Αποφασισμένος να Αινώ τον Ιεχωβά
Αφήγησις υπό Χάρρυ Πήτερσον (Α. Παπαργυροπούλου)
ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ στη μικρή πόλι Λεβίδιον, όχι μακριά από την Τρίπολι, ένα από τα διοικητικά κέντρα της Πελοποννήσου. Εκεί με ανέθρεψε ο πατέρας μου, κι εκεί εκπαιδεύθηκα σ’ ένα Ορθόδοξο περιβάλλον. Ήμουν ηλικίας μόλις δεκατριών ετών, ο πατέρας μου απεφάσισε να με στείλη στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ανεμένετο ότι θα μπορούσα να κερδίσω αρκετά χρήματα για να στείλω στο σπίτι μου να προικισθούν οι δύο αδελφές μου. Αυτό συνέβη το 1902.
Το Σικάγο, το Σαν Λούις, το Μπόφφαλο και το Σωλτ Λέικ Σίτυ ήσαν λίγες μόνο από τις πόλεις, επί πλέον της Νέας Υόρκης, όπου έζησα κι εργάσθηκα ένα διάστημα, σε εστιατόρια, αρτοποιεία και στιλβωτήρια υποδημάτων. Ενθυμούμαι ότι πήγαινα τακτικά στην Ορθόδοξο Εκκλησία στο Σωλτ Λέικ Σίτυ, όπου αισθανόμουν σύγχυσι από τις διδασκαλίες των και αποστροφή για την δεισιδαιμονική λατρεία εικόνων. Επειδή εδιάβαζα την Κατ’ Εξουσιοδότησιν Αγγλική Μετάφρασι της Γραφής, και αργότερα απέκτησα την Αμερικανική Στερεότυπη Μετάφρασι διεπίστωσα ότι περιείχε σε πολλά μέρη το ιερό όνομα του Θεού, Ιεχωβά.
Κάποτε συγκατοικούσα με μια οικογένεια Μορμόνων, και αυτοί μου έδωσαν το Βιβλίο του Μορμόνου για να το διαβάσω και να το μελετήσω. Μολονότι αυτοί οι άνθρωποι ήσαν πολύ καλοί μαζί μου, δεν μπόρεσα να δεχθώ τη θρησκεία των. Είχα κάμει αρκετό διάβασμα από τη Γραφή για ν’ αντιληφθώ ότι είχαν πολλά που ήσαν σε αντίφασι με τη Γραφή. Την εποχή εκείνη βρισκόμουν ειδικά σε αμηχανία με την προφητεία του Δανιήλ για την παγκόσμιο ιστορία, και δεν μπορούσα ν’ αποφύγω να σκέπτωμαι ότι κατά κάποιον τρόπο τα έθνη που είχαν εμπλακή στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξεπλήρωναν τις Προφητείες της Αγίας Γραφής.
Το 1918 διάβασα ένα άρθρο μιας εφημερίδος που έλεγε για το βιβλίο Το Τετελεσμένον Μυστήριον, που είχε εκδοθή από τον Διεθνή Σύλλογο των Σπουδαστών της Γραφής, και για το πώς το βιβλίο αυτό είχε απαγορευθή τόσο στον Καναδά όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ότι μερικοί από εκείνους που το διέθεταν εφυλακίσθησαν.
Φυσικά, την εποχή εκείνη συνήθιζα να έχω τις δικές μου αντιλήψεις όσον αφορά την εφαρμογή των πραγμάτων που είχα διαβάσει στη Γραφή. Παραδείγματος χάριν, ήμουν βέβαιος ότι η Γερμανία ήταν το τέταρτο τρομερό θηρίο του εβδόμου κεφαλαίου της προφητείας του Δανιήλ. Επίσης, κάποτε σχεδόν παραιτήθηκα από μια καλή εργασία διότι περιελάμβανε την υπογραφή αριθμημένων αποδείξεων, και φοβόμουνα μήπως αναμιχθώ με τον φοβερό ‘αριθμόν του θηρίου,’ που αναφέρεται στην Αποκάλυψι, κεφάλαιο 13.
Η ΒΙΒΛΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΥΠΟΚΙΝΕΙ ΣΕ ΔΡΑΣΙ
Όταν έληξε ο πόλεμος, μετώκισα στο Σαν Φρανσίσκο, κι εκεί είδα μια διαφήμησι σ’ ένα περίπτερο εφημερίδων για Το Τετελεσμένον Μυστήριον σε σχήμα περιοδικού για 20 σεντς μόνο. Όταν πήγα σπίτι μ’ αυτό, διάβασα αμέσως το μέρος που επραγματεύετο το κεφάλαιο 13 της Αποκαλύψεως και ήμουν ευχαριστημένος με αυτά που έγραφε. Άρχισα να αισθάνωμαι ότι βρίσκομαι στον ορθό δρόμο όσον αφορά την εξεύρεσι της αληθινής θρησκείας σ’ ένα κόσμο γεμάτον σύγχυσι. Έγραψα στους εκδότας αυτού του βιβλίου και παρήγγειλα πλήρεις σειρές των βιβλίων Γραφικαί Μελέται στην Ελληνική και στην Αγγλική.
Τόσο πολύ εξετίμησα την πρόοδο που εσημείωνα στη Γραφική γνώσι με τη βοήθεια αυτών των εκδόσεων της Σκοπιάς, ώστε απεφάσισα να παραγγείλω συγγράμματα αξίας $100 στην Ελληνική και την Αγγλική. Είχα λάβει απόφασι να κάμω το καλύτερο που μπορούσα για να συμμετάσχω στον αίνο του Ιεχωβά με το να κάνω άλλους να ενδιαφερθούν σ’ αυτό το θαυμάσιο, διαφωτιστικό άγγελμα. Γρήγορα άρχισα να διαθέτω τις επίκαιρες εκείνες εκδόσεις όπως Εκατομμύρια Ήδη Ζώντων Ουδέποτε Θέλουσιν Αποθάνει, Δύνανται οι Ζώντες Να Ομιλώσι μετά των Νεκρών; και το Εικονογραφημένο Φωτόδραμα της Δημιουργίας. Στα εστιατόρια ήμουν όπως στο σπίτι μου και αυτά ήσαν τα πρώτα μέρη όπου πήγαινα για να συναντήσω άλλους Έλληνας.
Ενθυμούμαι ότι μια από τις πρώτες συναθροίσεις των Σπουδαστών της Γραφής (τώρα μαρτύρων του Ιεχωβά) στις οποίες παρευρέθηκα ήταν μια διάλεξις για το «Θείον Σχέδιον των Αιώνων,» ένα ζωηρά ενδιαφέρον θέμα που αναπτύσσετο με τη βοήθεια ενός χρονολογικού χάρτου. Αυτή η πείρα τακτοποίησε τόσο τον τρόπο μου σκέψεως ώστε από τότε σπανίως απουσίασα από μια συνάθροισι. Βαπτίσθηκα το 1920. Είχα αφιερώσει τον εαυτό μου σε μια ζωή αίνου στον Ιεχωβά, τον Θεό ο οποίος δίνει γνώσι και κατανόησι.
Με τον ζήλο που είχα να διαδώσω τα έξοχα Γραφικά βοηθήματα που μελετούσα τώρα τακτικά, πήγαινα ακόμη και μέσα στην Ελληνική εκκλησία για να συναντήσω ανθρώπους και να διαθέσω έντυπα. Εν τούτοις, οι εκκλησιαστικές αρχές με απέρριψαν, και αυτό μ’ έκαμε ακόμη πιο αποφασισμένο να βγω έξω στο έργο αίνου του Ιεχωβά από σπίτι σε σπίτι, προσφέροντας την ευκαιρία θαυμαστής διαφωτίσεως σε άλλους. Υπήρχε τεραστία ικανοποίησις σ’ αυτό το έργο, μολονότι μερικές φορές ο αγρός εφαίνετο τόσο μεγάλος ώστε δεν μπορούσα να σκεφθώ πώς θα μπορούσε ποτέ να καλυφθή αποτελεσματικά.
Στο Σαν Φρανσίσκο την εποχή εκείνη, υπήρχαν λίγοι Μάρτυρες και πολύς χώρος για εθελοντάς διακόνους από σπίτι σε σπίτι έργου. Υπήρχαν πολλοί που μιλούσαν Ελληνικά, επίσης, και το ερώτημα ήταν, Πώς θα μπορούσε να τους φθάση κανείς όλους αυτούς και να τους βοηθήση ν’ αποκτήσουν ακριβή γνώσι της Γραφής; Πόσο χάρηκα όταν έμαθα ότι υπήρχε ένας Έλλην Μάρτυς στο Σηάτλ ο οποίος θα μπορούσε να μας βοηθήση. Του έγραψα, και μου απήντησε, λέγοντας ότι αν ο Ιεχωβά άνοιγε τη θύρα γι’ αυτόν να έλθη θα ήταν ενθουσιασμένος να το πράξη. Δεν εννοούσα ακριβώς τι ήθελε να πη, αλλά κάποιος έκαμε τη σκέψι ότι αυτός ο Μάρτυς πιθανόν να μη είχε τα οικονομικά μέσα για να κάμη το ταξίδι. Του στείλαμε τα έξοδα για τα μεταφορικά του και ήλθε. Είχε μεγάλη επιτυχία στη διάθεσι εντύπων στο κοινό, και έμαθα ασφαλώς πολλά με το να τον παρατηρώ.
Όταν έμαθα ότι ειδικά περιοδικά διετίθεντο ευρέως, σκέφθηκα ότι θα μπορούσε να γίνη ευρεία διάθεσις και Ελληνικών περιοδικών, και έγραψα στην Εταιρία Σκοπιά για να παραγγείλω 10.000 αντίτυπα στην Ελληνική. Μ’ επληροφόρησαν ότι 10.000 ήταν το σύνολο που είχαν προγραμματίσει να τυπώσουν στην Ελληνική γλώσσα για όλο τον κόσμο. Έγραψα και πάλι και εμείωσα την παραγγελία μου σε 5.000. Μου είπαν ν’ αναμένω να τα παραλάβω το επόμενο έτος, 1921. Και, με αρκετή ακρίβεια, παρέλαβα το τεράστιο φορτίο μου περιοδικών. Από τον τηλεφωνικό κατάλογο μπόρεσα να συντάξω ένα κατάλογο 1.200 διευθύνσεων Ελληνικών οικογενειών, και στην κάθε μία απέστειλα ταχυδρομικώς ένα αντίτυπο του Ελληνικού περιοδικού. Από όλα αυτά, τέσσερα μόνο μου επεστράφησαν διότι οι οικοδεσπόται είχαν μετοικήσει.
Αλλά, είχα ακόμη 3.500 αντίτυπα του περιοδικού Η Σκοπιά για διανομή. Χρειάσθηκε χρόνος και πολλά ταξίδια, ακόμη και ως το Σηάτλ, την Τακόμα και το Σικάγο. Αλλά τελικά, σ’ αυτή την τελευταία πόλι, κατώρθωσα να διαθέσω και το τελευταίο αντίτυπο. Ύστερ’ από λίγο καιρό έφυγα από το Σικάγο και άρχισα να μετακινούμαι περισσότερο, προσπαθώντας πάντα να πάγω εκεί που υπήρχε Εληνόφωνη κοινότης. Μόλις πέρασα την ηλικία των είκοσι απήλαυσα πολλές καλές πείρες στην υπηρεσία αίνου του Ιεχωβά στο Σπρίνγκφιλντ, Μασσατσούσετς, στην Ατλάντα, Τζώρτζια, και στο Ουώτερμπαρυ, Κοννέκτικατ, εκτός του ότι παρευρέθηκα στις αλησμόνητες εκείνες συνελεύσεις όπως του Σήνταρ Πόιντ, Οχάιο, το 1922, και του Κολόμπους, Οχάιο, το 1924.
ΘΥΡΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΠΛΑΤΙΑ
Όλα εκείνα τα έτη ήμουν ευτυχής διότι ένας άνθρωπος όπως εγώ, ταπεινής καταγωγής, μπορούσε να έχη το προνόμιο να φέρη αίνο στο όνομα του Ιεχωβά με το να βοηθώ άλλους ανθρώπους ν’ αποκτήσουν γνώσι των θαυμαστών σκοπών του. Αλλά μια μεγαλύτερη ευκαιρία άνοιξε τότε! Προσεκλήθηκα να έλθω να υπηρετήσω στα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας Σκοπιά στο Μπρούκλυν, αρχίζοντας από τον Απρίλιο 1927. Στο τέλος εκείνου του μηνός έλαβα ένα επίδομα $5 σ’ ένα κλειστό φάκελλο μαζί με μια ωραία κάρτα που έγραφε τα Γραφικά εδάφια Παροιμίαι 3:5, 6: «Έλπιζε επί Ιεχωβά εξ όλης σου της καρδίας, και μη επιστηρίζεσαι εις την σύνεσίν σου· εν πάσαις ταις οδοίς σου αυτόν γνώριζε, και αυτός θέλει διευθύνει τα διαβήματα σου.» (ΑΣ) Υπήρχε κάθε λόγος να ελπίζω στον Ιεχωβά, διότι στα κεντρικά γραφεία γρήγορα εξετίμησα ότι ο Ιεχωβά είχε ένα ‘πιστόν και φρόνιμον δούλον,’ ο οποίος εφρόντιζε πιστά για όλα τα συμφέροντα της Βασιλείας εδώ στη γη.—Ματθ. 24:45-47.
Το 1931 ο πρόεδρος της Εταιρίας Ι. Φ. Ρόδερφορδ με ρώτησε αν ήθελα να μεταφερθώ στο Στάτεν Άιλαντ, στο μέρος όπου υπήρχε ο ραδιοφωνικός σταθμός της Εταιρίας WBBR, για να υπηρετήσω εκεί ως μάγειρος για τους εργάτας. Το δέχθηκα ευχαρίστως, όχι μόνο διότι θα έκανα μια εργασία με την οποία ήμουν εξοικειωμένος, αλλά, επίσης, διότι θα είχα πολλές ευκαιρίες να συμμετέχω στην από σπίτι σε σπίτι διακονία σ’ ένα μέρος του αγρού που απαιτούσε μεγαλύτερη προσοχή. Στην αρχή ήμεθα μόλις ολίγοι, και οι συναθροίσεις μας διεξήγοντο στην ιδιοκτησία της Εταιρίας. Αλλά ως το 1932 ο αριθμός μας δικαιολογούσε ήδη την ενοικίασι μιας αιθούσης για συναθροίσεις. Είναι ενθαρρυντικό να μάθη κανείς ότι ο όμιλος των 25 ατόμων τα οποία συνήρχοντο μαζί την εποχή εκείνη έχει αυξηθή τώρα σε 500 και πλέον αφιερωμένους, δραστηρίους δούλους του Ιεχωβά, οι οποίοι είναι συνταυτισμένοι με τέσσερες ισχυρές εκκλησίες. Ο Ιεχωβά πράγματι αξίζει να αινήται!
Τα είκοσι επτά έτη που εδαπάνησα σ’ εκείνο τον διορισμό στο Στάτεν Άιλαντ ήσαν αξιομνημόνευτα. Όχι μόνο παρατηρούσαμε τη γοργή επέκτασι του έργου μαρτυρίας της Βασιλείας, αλλά, επίσης, αντεπεξερχόμεθα σε σημαντική εναντίωσι και μίσος. Ενθυμούμαι ότι συνελήφθην δυο φορές λόγω της δραστηριότητός μας στο κήρυγμα της Γραφής—μια φορά στο Μπέργκενφηλντ και μια στο Περθ Αμπόυ, Νιου Τζέρσεϋ. Σ’ αυτό το τελευταίο μέρος με απέλυσαν ύστερ’ από μια ανάκρισι, κι έτσι επωφελήθηκα της ευκαιρίας να καλέσω όλους τους παρόντας αστυνομικούς να έλθουν ν’ ακούσουν μια ειδική δημοσία διάλεξι με θέμα την «Μισαλλοδοξία» που επρόκειτο να εκφωνήση ο πρόεδρος της Εταιρίας Δικαστής Ρόδερφορδ. Γνωρίζω ότι τουλάχιστον ένας από εκείνους τους αστυνομικούς ήλθε και άκουσε την ομιλία.
Εκείνη την εποχή συνήθιζα να γυρίζω με ποδήλατο για το έργο μαρτυρίας. Όταν η Εταιρία ενεθάρρυνε για ένα διάστημα την χρήσι φωνογράφου με ομιλίες σε δίσκους, ήταν εύκολο να βρεθή χώρος επάνω στο ποδήλατο μου τόσο για τη μηχανή όσο και για την σάκκα μου με τα βιβλία. Και στην πρώτη ακριβώς θύρα όπου έπαιξα τις ομιλίες του Δικαστού Ρόδερφορδ η οικοδέσποινα ζήτησε ν’ αγοράση τον φωνογράφο. Αυτό με ωφέλησε, διότι τώρα μπόρεσα να προμηθευθώ μια μικρότερη φορητή μηχανή, που ήταν πολύ πιο ελαφρά. Ήταν πράγματι ένα θαυμάσιο μέσον διαδόσεως ακριβούς πληροφορίας, ειδικώς γι’ αυτούς απ’ εμάς που είχαν κάποιους περιορισμούς στη γνώσι της Αγγλικής.
Είχα συγκεντρώσει ένα μεγάλο μέρος του έργου μου μαρτυρίας σε καταστηματάρχας, σε ταβέρνες και σε άλλους εμπορικούς τόπους όπου ήταν δυνατόν να βρεθούν πολλοί άνθρωποι. Ενθυμούμαι κάποιον που βγήκε από ένα κατάστημα πίσω μου, τελείως αναστατωμένος διότι του είχα διαθέσει ένα πανόδετο βιβλίο για μόνο 50 σεντς. Θεωρούσε ότι αυτό άξιζε πολύ περισσότερο, και επέμενε να δεχθώ ένα δολλάριο ακόμη για ενίσχυσι στη διάδοσι του αγγέλματος. Κατόπιν υπήρχε ο επιχειρηματίας, στον οποίον προμήθευα τις εκδόσεις, πάντοτε στο γραφείο του, διότι η σύζυγος του δεν τα εδέχετο στο σπίτι. Πολύ μοναδική, επίσης, ήταν η πείρα μ’ έναν μπάρμαν, ο οποίος μου ζήτησε όλα τα περιοδικά που είχα μαζί μου, και κατόπιν άρχισε να πλησιάζη όλους τους πελάτας του και να τους διαθέτη προς πέντε σεντς το ένα. Κατόπιν μου έδωσε τα χρήματα και μου ευχήθηκε επιτυχία στο έργο μου.
Δεν θα λησμονήσω ποτέ τη συμμετοχή μου στη διαφήμησι της ειδικής δημοσίας ομιλίας του Δικαστού Ρόδερφορδ στο Μάντισον Σκουαίρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης το 1939. Με το ποδήλατο μου διακοσμημένο με διαφημίσεις που έλεγαν «Μάθετε την αλήθεια και η αλήθεια θα σας ελευθερώση,» «Έχετε ανάγκη σωτηρίας· ρωτήστε με γι’ αυτήν,» και άλλα όμοια, μετέβαινα από το Στάτεν Άιλαντ ως το Μπροντγουαίη και το Μάντισον Σκουαίρ Γκάρντεν και πάλι πίσω κάθε μέρα επί πολλές ημέρες πριν από τη διάλεξι. Οι αντιδράσεις εκ μέρους του κοινού ήσαν ποικίλες. Μερικοί αγριοκοίταζαν, μερικοί έρριχναν πέτρες και σκουπίδια· άλλοι απειλούσαν να με ρίξουν κάτω. Αλλά εγώ εξακολουθούσα και ήμουν ευγνώμων για το προνόμιο που είχα να συμμετέχω σε μια προσπάθεια η οποία είχε στεφθή με επιτυχία όταν η αίθουσα ήταν υπερπλήρης.
ΕΥΤΥΧΗΣ ΔΙΟΤΙ ΕΘΕΣΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΡΩΤΟΝ
Στη διάρκεια εκείνων των ετών υπηρεσίας κοντά στην κεραία του ραδιοφωνικού σταθμού WBBR περάσαμε μια εποχή γεμάτη γεγονότα. Το νέο φως της Βιβλικής αληθείας έφερνε χαρά και ευτυχία σε πολλούς, αλλά άλλοι το εδέχοντο με εναντίωσι και εξασθένισι της πίστεως. Μερικοί απέκαμαν από το να πράττουν το καλό και έπεσαν. Εκείνοι οι οποίοι παρέμειναν σταθεροί, πεπεισμένοι ότι ο αίνος του Ιεχωβά ήταν το ζωτικού ενδιαφέροντος ζήτημα, είναι ισχυροί και ώριμοι σήμερα. Προσωπικώς, εγώ απελάμβανα περισσότερο από όλα το να βγαίνω στον αγρό και να λέγω στους ανθρώπους τα πράγματα που μαθαίναμε.
Επιπρόσθετα στις πλούσιες πνευματικές ωφέλειες που απελάμβανα στη διάρκεια των πολλών ετών υπηρεσίας στον Ιεχωβά, υπήρχαν και άλλα θαυμάσια οφέλη. Εταξίδευσα τρεις φορές στην Καλιφόρνια, μια φορά στη Χαβάη, τρεις φορές στο Πόρτο Ρίκο και μία στη Φλώριδα και στις Παρθένους Νήσους. Σε κάθε περίπτωσι ήταν ιδιαιτέρως ευχάριστο να συναντά κανείς ομοίους με τον εαυτό του Μάρτυρας, άνδρες, γυναίκες και παιδιά επίσης αφωσιωμένους στον αίνο του Ιεχωβά. Το να παρευρίσκομαι τακτικά στην ετησία συνέλευσι των μετόχων της Εταιρίας Σκοπιά στο Πίττσμπουργκ, Πενσυλβανίας, υπήρξε μια άλλη πηγή ευχαριστήσεως.
Αυτά τα τελευταία χρόνια, μαζί με τη μεγάλη και αυξανόμενη οικογένεια Μπέθελ στο Μπρούκλυν, υπήρξαν υπερπλήρη από χαρές υπηρεσίας και συναναστροφής με πιστούς δούλους του Θεού και του Χριστού. Γνωρίζω ότι υπάρχουν πολλά για τα οποία οφείλω να είμαι ευγνώμων. Στη νεαρή μου ηλικία ζητούσα την αλήθεια για τον Θεό, και ο Ιεχωβά μου επέτρεψε να τον βρω. Έλαβα απόφασι να αινώ το όνομά του. Όταν ήλθα να υπηρετήσω στο Μπέθελ μ’ ερώτησαν αν θα παρέμενα στη θέσι μου ωσότου ο Κύριος υποδείξη μια αλλαγή. Η απάντησίς μου ήταν Ναι. Με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά μπόρεσα να παραμείνω σ’ αυτή την απόφασι. Ναι, εφόσον ως τώρα είχα το προνόμιο να δώσω τη ζωή μου στην υπηρεσία του Ιεχωβά, προσεύχομαι να μπορέσω να εξακολουθήσω να το πράττω ως την τελευταία μου πνοή επάνω στη γη.
Υπήρξε χαρά για μένα ν’ αφηγηθώ αυτές τις πείρες, και να εκφράσω, μολονότι μ’ ένα περιωρισμένο τρόπο, πώς ο Ιεχωβά διετήρησε ισχυρή την απόφασί μου να συνεχίζω να τον αινώ. Αισθάνομαι όπως ο ψαλμωδός πρέπει να είχε αισθανθή όταν διεκήρυττε: «Θέλω σε υψόνει, Θεέ μου, βασιλεύ. . . . Καθ’ εκάστην ημέραν θέλω σε ευλογεί· και θέλω αινεί το όνομά σου εις τον αιώνα, και εις τον αιώνα.»—Ψαλμ. 145:1, 2.