Γιατί ο Παντοκράτωρ Θεός Γελά με τα Έθνη
«Ο Καθήμενος εν ουρανοίς θέλει γελάσει· ο Ιεχωβά θέλει εκμυκτηρίσει αυτούς.»—Ψαλμ. 2:4, ΜΝΚ.
1. Ποιο ευχάριστο πράγμα είναι τώρα καιρός να κάμη ο Θεός, και ποια ερωτήματα εγείρονται για μας σχετικά μ’ αυτό;
ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΤΕ ένα καλό γέλιο; Η ικανότης τού να γελά κανείς είναι ένα από τα αναρίθμητα πράγματα που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από τα ζώα, τα πουλιά και τα ψάρια. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να κάνη ένα από τα πράγματα που μπορεί να κάνη ο Δημιουργός του, και αυτό είναι το να γελά. Τώρα είναι καιρός για να γελάση ο Θεός. Μήπως γελά με σας; Ή, μήπως σεις γελάτε μ’ αυτόν; Πώς μπορείτε να γνωρίζετε ποιο από τα δύο συμβαίνει; Τι είναι εκείνο που κάνει τον Θεό, τον Δημιουργό σας, να ευθυμή και του προκαλεί γέλωτα; Τι θα εσήμαινε το να γελά ο Θεός με μας; Αντί να γελά ο Δημιουργός μας με μας, πώς μπορούμε ν’ απολαμβάνωμε σήμερα ένα καλό γέλιο μαζί του και ν’ απομακρύνωμε τις στενοχώριες που έχει τάσι να προξενή η παγκόσμιος κατάστασις;
2, 3. Γιατί τα έθνη δεν θεωρούν την παγκόσμιο κατάστασι και την προοπτική για το μέλλον ζήτημα γέλωτος;
2 Κανένα από τα έθνη της γης δεν θεωρεί ότι είναι ζήτημα γέλωτος, η παρούσα παγκόσμιος κατάστασις και η προοπτική για το μέλλον. Σεις θα γελούσατε, θα μπορούσατε να γελάσετε, όταν η ευημερία των εμπορικών επιχειρήσεων (ό,τι υπάρχει απ’ αυτήν) απειλήται συνεχώς και είναι τόσο αβεβαία εξαιτίας των ασταθών θεμελίων; Όταν η δαπάνη λειτουργίας των κυβερνήσεων και τα φορτία του εθνικού χρέους αυξάνουν; Όταν ο αυξανόμενος αριθμός εθνών δεν μπορούν να συνυπάρχουν ως μια μεγάλη, στενά ενωμένη οικογένεια και όταν εθνικοί όμιλοι είναι όλοι καχύποπτοι μεταξύ των, και αμιλλώνται σε ανταγωνισμούς, εξοπλίζωνται στρατιωτικά εναντίον αλλήλων, καταπιέζουν το ένα έθνος το άλλο, φέρνουν σε αμηχανία το ένα το άλλο, κατασκοπεύουν το ένα το άλλο, προσπαθώντας ν’ αποκτήσουν υπεροχή το ένα επί του άλλου; Όταν η δυσαρέσκεια των λαών αυξάνη και απλώνεται έτσι ώστε οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να κρατήσουν κάτω από έλεγχο τους λαούς; Όταν δεν μπορή ένας να εμπιστεύεται στη δικαιοσύνη των ανθρώπων οι οποίοι ασκούν εξουσία και δεν μπορή να βασισθή στη νομιμοφροσύνη των δημοσίων λειτουργών και των υφισταμένων των; Όταν ο επιβλητικός σεβασμός για τη νόμιμη εξουσία ελαττώνεται και η προσφυγή στη βία γίνεται συχνότερα και ο ρυθμός της διαπράξεως εγκλημάτων επιταχύνεται;
3 Αλλά είναι, πράγματι, ζήτημα γέλωτος, όταν ο αγών κατά της ενδείας γίνεται ολοένα πιο σκληρός για τις κυβερνήσεις; Όταν τα μέσα του σαρκικού πολέμου γίνωνται πιο φρικτά; Όταν ο πυρηνικός πόλεμος συγκρατήται μόνο από τον φόβο τού να εφαρμοσθούν τα όμοια μέσα ως αντίποινα και να προκληθή το ναυάγιο του πολιτισμού και η καταστροφή όλων των κατοίκων της γης; Όταν οι θρησκευτικοί περιορισμοί δεν έχουν πια καμμιά δύναμι ν’ αποτρέψουν τους ανθρώπους από το να διαπράττουν οποιουδήποτε είδους κακό; Όχι· όταν τα παρατηρήσουμε αντικειμενικά, όλ’ αυτά δεν αποτελούν καθόλου ζήτημα γέλωτος.
4. Ποιοι έχουν οδηγήσει τα έθνη σ’ αυτή την κατάστασι πραγμάτων, και γιατί όλ’ αυτά ήσαν τόσο περιττά;
4 Είτε είναι εξέχοντες υλισταί είτε όχι, όλοι οι άνθρωποι θα συμφωνήσουν ότι τα έθνη έχουν οδηγηθή μόνα των σε μια τέτοια κατάστασι πραγμάτων. Η γραπτή ιστορία του ανθρώπου ως τη σημερινή εποχή μάς το λέγει αυτό. Αλλά όλ’ αυτά ήσαν τόσο περιττά! Γιατί αυτό; Διότι ένα παγκόσμιο φάρμακο έχει ετοιμασθή και προσφερθή, και τα έθνη αρνούνται να το δεχθούν κι έτσι να βρουν τη μόνη διέξοδο. Το ζήτημα θα ήταν αστείο, αν δεν ήταν τόσο σοβαρό.
5. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, γιατί όλα τα έθνη δεν υπήρξαν σοφά στην πορεία ενεργείας των;
5 Με την πορεία που έχουν ακολουθήσει τα έθνη αποδεικνύουν ότι δεν είναι σοφά. Ανέλαβαν μόνα των να δώσουν λύσι στα προβλήματά των. Ασφαλώς δεν αποβλέπουν στον ουρανό. Στηρίζονται στη σοφία των ιδικών των σοφών ανδρών, πολιτικών και διπλωματών. Αλλά πού τους ωδήγησε αυτή η τακτική ως αυτό το έτος 1969; Στο χείλος της αυτοκαταστροφής, όχι απλώς μέσω πολέμου αλλά και με διάφορα άλλα ισχυρά μέσα. Δεν είναι διατεθειμένα ν’ αλλάξουν πορεία. Είναι πάρα πολύ υπερήφανα, έχουν πάρα πολλή αυτοπεποίθησι, ενδιαφέρονται πάρα πολύ για τη δική των εθνικότητα και κυριαρχία, είναι πάρα πολύ σοφιστικοί και «ρεαλιστικοί» για ν’ αποβλέψουν πέραν από ό,τι είναι ορατό και υλικό για τη βοήθεια που έχουν ανάγκη. Αποβλέπουν στα δημιουργήματα αντί στον ίδιο τον Δημιουργό. Τι δείχνει σήμερα ότι τα έθνη πιστεύουν σ’ ένα Δημιουργό; Αγνοείται ο Δημιουργός, Εκείνος ο οποίος διετήρησε όλο το σύμπαν σε καλή τάξι και για δικό μας όφελος στη γη. Σε σύγκρισι με ολόκληρο το σύμπαν, η γη μας, η οποία αποτελεί μέρος του, είναι τόσο μικροσκοπική! Είναι λογικό, λοιπόν, ότι η γη μας δεν μπορεί να παρουσιάση σ’ αυτόν ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα για διευθέτησι.
6. Στο μέλλον πρόκειται να έχουν τα έθνη μια αιφνιδία έκρηξι πίστεως στον Δημιουργό, κι εν τούτοις τι είναι λογικό να πιστεύωμε σχετικά με αυτόν;
6 Εφόσον η επιστήμη της ύλης είναι ο Θεός των εθνών σ’ αυτόν τον Αιώνα του Εγκεφάλου, δεν έχουν πίστι σ’ ένα αόρατο Παντοκράτορα Θεό. Αν δεν έχουν πίστι σ’ Αυτόν τώρα, πώς μπορούμε ν’ αναμένωμε μια αιφνιδία έκρηξι πίστεως εκ μέρους των εθνών στο προσεχές μέλλον, όταν θα έλθουν χειρότερα και θα υποχρεωθούν ν’ αναγνωρίσουν ότι είναι αβοήθητοι αυτοί οι ίδιοι καθώς και η σύγχρονος επιστήμη; Κι’ εν τούτοις είναι απλώς λογικό να πιστεύωμε ότι ο Δημιουργός της γης και του ανθρώπου επάνω σ’ αυτήν θα είχε ένα φάρμακο για τα παθήματα του ανθρώπου, ένα κατάλληλο φάρμακο, το μόνο φάρμακο. Επί δεκαεννέα τουλάχιστον αιώνες τα έθνη είχαν τον τρόπο να μάθουν ότι ο Δημιουργός, ο αληθινός Θεός, έχει πράγματι το μόνο φάρμακο που χρειάζονται.
7. Γιατί σ’ αυτή την περίπτωσι δεν μπορεί να υπάρξη καμμιά συνύπαρξις μεταξύ Θεού και ανθρώπου, με το να πράττουν ο καθένας το δικό του αντίστοιχο θέλημα ο ένας στο πλευρό του άλλου;
7 Εν τούτοις, όταν τα έθνη εξακολουθούν ν’ απορρίπτουν με πείσμα την προμήθεια του Θεού, τι μπορούμε ν’ αναμένωμε κανονικά ότι θα προέκυπτε απ’ αυτό; Τίποτε λιγώτερο από το ότι τα έθνη θα εναντιώνοντο στον Δημιουργό Θεό, θα εμάχοντο εναντίον Του κι εναντίον των μέσων που χρησιμοποιεί για να σώση την ανθρωπίνη φυλή. Αυτό είναι σύμφωνο με τον κανόνα που ετέθη πριν από δεκαεννέα και πλέον αιώνες από ένα σοφόν άνθρωπο τον οποίο ο «Χριστιανικός κόσμος» ισχυρίζεται ότι αναγνωρίζει ως «τον Υιόν του Θεού»: «Όστις δεν είναι μετ’ εμού, είναι κατ’ εμού· και όστις δεν συνάγει μετ’ εμού, σκορπίζει.» (Ματθ. 12:30) Αν ένας άνθρωπος προτιμά και εκλέγη τα δικά του σχέδια και απορρίπτη τη διευθέτησι του Θεού, πώς μπορεί να κάμη το θέλημα του Θεού και να εργάζεται ειρηνικά με τον Θεό; Δεν μπορεί να το πράξη αυτό. Δεν υπάρχει χώρος για απλή συνύπαρξι σ’ αυτή την περίπτωσι, με το να πράττουν ο Θεός και ο άνθρωπος ο καθένας το αντίστοιχο θέλημά του ο ένας στο πλευρό του άλλου. Το θέλημα του Θεού επηρεάζει κάθε άνθρωπο χωρίς εξαίρεσι. Έτσι πώς θα μπορούσε ένας ιδιοτελής άνθρωπος να κάμη οτιδήποτε άλλο εκτός από το να εργάζεται χωριστά από τον Θεό, να διαφέρη από τον Θεό και, στην πραγματικότητα, να μάχεται εναντίον του Θεού; Θέτει τον εαυτό του επάνω από τον Θεό ως σοφώτερος από τον Θεό και πιο ικανός, γνωρίζοντας καλύτερα τι είναι το κάλλιστο γι’ αυτόν τον ίδιο. Η ανθρωπίνη ιστορία και η πείρα αποδεικνύουν ότι αυτό είναι γεγονός.
8. Πώς η κοσμική ανθρωπίνη ιστορία παραβάλλεται με τη θεόπνευστη ιστορία, την Αγία Γραφή;
8 Η κοσμική ανθρωπίνη ιστορία έχει γραφή από μη θεοπνεύστους ανθρώπους αυτού του κόσμου. Αυτοί δεν θα ετόνιζαν ότι ο Θεός είχε μια ακριβή ιστορία γραμμένη από ανθρώπους τους οποίους αυτός ενέπνευσε, για να προμηθεύσουν μια προειδοποίησι που θα έπρεπε να προσέξη το ανθρώπινο γένος. Εν τούτοις, μια ιστορία αυτού του είδους, μια ιστορία εμπνευσμένη από τον Θεό και γραμμένη μέσω πιστών ανθρώπων που ήσαν στην υπηρεσία του, υπάρχει πράγματι και βρίσκεται μέσα στην Αγία Γραφή, τα Ιερά Γράμματα. Η Αγία Γραφή είναι μια ιστορία για τον άνθρωπο, η οποία εκθέτει την πολιτεία του Θεού μ’ αυτόν έως πριν από χίλια εννεακόσια χρόνια. Επίσης, προφητεύει σχετικά με την περαιτέρω πολιτεία του Θεού με τον άνθρωπο ύστερ’ από την εποχή εκείνη έως την εποχή μας και για χίλια χρόνια στο μέλλον. Ασφαλώς είναι υψίστης σπουδαιότητος για τον άνθρωπο να γνωρίζη τι έπραττε ο Δημιουργός Θεός στη διάρκεια των χιλιάδων ετών της ιστορίας του ανθρώπου. Αυτό ακριβώς πραγματεύεται ειδικά το γραπτό του Βιβλίο, η Αγία Γραφή. Η ανθρωπίνη, κοσμική ιστορία δεν το πράττει αυτό. Εξυψώνει τον άνθρωπο, όχι τον Θεό.
9. Σε ποιο αξιοσημείωτο γεγονός βρίσκεται η σπουδαιότης της Αγίας Γραφής, και πώς θ’ αποφύγωμε να κάνωμε τον Θεό να γελάση μαζί μας;
9 Η Αγία Γραφή αποκαλύπτει ότι ο Δημιουργός Θεός επολιτεύθη ατομικώς με ανθρώπους, ατομικώς με οικογένειες και με ολόκληρα έθνη. Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο ιστορίας του παρελθόντος, νεκράς ιστορίας, η οποία σήπεται στον τάφο επί χίλια εννεακόσια χρόνια τώρα. Αντιθέτως, απ’ αυτή την αρχή της η Αγία Γραφή υπήρξε πάντοτε ένα βιβλίο που βλέπει προς τα εμπρός, και αυτό οφείλεται στο ότι υπήρξε ένα κατ’ εξοχήν βιβλίο θείας προφητείας. Εκτός από τις άμεσες προφητείες της για το μέλλον, πολλά από τα γεγονότα, για τα οποία η Αγία Γραφή κρατεί υπόμνημα, έχουν καταχωρηθή διότι είναι προφητικές εξεικονίσεις μελλοντικών γεγονότων, από τα οποία δεν αποκλείονται τα γεγονότα της εποχής μας. Σ’ αυτό το αξιοσημείωτο γεγονός βρίσκεται η ζωτική σπουδαιότης της Αγίας Γραφής. Είναι το Βιβλίο που δεν τολμούμε να παραβλέψωμε ή να παραμερίσωμε σήμερα. Δεν έχομε την πρόθεσι να το πράξωμε αυτό στη συζήτησί μας εδώ, μολονότι τα έθνη το έχουν πράξει προς σύγχυσί των. Εμείς, με το να μη αγνοήσωμε, αλλά να προσέξωμε την θεόπνευστη, προφητική Γραφή, δεν θα γίνωμε αντικείμενο γέλωτος στον Θεό. Δεν θα κάνωμε τον Θεό να γελάση μαζί μας, όπως τώρα γελά με τα έθνη του κόσμου.
Ο ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΩΡ ΘΕΟΣ ΕΧΕΙ ΓΕΛΑΣΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
10. Πριν από δεκαεννέα αιώνες όταν ο Θεός είχε γελάσει πολύ με τα έθνη, ποια πόλις εφαίνετο με εξέχοντα τρόπο στις παγκόσμιες υποθέσεις, και σε ποιο τμήμα μερικοί άνθρωποι εσκέφθησαν ότι ήταν καιρός για μια αλλαγή;
10 Πριν από δεκαεννέα αιώνες ο Παντοκράτωρ Θεός είχε γελάσει πολύ με τα έθνη της εποχής εκείνης. Αυτό συνέβη σχετικά με την πιο μεγάλη μάχη του ανθρώπου κατά του Θεού σ’ όλη την ανθρωπίνη ιστορία ως την εποχή εκείνη. Εξαιτίας της προφητικής του σημασίας γι’ αυτή την ίδια τη δική μας εποχή, ας στραφούμε τώρα στη Βιβλική αφήγησι αυτού του γεγονότος και κατόπιν ας το παρατάξωμε μαζί με τη σειρά γεγονότων της ιστορίας του εικοστού αιώνος. Όπως ακριβώς στη δική μας εποχή, έτσι η πόλις της Ρώμης, εφαίνετο με εξέχοντα τρόπο στις ειδήσεις της ημέρας τον πρώτον αιώνα μ.Χ. Δεν υπήρχε τότε Πόλις του Βατικανού στο μέσον της Ρώμης που να κυριαρχή στην παγκόσμια επικράτεια του Ρωμαιο-Καθολικισμού. Ο ειδωλωλάτρης αυτοκράτωρ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εξακολουθούσε να είναι ο Μέγας Ποντίφιξ στους θρησκευτικούς κύκλους, και σ’ αυτή την ιδιαίτερη εποχή ο αυτοκράτωρ ο οποίος υπηρετούσε και ως ποντίφιξ ήταν ο Τιβέριος Καίσαρ, ο διάδοχος του Αυγούστου Καίσαρος, ο οποίος είχε πεθάνει στις 19 Αυγούστου του έτους 14 μ.Χ. Ήταν ο καιρός για μια αλλαγή. Τουλάχιστον έτσι ενόμιζε ένας μικρός όμιλος ανθρώπων που ευρίσκετο σ’ ένα θύλακα του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία περιεκύκλωνε τότε την Μεσόγειο Θάλασσα. Μια αλλαγή πράγματι ήλθε—και επρόκειτο να επηρεάση την εποχή μας.
11. Πού και από ποιον άρχισε να διακηρύττεται τότε μια νέα κυβέρνησις;
11 Από την έρημο εκεί κάτω στη Μέση Ανατολή ήλθε μια φωνή που διεκήρυσσε μια νέα κυβέρνησι. Ήταν η φωνή ενός ανθρώπου από την έρημο. Το όνομά του είχε ευγενική σημασία, διότι εσήμαινε «Ο Γιάχ Είναι Αγαθός.» (Λουκ. 1:59-80) Ήταν το δέκατο πέμπτο έτος της βασιλείας του Αυτοκράτορος Τιβερίου Καίσαρος, ή η άνοιξις του 29 μ.Χ., που αυτός ο άνθρωπος από την έρημο, ο οποίος ωνομάζετο Ιωάννης, άρχισε να εξαγγέλλη αυτή τη νέα κυβέρνησι. (Λουκ. 3:1, 2) Ο Ιωάννης ήταν ο γυιός ενός ιερέως, αλλά δεν αναφέρεται πουθενά ότι αυτός υπηρέτησε ποτέ ως ιερεύς όπως ο πατέρας του στο ναό στην Ιερουσαλήμ, τη θρησκευτική πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Ιουδαίας. Ο Θεός του Ιωάννου, ο αγαθός Γιάχ ή Ιεχωβά, είχε ένα πιο σπουδαίο έργο γι’ αυτόν να κάμη από το να υπηρετή σ’ ένα επίγειο, υλικό ναό. Ο Ιεχωβά Θεός είχε για ειδικό σκοπό εγείρει αυτόν τον Ιωάννη για να ενεργήση ως κήρυξ και πρόδρομος του άρχοντος της νέας κυβερνήσεως. Έτσι στον ωρισμένο καιρό του Θεού ο Ιωάννης είχε κάμει την εμφάνισί του στη δημοσία σκηνή και άρχισε να εξαγγέλλη: «Επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών.» (Ματθ. 3:1, 2) Εφόσον αυτή η βασιλεία επρόκειτο να είναι «των ουρανών,» υπέσχετο να είναι μια δικαία κυβέρνησις, την οποία οι άνθρωποι την εποχή εκείνη εχρειάζοντο εξίσου όπως κι εμείς σήμερα.
12. Ποιό ερώτημα θέτουν οι άνθρωποι σχετικά με μια κυβέρνησι «των ουρανών,» αλλά τι εννοούσε ο Ιωάννης με τις λέξεις η «βασιλεία των ουρανών»;
12 «Αλλά πώς μπορούν να κυβερνήσουν οι ουρανοί;» πιθανόν να ερωτήσουν σκληροκέφαλοι, υλισταί άνθρωποι της εποχής μας. Αλλά, αν εδιάβαζαν την Αγία Γραφή, θα διεπίστωναν γρήγορα πώς «οι ουρανοί» εξεφράσθησαν στο παρελθόν μ’ ένα τρόπο που συνεκλόνισε τον κόσμο και θα το πράξουν πάλι στο μέλλον που προσεγγίζει γοργά. Το ότι ο άνθρωπος εξακοντίζει στο εξωτερικό διάστημα πυραύλους δεκαεπτά τόννων δεν δίνει σ’ αυτόν εξουσία ή υπεροχή επάνω «στους ουρανούς» για τους οποίους ωμίλησε ο Ιωάννης. Ο άνθρωπος σήμερα σκέπτεται τους ουρανούς χωρίς να λάβη υπ’ όψιν του τον Θεό, αλλά με τη χρήσι της θεοπνεύστου εκφράσεως «οι ουρανοί,» ο Ιωάννης εννοούσε τον Παντοκράτορα Θεό. Η «βασιλεία των ουρανών» που εξήγγελλε ήταν «η βασιλεία του Θεού.» Γι’ αυτό αυτή η βασιλεία έπρεπε να είναι μια καλή, δικαία, τελεία κυβέρνησις. Γι’ αυτό οι άνθρωποι έπρεπε να είναι προετοιμασμένοι για την έλευσι αυτής της κυβερνήσεως. Σε αρμονία μ’ αυτό το γεγονός, ο Παντοκράτωρ Θεός απέστειλε τον Ιωάννη να βυθίζη ή να καταδύη στο ύδωρ σωματικώς τους ανθρώπους, οι οποίοι μετανοούσαν για τα αμαρτήματα που είχαν διαπράξει κατά του Παντοκράτορος Θεού.—Ματθ. 3:4-6· Μάρκ. 1:4-15.
13. Πώς ο Βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ αναγκάσθηκε ν’ αναγνωρίση ότι η διακυβέρνησις «των ουρανών» ήταν πραγματική και προσωπικού χειρισμού;
13 Όχι, πράγματι! Η «βασιλεία, των ουρανών» που εκήρυττε ο Ιωάννης δεν ήταν καθόλου μια φανταστική κυβέρνησις, αλλά ήταν μια κυβέρνησις ακριβώς τόσο πραγματική και «ακτιβιστική» (ενεργός) και προσωπικού χειρισμού όσο και οποιαδήποτε πολιτική κυβέρνησις της εποχής μας, στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μόσχα, το Πεκίνο, την Ουάσιγκτον, τη Ρώμη ή σε κάποιο άλλο μέρος της γης. Οι πολιτικοί άρχοντες οπαδοί της σκληράς τακτικής της εποχής μας ίσως να μη εκτιμούν αυτό το γεγονός, αλλά θ’ αναγκασθούν να το εκτιμήσουν πολύ σύντομα. Δεν είναι περισσότερο υπεράνθρωποι από όσο ήταν ο Ναβουχοδονόσορ, αυτοκράτωρ της Βαβυλώνας επί του Ευφράτου Ποταμού τον έβδομο και έκτο αιώνα π.Χ. Εν τούτοις, αυτός ο ισχυρός άρχων της Βαβυλωνιακής Αυτοκρατορίας είχε καταντήσει στο επίπεδο ενός κτήνους του αγρού επί επτά έτη ωσότου «γνωρίσης την ουράνιον εξουσίαν» όπως είπε σ’ αυτόν ο προφήτης Δανιήλ. Εδώ η έκφρασις ‘ουράνιος’ εσήμαινε το Υπέρτατον Ον, διότι, ακριβώς προτού ο Ναβουχοδονόσορ παταχθή με παραφροσύνη ομοία με του κτήνους, ελέχθη σ’ αυτόν από τους ουρανούς ότι θα περνούσαν επάνω του επτά έτη σ’ αυτή την ομοία με του κτήνους κατάστασι «εωσού γνωρίσης ότι ο Ύψιστος είναι Κύριος της βασιλείας των ανθρώπων, και εις όντινα θέλη, δίδει αυτήν.» Ύστερ’ από τη θαυματουργική του αποκατάστασι ο Ναβουχοδονόσορ ανεγνώρισε αυτό το γεγονός.—Δαν. 4:25-37.
14, 15. Εφυλακίσθη μήπως ο Ιωάννης διότι εκήρυττε την «βασιλείαν των ουρανών», και ποιος ανέλαβε από τότε αυτό το κήρυγμα;
14 Ο Ιωάννης ήταν ακριβώς τόσο ρεαλιστικός στα ζητήματα όσο είναι και οι πολιτικοί άρχοντες σήμερα. Δεν παρωδηγούσε τους ανθρώπους μ’ ένα προσφιλές απραγματοποίητο όνειρο. Ένα περίπου χρόνο, αφότου είχε αρχίσει να κηρύττη και να βαπτίζη, φυλακίσθηκε από τον Ηρώδη Αντίπα, τον περιφερειακό ηγεμόνα της Γαλιλαίας, όχι όμως διότι εκήρυττε «την βασιλείαν των ουρανών.» Αλλά διότι επέμενε να εφαρμόζη ο άρχων αυτός ορθούς κανόνες ηθικής αφού μάλιστα ισχυρίζετο ότι ήταν υποτεταγμένος στο νόμο του Θεού του Ιωάννου, του Ιεχωβά. (Ματθ. 14:1-5) Οι σκληροκέφαλοι πολιτικοί άρχοντες τότε δεν εσκέπτοντο ότι μια βασιλεία, αν αυτή θα ήταν «των ουρανών» ή «του Θεού,» επρόκειτο να επέμβη στις ορατές επίγειες βασιλείες των. Εν τούτοις, αυτή η φυλάκισις εσταμάτησε τη δημοσία διακήρυξι της βασιλείας του Θεού από τον Ιωάννη. Αλλά, όταν άρχισε η φυλάκισίς του, τη διακήρυξι του της Βασιλείας ανέλαβε ένας άνθρωπος, τον οποίον αυτός είχε βαπτίσει στα ύδατα του Ποταμού Ιορδάνου, έξη περίπου μήνες πριν από τη φυλάκισί του. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας ξυλουργός από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, και το όνομά του ήταν Ιησούς, ο θετός υιός του Ιωσήφ. Έτσι διαβάζομε γι’ αυτόν τον Ιησού:
15 «Ακούσας δε . . . ότι ο Ιωάννης παρεδόθη, ανεχώρησεν εις την Γαλιλαίαν. Και αφήσας την Ναζαρέτ, ήλθε και κατώκησεν εις Καπερναούμ. . . . Από τότε ήρχισεν ο Ιησούς να κηρύττη και να λέγη, Μετανοείτε· διότι επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών.»—Ματθ. 4:12-17· Μάρκ. 1:14, 15.
ΕΚΑΜΑΝ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΤΩΝ ΓΕΛΟΙΟΥΣ
16, 17. (α) Όταν ο Περιφερειακός Κυβερνήτης Ηρώδης Αντίπας συνέλαβε τον Ιησού, ποιον γελοιοποίησε στην πραγματικότητα, και γιατί; (β) Πώς ο Ιωάννης ο Βαπτιστής εμαρτύρησε ότι αυτός ήταν ο Υιός του Θεού;
16 Μόλις τρία περίπου έτη ύστερ’ από αυτό, ο Περιφερειακός Ηγεμών Ηρώδης Αντίπας και η στρατιωτική του φρουρά περιέπαιζαν τον Ιησού, ο οποίος κατηγορείτο για απόπειρα να παρουσιάση τον εαυτό του ως βασιλέα αντί του Τιβερίου Καίσαρος. (Λουκ. 23:8-12) Αυτό ήταν μέρος μόνο της αποδείξεως ότι τα έθνη τα ίδια άρχιζαν να γελοιοποιούνται. Όταν τα έθνη αρχίζουν ν’ αστειεύονται με τον Υιόν του Θεού και να τον περιπαίζουν, τότε στην πραγματικότητα γελοιοποιούνται αυτά τα ίδια. Αυτό ακριβώς είχε συμβή την εποχή εκείνη όταν γελοιοποιούσαν τον Ιησού. Την εποχή που ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε βαπτίσει τον από Ναζαρέτ Ιησού, παρέστη μάρτυς της αποδείξεως από τον ουρανό ότι αυτός ο Ιησούς ήταν ο Υιός του Θεού. Ο Ιωάννης εβεβαίωσε κατόπιν τον λαό:
17 «Είδον το πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν εξ ουρανού, και έμεινεν επ’ αυτόν. Και εγώ δεν εγνώριζον αυτόν αλλ’ ο πέμψας με δια να βαπτίζω εν ύδατι, εκείνος μοι είπεν, Εις όντινα ίδης το Πνεύμα καταβαίνον και μένον επ’ αυτόν, ούτος είναι ο βαπτίζων εν πνεύματι αγίω. Και εγώ είδον και εμαρτύρησα, ότι ούτος είναι ο Υιός του Θεού.»—Ιωάν. 1:32-34.
18. (α) Γιατί ο Ιησούς δεν είχε ανάγκη να κάμη καμμιά πολιτική εκστρατεία; (β) Πώς οι εχθροί του προσπάθησαν να τον περιπλέξουν στην πολιτική σχετικά με τον αυτοκρατορικό φόρο;
18 Ως επιβεβαίωσιν αυτού του γεγονότος, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής υπέδειξε τον Ιησού και είπε στους ακροατάς του: «Ιδού ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.» (Ιωάν. 1:29) Ο Ιησούς ο Υιός του Θεού είχε χρισθή με το Άγιο Πνεύμα του Θεού για να είναι ο μέλλων βασιλεύς της «βασιλείας των ουρανών.» Είχε χρισθή με αυτό το θείον πνεύμα για να εξαγγείλη εκείνη την «βασιλείαν των ουρανών» στους ανθρώπους για την παρηγορία και καθοδήγησί των. Αυτό είναι εκείνο που έκαμε. (Λουκ. 4:16-21· 8:1· Πράξ. 10:38) Δεν ασχολήθηκε σε καμμιά πολιτική εκστρατεία περιφερόμενος στη χώρα, προσπαθώντας να κερδίση λαϊκές ψήφους. Δεν είχε ανάγκη να το πράξη αυτό, διότι αυτός είχε ήδη εκλεγή, επιλεγή, χρισθή από τον ουράνιο Πατέρα του, Ιεχωβά Θεό, για να είναι ο βασιλεύς στην ουρανία Μεσσιανική βασιλεία του Θεού. Οι πολλοί θρησκευτικοί εχθροί τούς οποίους απέκτησε προσπάθησαν να τον περιπλέξουν στην κοσμική πολιτική, τουλάχιστον μια φορά όταν τον ρώτησαν αν ήταν δίκαιο να πληρώνουν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι ήσαν κάτω από το νόμο του Θεού, φόρο στον Καίσαρα, για του οποίου την κυριαρχία επάνω των δυσφορούσαν. Ο Ιησούς μ’ επιδέξιο τρόπο παρέκαμψε κάθε επαναστατική ομιλία με το να δώση την εξής απάντησι: «Απόδοτε, λοιπόν, τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα, και τα του Θεού εις τον Θεόν.» (Ματθ. 22:15-22) Εκείνο που έλεγε ο Ιησούς στους άλλους να κάνουν, το έπραττε αυτός ο ίδιος. Επλήρωνε τον κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα διότι ανήκε στον Καίσαρα. Δεν ήταν επαναστατικός.
19. (α) Αφού ο Ιησούς εδίδαξε κι εκήρυξε επί τρία έτη, πώς έδειξαν οι Ιουδαίοι τη στάσι των απέναντι στη «βασιλεία των ουρανών»; (β) Πώς ο Ιησούς, με τον τρόπο που απέστειλε τους δραστηρίους ακολούθους του στον αγρό, απέδειξε ότι δεν ήταν επαναστατικός;
19 Ήταν αυτό το ίδιο το έθνος του Ιησού υπέρ της «βασιλείας των ουρανών» που αυτός εκήρυττε; Όχι, εκτός από ένα συγκριτικώς μικρό υπόλοιπο. Δεκάδες χιλιάδων Ιουδαίοι και προσήλυτοι στον Ιουδαϊσμό τον άκουσαν, αλλά σχετικώς λίγοι πίστευσαν σ’ αυτόν ως τον από πολύν καιρό υποσχεμένο Μεσσία, τον Χριστό, τον Κεχρισμένο. Ύστερ’ από τριών ετών διδασκαλία και κήρυγμά του ήλθε σ’ αυτόν ο λαός και είπε: «Έως πότε κρατείς εν αμφιβολία την ψυχήν ημών; εάν συ ήσαι ο Χριστός, είπε προς ημάς παρρησία.» Αλλά ο Ιησούς τούς άφησε να βγάλουν μόνοι των συμπεράσματα, αφήνοντας το ζήτημα στην πίστι των. Τότε ήσαν πρόθυμοι να τον λιθοβολήσουν. (Ιωάν. 10:22-31) Αλλά μέσ’ από εκείνους, οι οποίοι επίστευσαν σ’ αυτόν και τον ακολούθησαν ως τον Μεσσία ή Χριστόν, εξέλεξε δώδεκα αποστόλους. Και αυτούς, επίσης, αφού τους εξεπαίδευσε, τους απέστειλε να κηρύξουν: «Επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών.» (Ματθ. 10:1-7) Αργότερα απέστειλε εβδομήντα άλλους ακολούθους να κηρύξουν το ίδιο άγγελμα. (Λουκ. 9:1-6· 10:1-11) Όλοι μαζί, ογδόντα δύο κήρυκες της βασιλείας του Θεού—αλλά όχι ένα στράτευμα ατάκτων ωπλισμένο με μάχαιρες, λόγχες, τόξα και βέλη. Τι περίεργο! Θα μπορούσε μια ανεξάρτητη κυβέρνησις να παρουσιασθή και ν’ αναλάβη εξουσία επάνω στο έθνος του Ισραήλ με το κήρυγμα; Αυτό είναι αρκετό για να μας κάνη να γελάσωμε.
20. Πώς γνωρίζομε αν οι θρησκευτικοί ηγέται εγέλασαν ύστερ’ από την ανάστασι του Λαζάρου και ύστερ’ από την θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στην Ιερουσαλήμ;
20 Μια φορά, όμως, δεν φάνηκε τόσο αστείο. Αυτό συνέβη ύστερ’ από τριών ετών τέτοιου κηρύγματος. Ήταν στις αρχές της ανοίξεως του έτους 33. μ.Χ., και έως τότε η αυτοκρατορική Ρωμαϊκή κυβέρνησις επάνω στους Ιουδαίους δεν είχε κάμει τίποτε σχετικά με αυτόν τον Ιησού Χριστό και την ομάδα του των κηρύκων της Βασιλείας. Αλλά οι θρησκευτικοί ηγέται της Ιερουσαλήμ είχαν κατατρομάξει μ’ αυτόν. Λίγο πριν από το πάσχα του έτους εκείνου ο Ιησούς Χριστός εξετέλεσε ένα από τα πιο αξιοσημείωτα θαύματά του—ανασταίνοντας εκ νεκρών ένα άνδρα ο οποίος είχε πεθάνει και ταφή πριν από τέσσερες ημέρες. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος υπήρχε μεγάλη έξαψις μεταξύ του λαού, και οι θρησκευτικοί ηγέται είπαν μεταξύ των: «Τι κάμνομεν; διότι ούτος ο άνθρωπος πολλά θαύματα κάμνει. Εάν αφήσωμεν αυτόν ούτω, πάντες θέλουσι πιστεύσει εις αυτόν και θέλουσιν έλθει οι Ρωμαίοι και αφανίσει και τον τόπον ημών και το έθνος.» (Ιωάν. 11:1-48) Αλλά τώρα στις 9 του μηνός Νισάν, ή πέντε ημέρες πριν από το πάσχα, ο Ιησούς εισήλθε στην Ιερουσαλήμ όπως αν επρόκειτο για τελετή στέψεως, ενώ τα χαρούμενα πλήθη έκραζαν: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Ιεχωβά, ο βασιλεύς του Ισραήλ!» Εξαιτίας αυτής της εκπληκτικής υποστηρίξεως του Ιησού από τον λαό ως Μεσσιανικού Βασιλέως του Ισραήλ, οι θρησκευτικοί Φαρισαίοι ανησύχησαν ακόμη περισσότερο και είπαν μεταξύ των: «Βλέπετε ότι δεν ωφελείτε ουδέν; ιδού, ο κόσμος οπίσω αυτού υπήγεν.»—Ιωάν. 12:10-19, ΜΝΚ.
21, 22. (α) Πώς οι θρησκευτικοί ηγέται ένεπλεξαν τη Ρωμαϊκή κυβέρνησι στη δίκη και την εκτέλεσι του Ιησού; (β) Πώς ο Ηρώδης Αντίπας χειρίσθηκε το ζήτημα του Ιησού όταν αυτό ανεφέρθη σ’ αυτόν;
21 Έτσι οι θρησκευτικοί ηγέται προσπάθησαν να «ωφελήσουν» κάπως με το να κάμουν να θανατωθή ο Μεσσίας Ιησούς την επομένη ημέρα που ήταν η εορτή του Πάσχα, 14 του μηνός Νισάν. Για να επιτύχουν τη θανατική του εκτέλεσι, έλαβαν την κατηγορία από το βασίλειο της θρησκείας και την τοποθέτησαν στο βασίλειο της πολιτικής. Έτσι ανέμιξαν τους πολιτικούς εκπροσώπους της αυτοκρατορικής Ρωμαϊκής κυβερνήσεως στην Παλαιστίνη. Αφού τον κατεδίκασαν αυτοί οι ίδιοι πρώτα για θρησκευτικούς λόγους, τον ωδήγησαν ενώπιον του Ρωμαίου κυβερνήτου της επαρχίας της Ιουδαίας. Με ποια κατηγορία; Με την κατηγορία της πολιτικής εξεγέρσεως. Όταν ο Ρωμαίος ηγεμών Πόντιος Πιλάτος ανέκρινε τον κατηγορούμενον Ιησού, του είπε: «Μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος; το έθνος το ιδικόν σου και οι αρχιερείς σε παρέδωκαν εις εμέ· τι έκαμες;» (Ιωάν. 18:12-35) Στη διάρκεια της δίκης ο Πόντιος Πιλάτος έμαθε ότι ο Ιησούς κατήγετο από την επαρχία της Γαλιλαίας, η οποία ευρίσκετο τότε κάτω από τη δικαιοδοσία του Ηρώδου Αντίπα, του φονέως του Ιωάννου το Βαπτιστού. Ζητώντας διέξοδο, ο Πόντιος Πιλάτος απέστειλε τον Ιησού στον Ηρώδη, ο οποίος ήταν τότε στην Ιερουσαλήμ.
22 Ο Ηρώδης Αντίπας νομίζοντας ότι ο Ιησούς ήταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο οποίος ανεστήθη εκ νεκρών, ενδιεφέρθη να ιδή τον Ιησού. Ήλπιζε να διασκέδαση μ’ ένα ή δύο θαύματα από τον Ιησού. Ο Ιησούς αρνήθηκε να συμμορφωθή και να πη ή να κάμη κάτι για την υπεράσπισί του. Ας τον κατηγορούσαν όσο ήθελαν οι ιερείς και οι γραμματείς. Έτσι ο Ηρώδης θέλησε να γελοιοποίηση το ζήτημα. Το υπόμνημα της Αγίας Γραφής λέγει: «Αφού δε ο Ηρώδης μετά των στρατευμάτων αυτού εξουθένησεν αυτόν, και ενέπαιξεν, ενέδυσεν αυτόν λαμπρόν ιμάτιον, και έπεμψεν αυτόν πάλιν προς τον Πιλάτον. Εν αυτή δε τη ημέρα ο Πιλάτος και ο Ηρώδης έγειναν φίλοι μετ’ αλλήλων· διότι πρότερον ήσαν εις έχθραν προς αλλήλους.»—Λουκ. 23:1-12.
23. Πώς ο Ιησούς έγινε αντικείμενο γελοιοποιήσεως εκ μέρους των στρατιωτών της Ρώμης;
23 Κατόπιν, όταν ο Πόντιος Πιλάτος υπεχώρησε στη θρησκευτική πίεσι και παρέδωσε τον Ιησού στους Ρωμαίους στρατιώτας του για να θανατωθή επάνω σ’ ένα εκτελεστικό πάσσαλο, ο Μεσσίας ή Χριστός του Ιεχωβά Θεού έγινε αντικείμενο μεγαλυτέρας γελοιοποιήσεως και αστεϊσμού. «Τότε,» όπως μας λέγουν τα εδάφια Ματθαίος 27:27-31, «οι στρατιώται του ηγεμόνος παραλαβόντες τον Ιησούν εις το πραιτώριον, συνήθροισαν επ’ αυτόν όλον το τάγμα των στρατιωτών. Και εκδύσαντες αυτόν, ενέδυσαν αυτόν χλαμύδα κοκκίνην. Και πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών, έθεσαν επί την κεφαλήν αυτού, και κάλαμον εις την δεξιάν αυτού· και γονυπετήσαντες έμπροσθεν αυτού, ενέπαιζον αυτόν, λέγοντες, Χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων. Και εμπτύσαντες εις αυτόν, έλαβον τον κάλαμον, και έτυπτον εις την κεφαλήν αυτού. Και αφού ενέπαιξαν αυτόν, εξέδυσαν αυτόν την χλαμύδα, και ενέδυσαν αυτόν τα ιμάτια αυτού· και έφεραν αυτόν δια να σταυρώσωσιν.»
24. Πώς οι θρησκευτικοί ηγέται γελοιοποιούσαν τον σταυρωμένο Ιησού;
24 Όταν ο Ιησούς ήταν κρεμασμένος επί του ξύλου, οι διαβάται εξακολουθούσαν να τον βλασφημούν και να κινούν τα κεφάλια των γι’ αυτόν και να τον ονειδίζουν. «Ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες μετά των γραμματέων και πρεσβυτέρων έλεγον, Άλλους έσωσεν, εαυτόν δεν δύναται να σώση· αν ήναι βασιλεύς του Ισραήλ, ας καταβή τώρα από του σταυρού, και θέλομεν πιστεύσει εις αυτόν· πέποιθεν επί τον Θεόν· ας σώση τώρα αυτόν, εάν θέλη αυτόν επειδή είπεν, Ότι Θεού Υιός είμαι.»—Ματθ. 27:39-43.
25. Με το να λάβουν ποιες προφυλάξεις σχετικά με τον ενταφιασμένο Ιησού μπορούσαν οι θρησκευτικοί ηγέται να γελάσουν τώρα μ’ ευθυμία;
25 Έτσι ο Μεσσίας Ιησούς, ο Υιός του Θεού, πέθανε ως ένα αντικείμενο γέλωτος. Την επομένη ημέρα του θανάτου και του ενταφιασμού του σ’ ένα γειτονικό μνημείο, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι έδειξαν την περιφρόνησί των καθώς και την πρόθεσί των να εμποδίσουν κάθε δυνατή εξαφάνισι του σώματος του Ιησού από τον τάφο, λέγοντας στον Πόντιο Πιλάτο: «Κύριε, ενεθυμήθημεν, ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων, Μετά τρεις ημέρας θέλω αναστηθή· Πρόσταξον λοιπόν να ασφαλισθή ο τάφος έως της τρίτης ημέρας, μήποτε οι μαθηταί αυτού ελθόντες δια νυκτός κλέψωσιν αυτόν, και είπωσι προς τον λαόν, Ανέστη εκ των νεκρών· και θέλει είσθαι η εσχάτη πλάνη χειρότερα της πρώτης.» Και πάλιν ο Ρωμαίος ηγεμών έγινε όργανο στα χέρια των και τους διέταξε να σφραγίσουν τον τάφο και να τοποθετήσουν μια φρουρά εκεί. (Ματθ. 27:62-66) Πώς μπορούσαν τώρα οι θρησκευτικοί ηγέται να γελάσουν μ’ ευθυμία!