Ιεχωβά ο Θεός σου είναι πυρ καταναλίσκον, Θεός απαιτών αποκλειστικήν αφοσίωσιν.»—Δευτ. 4:24, ΜΝΚ.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ
Η δεύτερη ομιλία του Μωυσέως καλύπτει τα κεφάλαια 5 μέχρι 26. Σ’ αυτή την ομιλία, ο Μωυσής παροτρύνει υπακοή στη μεγάλη σειρά των νόμων του Θεού, μερικοί από τους οποίους είχαν δοθή προηγουμένως, όπως είναι οι νόμοι που σχετίζονται με τις τρεις ετήσιες εορτές και τις πόλεις του καταφυγίου, και άλλοι που αναφέρονται εδώ για πρώτη φορά. Αρχίζει με μια επανάληψι των Δέκα Εντολών. Συνεχίζοντας, τονίζει τη σπουδαιότητα του να γνωρίζουν τον Ιεχωβά Θεό και τους νόμους του, διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήση μόνον με άρτον. Οι Ισραηλίται έπρεπε να τοποθετήσουν αποσπάσματα του νόμου στους παραστάτες των θυρών τους· έπρεπε να εκπαιδεύουν τα παιδιά τους στον νόμο του Θεού πάντοτε, όταν περπατούσαν, όταν εκάθηντο ή όταν ήσαν ξαπλωμένοι. Οι ιερείς έπρεπε να διδάσκουν στον λαό τον νόμο του Θεού, και ο ίδιος ο βασιλεύς έπρεπε να κάνη ένα αντίγραφο του νόμου του Θεού και να το διαβάζη κάθε μέρα της ζωής του, ώστε να είναι ταπεινός και να κάνη αυτό που είναι ορθό.—Δευτ. 6:7-9· 17:14-20.
Οκτώ φορές σ’ αυτή τη δεύτερη ομιλία ο Μωυσής παροτρύνει τον λαό του να είναι πιστός και υπάκουος, έτσι ώστε να ευημερή. Ακόμη πιο συχνά, ο Μωυσής τονίζει ότι είναι αναγκαίο για τον λαό του Θεού ν’ αγαπά τον Θεό του τον Ιεχωβά: «Άκουε, Ισραήλ· Ιεχωβά ο Θεός ημών είναι είς Ιεχωβά. Και θέλεις αγαπά Ιεχωβά τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου.a Και επανειλημμένως υπενθυμίζει στο λαό του την αγάπη του Ιεχωβά γι’ αυτούς. Μια ωραία έκφρασις αυτού βρίσκεται στο Δευτερονόμιον 5:29: «Είθε να ήτο εις αυτούς τοιαύτη καρδία, ώστε να με φοβώνται και να φυλάττωσι πάντοτε τα προστάγματά μου, δια να ευημερώσιν αιωνίως, αυτοί και τα τέκνα αυτών.»b
Ο Μωυσής επίσης αγαπούσε τόσο πολύ τη δικαιοσύνη ώστε πολύ συχνά παρότρυνε τους κριτάς του λαού του Θεού να κρίνουν δίκαια, αμερόληπτα και ποτέ να μη δέχονται δώρα.—Δευτ. 1:16, 17, (πρώτη ομιλία)· 16:18· 24:17· 25:1.
Επί πλέον, ο Μωυσής επανειλημμένως παραγγέλλει στον λαό του να εκτιμούν όλες τις ευλογίες τους και να το δείχνουν αυτό με το να ευφραίνονται ενώπιον του Ιεχωβά. Έπρεπε ‘εξάπαντος να ευφραίνωνται.’ Πράγματι, σε μια επόμενη ομιλία προειδοποιεί μάλιστα ότι θα υποστούν συμφορά αιώνια ‘επειδή δεν ελάτρευσαν Ιεχωβά τον Θεόν των εν ευφροσύνη και εν αγαθότητι.’—Δευτ. 16:11, 14, 15· 28:47.
Παρατηρώντας την τάσι τους να λατρεύουν άλλους Θεούς, ο Μωυσής δεν παύει ποτέ να τους προειδοποιή εναντίον της αποστασίας και των ψευδοπροφητών. Η τιμωρία θα ήταν η εσχάτη των ποινών. Δεν έπρεπε να φείδονται μελών της οικογενείας των, ολόκληρες πόλεις μάλιστα έπρεπε να εξαλειφθούν αν ήσαν ένοχες αποδόσεως λατρείας σε ξένους Θεούς.—Δευτ. 5:7· 6:14· 7:4· 8:19· 11:16· 13:1-18· 17:1-7· 18:20-22.
Παρ’ όλες αυτές τις αυστηρές προειδοποιήσεις εναντίον της αποστασίας, η τρυφερή στοργή που εκδηλώνεται στη νομοθεσία που περιέχεται στο Δευτερονόμιο είναι μοναδική στα χρονικά της νομολογίας. Όταν ετοιμάζοντο για πόλεμο, ο άνδρας εκείνος που ήταν μνηστευμένος, πρόσφατα νυμφευμένος, ή εκείνος που είχε φυτεύσει αμπελώνα ή είχε κτίσει σπίτι, αλλά δεν είχε ακόμη την ευκαιρία ν’ απολαύση τους καρπούς του μόχθου του, απηλλάσσετο από τη στρατιωτική υπηρεσία για λίγο καιρό. Από μερικές απόψεις, θα μπορούσε να λεχθή ότι αρκετό μέρος του Δευτερονομίου προβλέπει τις καταστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αδικίες και δίνει εντολές για την αποφυγή τους.—Δευτ. 20:5-7· 24:5.
Ακόμη και τα πουλιά και τα ζώα δεν παραβλέπονται. Όταν ο Ισραηλίτης έπιανε ένα πτηνό που καθόταν πάνω στη φωλιά του, έπρεπε ν’ αφήση τη μητέρα να φύγη, ενώ θα μπορούσε να πάρη τα μικρά. Ο αγρότης δεν επετρέπετο να φράξη το στόμα ενός βοδιού που αλώνιζε. Όταν έκανε αλέτρι, δεν έπρεπε να ζεύξη έναν όνο μ’ ένα βόδι, διότι η διαφορά δυνάμεως θ’ απεδεικνύετο βαρύ φορτίο για τον ασθενέστερο όνο.—Δευτ. 22:6-10· 25:4.
Ο Μωυσής σ’ αυτή την ομιλία προειδοποιεί τους Ισραηλίτας να μη γίνουν υλιστές λόγω της ευημερίας και τους προειδοποιεί επίσης κατά της αμαρτίας της αυτοδικαιώσεως. Για ν’ αποφύγουν την αμαρτία της αποστασίας, δεν έπρεπε να συνάψουν γάμους με ειδωλολάτρες. (Δευτ. 3: 3, 4) Με έμφασι ο Μωυσής θέτει ενώπιον του Ισραήλ τις ευλογίες και τις κατάρες που θα έφερνε η πορεία που θ’ ακολουθούσαν. Προλέγει επίσης την έλευσι ενός προφήτου ομοίου με αυτόν, στον οποίο έπρεπε ν’ ακούη ο λαός, και η τιμωρία για την παράβασι αυτής της εντολής θα ήταν θάνατος. Ο απόστολος Πέτρος εφήρμοσε αυτή την προφητεία στον Ιησού Χριστό.—Δευτ. 18:15-19· Πράξ. 3:22, 23.
Η ΤΡΙΤΗ ΚΑΙ Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΙΛΙΑ
Στην τρίτη ομιλία του, ο Μωυσής δίνει εντολές σχετικά με τις ευλογίες και τις κατάρες που έπρεπε να εκφέρουν οι Λευίται δημοσίως όταν θα εισήρχοντο στη γη της Επαγγελίας. Έξη φυλές έπρεπε να σταθούν μπροστά στο Όρος Γαριζίν και να πουν «Αμήν» όταν οι Λευίται θα ετελείωναν την απαγγελία των ευλογιών του Ιεχωβά επάνω σ’ εκείνους που θα τον υπηρετούσαν πιστά και θα υπήκουαν στους νόμους του. Και οι άλλες έξη φυλές έπρεπε να σταθούν μπροστά στο Όρος Εβάλ και να πουν «Αμήν» όταν οι Λευίται θα εξέφεραν τις κατάρες επάνω σ’ εκείνους που θα παρήκουαν τους νόμους του Θεού σχετικά με τη λατρεία και τα ήθη. Ο Μωυσής, που δεν ήταν ακόμη ευχαριστημένος με αυτή την απαρίθμησι, αναπτύσσει ακόμη περισσότερο το θέμα των ευλογιών για εκείνους που θα ενεργούσαν ορθά και των καταρών για εκείνους που θα έδειχναν ανυπακοή. Αυτές οι ευλογίες και οι κατάρες απεδείχθησαν προφητικές.—Δευτ. 27:1 έως 28:68.
Ο Μωυσής αρχίζει την τετάρτη ελκυστική ομιλία του στην έρημο (κεφάλαια 29 και 30) επαναλαμβάνοντας τα θαύματα που εξετέλεσε ο Ιεχωβά προς όφελός τους, περιλαμβανομένου και ενός κατά το οποίο «τα ιμάτιά σας δεν επαλαιώθησαν επάνω σας, και το υπόδημά σου δεν επαλαιώθη εις τον πόδα σου.» (Δευτ. 29:5) Ο Μωυσής τότε συνάπτει μια διαθήκη μεταξύ του Ιεχωβά Θεού και του λαού του που ήταν συναθροισμένος εκεί και προειδοποιεί εναντίον των καταστρεπτικών αποτελεσμάτων της ανυπακοής. Ωστόσο, λέγει επίσης ότι όταν μετανοούσαν ο Ιεχωβά πάλι θα τους αποκαθιστούσε στην εύνοιά του, κι έτσι, με βάσι αυτή την προφητεία, θέτει ενώπιον τους την εκλογή: «Διαμαρτύρομαι προς εσάς σήμερον τον ουρανόν και την γην, ότι έθεσα ενώπιον σας την ζωήν και τον θάνατον, την ευλογίαν και την κατάραν· δια τούτο εκλέξατε την ζωήν, δια να ζήτε συ και το σπέρμα σου· δια να αγαπάς Ιεχωβά τον Θεόν σου, δια να υπακούσης εις την φωνήν αυτού, και δια να ήσαι προσηλωμένος εις αυτόν διότι τούτο είναι η ζωή σου και η μακρότης των ημερών σου.»—Δευτ. 30:19, 20.
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ
Ο Μωυσής, που είναι τώρα 120 ετών, ενθαρρύνει τον λαό του να περάση τον Ιορδάνη και να καταλάβη τη Γη της Επαγγελίας. «Ανδρίζεσθε και θαρρείτε, μη φοβείσθε μηδέ δειλιάτε από προσώπου αυτών· διότι Ιεχωβά ο Θεός σου, αυτός είναι ο πορευόμενος μετά σου.» Ενθαρρύνει τον Ιησού με παρόμοια λόγια και, κατόπιν, παραγγέλλει ότι κάθε έβδομο έτος πρέπει να γίνεται μια συνέλευσις, στην οποία ν’ αναγινώσκεται ο νόμος του Θεού εις επήκοον των ανδρών, των γυναικών, και των παιδιών. Κατόπιν ακολουθεί μια προφητεία που προλέγει την αποστασία του Ισραήλ, έχοντας υπ’ όψι τον τρόπο αποστασίας στην έρημο: «Διότι εγώ εξεύρω την απείθειάν σου και τον τράχηλόν σου τον σκληρόν. Ιδού, ενώ είμαι ζων με σας σήμερον, ηπειθήσατε εις τον Ιεχωβά· πόσω δε μάλλον μετά τον θάνατον μου;» Έχοντας υπ’ όψιν αυτή την προφητεία, πρέπει κανείς από τους Ιουδαίους ν’ απορή που ο λαός του γενικά απέρριψε τον μεγαλύτερο Μωυσή, τον Ιησού Χριστό, τον Μεσσία τους;—Δευτ. 31:1-30.
Κατόπιν, ο Μωυσής, με μια υπέροχη ωδή, εξυμνεί τη μεγαλωσύνη του Ιεχωβά: «Αυτός είναι ο Βράχος, τα έργα αυτού είναι τέλεια· διότι πάσαι αι οδοί αυτού είναι κρίσις· Θεός πιστός, και δεν υπάρχει αδικία εν αυτώ· δίκαιος και ευθύς είναι αυτός.» Σχολιάζει ότι η εκδίκησις ανήκει στον Ιεχωβά και κατόπιν αναφωνεί, «Ευφράνθητε, έθνη, μετά του λαού αυτού.» Ο Μωυσής τελειώνει εκφέροντας ευλογία επάνω σ’ όλες τις φυλές, με εξαίρεσι τη φυλή του Συμεών.—Δευτ. 32:1-33:29.
Το βιβλίο τελειώνει με τις λεπτομέρειες του θανάτου του Μωυσέως· είναι πολύ πιθανόν αυτό το τελευταίο μέρος να εγράφη είτε από τον Ιησού του Ναυή είτε από τον Ελεάζαρ τον αρχιερέα. «Δεν ημαυρώθησαν οι οφθαλμοί αυτού του Μωυσέως, ουδέ ηλαττώθη η δύναμις αυτού.» Ο λαός του τον πένθησε επί τριάντα μέρες, διότι «δεν ηγέρθη πλέον εν τω Ισραήλ προφήτης ως ο Μωυσής, τον οποίον εγνώρισεν ο Ιεχωβά πρόσωπον προς πρόσωπον.»—Δευτ. 34:1-12, ΜΝΚ.
Σήμερα ο αφιερωμένος λαός του Ιεχωβά βρίσκεται σε όμοια κατάστασι μ’ εκείνη των Ισραηλιτών στις πεδιάδες του Μωάβ. Καλά θα κάνωμε, λοιπόν, κι εμείς να βάλωμε στην καρδιά μας τις αλήθειες και τις νουθεσίες που έδωσε ο Μωυσής στους Ισραηλίτας. Κατ’ αρχήν, πρέπει πάντοτε να γνωρίζωμε ότι ο άνθρωπος δεν ζη μόνο με άρτον, αλλά με όλους τους λόγους που εξέρχονται από το στόμα του Ιεχωβά. Γνωρίζομε πολύ καλά ότι ο Ιεχωβά ο Θεός μας είναι ένας Ιεχωβά και ότι πρέπει να τον αγαπούμε με όλη την καρδιά μας, την ψυχή και τη δύναμί μας, διότι είναι ένας Θεός που απαιτεί αποκλειστική αφοσίωσι. Επί πλέον, είναι ένας Θεός ο οποίος είναι πυρ καταναλίσκον και στον οποίον μόνο ανήκει η εκδίκησις. Επίσης, παρηγορούμεθα από το γεγονός ότι όλα τα έργα αυτού είναι τέλεια και δίκαια. Αληθινά, η τήρησις των εντολών του σημαίνει ζωή, ενώ η παρακοή σημαίνει θάνατο.
Ευφραινόμεθα πολύ σε κάθε έργο μας λόγω της αγαθότητος του Ιεχωβά προς εμάς και προσκαλούμε ανθρώπους από όλα τα έθνη να ευφρανθούν μαζί μας. Πολύ κατάλληλα έχουν λεχθή τα εξής: «Ας υποταχθή ο άνθρωπος του εικοστού αιώνος κάτω από την εξουσία του Θεού σε κάθε τομέα της ζωής του, και θ’ αρχίση ν’ αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα του Δευτερονομίου.»
[Υποσημειώσεις]
b Βλέπε επίσης Δευτερονόμιον 7:8· 10:15· 23:5.