Τι Εσήμαινε για Μένα να Δεχθώ τον Ιησού
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΥΠΟ Έλεν Γκρίφφιθς
ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ μου ήσαν Ιουδαίοι, αλλά δεν ασκούσαν τη θρησκεία των, εκτός του ότι έλεγαν ότι επίστευαν στον Θεό. Αποτέλεσμα τούτου ήταν ότι εγώ δεν είχα καμμιά παιδική θρησκευτική εκπαίδευσι. Καθ’ όσον ενθυμούμαι, επίστευα πάντα στον Θεό, και πότε-πότε επήγαινα σ’ ένα Κατηχητικό Σχολείο των Βαπτιστών μαζί με μια φίλη μου. Το 1900, όταν ήμουν δέκα οκτώ ετών, ενυμφεύθηκα τον Έντουαρντ Γκρίφφιθς. Εγίναμε δραστήριοι εργάται στην Επισκοπελιανή Εκκλησία και ο σύζυγός μου έγινε διδάσκαλος ενός κατηχητικού σχολείου, μολονότι δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με πολλά πράγματα που ακούαμε να διδάσκωνται εκεί. Δεν μπορούσα να εννοήσω πώς ο Ιησούς Χριστός ήταν δυνατόν να είναι ο ίδιος ο Θεός. Πραγματικά, ήλθε ο καιρός που ο Έντουαρντ είχε φθάσει ακριβώς στο σημείο ν’ αντιληφθή ότι έπρεπε να προσαρμόση την πορεία του είτε σύμφωνα με την Γραφή ή σύμφωνα με την Εκκλησία, εφόσον διέφεραν τόσο πολύ, όταν συνέβη κάτι θαυμαστό.
Παρετήρησε σε μια εφημερίδα μια στήλη με το θέμα «Τι Είναι ένας Χριστιανός;» Το άρθρο ήταν από τον πρόεδρο της Εταιρίας Σκοπιά, γνωστόν ως Πάστορα Ρώσσελ. Το διάβασε και του έκαμε μεγάλη εντύπωσι· έστειλε, λοιπόν, να ζητήση τα έντυπα που ανεφέροντο στο άρθρο. Ένα βράδυ λίγο ύστερ’ από αυτό ήλθε σπίτι μας μία επισκέπτρια που ανήκε στους Σπουδαστάς της Γραφής, όπως ελέγοντο τότε οι μάρτυρες του Ιεχωβά. Ήμουν απησχολημένη να ετοιμάσω ένα εκκλησιαστικό δείπνο, αλλά εκείνη ωμίλησε με τον σύζυγό μου. Της παρήγγειλε έξη τόμους των Γραφικών Μελετών και μια συνδρομή για το περιοδικό Η Σκοπιά. Την ώρα που ήταν έτοιμη ν’ αναχωρήση, μπήκα εγώ στο δωμάτιο και ζήτησα συγγνώμη που δεν μπορούσα να την κρατήσω στο δείπνο. Της εξήγησα ότι πηγαίναμε σ’ ένα δείπνο της εκκλησίας και δεν θα τρώγαμε σπίτι. Επειδή κατοικούσαμε στην πόλι της Νέας Υόρκης, μας προσεκάλεσε τότε να πάμε στο Μπέθελ, τα κεντρικά γραφεία της Εταιρίας Σκοπιά, την εσπέρα της επομένης Τετάρτης για να συναντήσωμε τον Πάστορα Ρώσσελ.
Δεχθήκαμε την πρόσκλησι, και ύστερ’ από το δείπνο μάς προσεκάλεσε ο Πάστωρ Ρώσσελ στο δωμάτιό του. Στη διάρκεια της συνομιλίας που επακολούθησε ερώτησε τον σύζυγό μου αν ήταν αφιερωμένος. Η απάντησις του Έντουαρντ ήταν, Ναι. Κατόπιν έκαμε την ίδια ερώτησι σε μένα, αλλ’ εγώ δεν αντελήφθηκα ότι εννοούσε την αφιέρωσι της ζωής ενός στον Θεό. Ο Αδελφός Ρώσσελ μού είπε ότι μου έλλειπε πίστις. «Αλλά πιστεύω στον Θεό,» του είπα.
ΕΚΜΑΘΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Στις επόμενες ολίγες εβδομάδες έμαθα ότι υστερούσα σε πίστι διότι μου έλλειπε η γνώσις. Αντιμετώπιζα πάντοτε ένα πρόβλημα στην Επισκοπελιανή Εκκλησία διότι ωμιλούσαν για τον Ιησού ως τον Θεό, και αυτό δεν μπορούσα να το δεχθώ. Αλλά μέσα στις λίγες εβδομάδες αφότου συνήντησα τον Πάστορα Ρώσσελ, ο σύζυγός μου κι εγώ παρακολουθήσαμε τις διαλέξεις που έδιναν οι Σπουδασταί της Γραφής, και μάθαμε την αλήθεια όσον αφορά το πού είναι οι νεκροί, τι είναι πραγματικά ο άδης, και ότι ο Ιησούς είναι πράγματι ο Υιός του Θεού και όχι ο ίδιος ο Θεός. Μολονότι ως Επισκοπελιανή είχα γίνει μια Χριστιανή κατ’ όνομα, για πρώτη φορά στη ζωή μου εννόησα ποιος ήταν ο Ιησούς και γιατί ήταν ανάγκη να δεχθώ αυτόν και την απολυτρωτική του θυσία για να ευαρεστήσω τον Θεό.
Ο σύζυγός μου, μαζί με τη νέα κατανόησι της Γραφής, άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται ότι οι διδασκαλίες σχετικά με την αθανασία και τον πύρινο άδη που εδίδασκε στα παιδιά στο κατηχητικό σχολείο δεν ήσαν Γραφικές. Η συνείδησίς του τον ενωχλούσε κι έτσι έθεσε το ζήτημα στον λειτουργό της εκκλησίας μας, ο οποίος απήντησε, «Μη ανησυχείτε γι’ αυτό, κ. Γκρίφφιθς. Ούτε εγώ δεν πιστεύω όσα διδάσκω στους ενορίτας μου.» Αυτή η παραδεδεγμένη υποκρισία εκ μέρους ενός κληρικού του «Χριστιανικού κόσμου» μάς εβοήθησε πολύ και τους δύο στην απόφασί μας να εγκαταλείψωμε την εκκλησία.
Την πρώτη Κυριακή κάθε μηνός ο Αδελφός Ρώσσελ ωμιλούσε περί βαπτίσματος στο Ναό της Νέας Υόρκης, και τον Φεβρουάριο του 1915 ο Έντουαρντ κι εγώ ακούσαμε αυτή την ομιλία. Όταν ήλθε η ώρα να σηκωθούν όρθιοι εκείνοι που ήθελαν να βαπτισθούν, ο σύζυγός μου κι εγώ προξενήσαμε έκπληξι ο ένας στον άλλο, διότι και οι δύο σταθήκαμε όρθιοι. Αφού βαπτισθήκαμε, ήλθε ο Αδελφός Ρώσσελ και μας έτεινε φιλικό χέρι, και αισθάνθηκε μεγάλη έκπληξι που είδε εμένα, την γυναίκα που εστερείτο πίστεως μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, να έχω εκεί βαπτισθή!
Ο οίκος μας ευλογήθη αμέσως με το να χρησιμοποιηθή ως τόπος συναθροίσεων, διότι εκεί διεξήγετο τόσο μελέτη βιβλίου όσο και μελέτη του περιοδικού Σκοπιά. Είχαμε αρκετό χώρο για να φιλοξενήσουμε ένα ακόμη πρόσωπο, κι έτσι είχαμε συχνά το προνόμιο να τον μοιραζώμεθα με κάποιον σκαπανέα διάκονο (ή βιβλιοπώλη, όπως ελέγοντο τότε). Αυτό μεγάλωσε τον κύκλο μας στην οικογένεια του Κυρίου και ήταν μια πηγή ενθαρρύνσεως για όλους μας.
ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Αφού έφθασα στο σημείο ν’ αναγνωρίσω τον Ιησού στην κατάλληλη θέσι του μέσα στην διευθέτησι του Θεού, επιθυμούσα να μιμηθώ το παράδειγμά του και να συμμετέχω στο κήρυγμα της βασιλείας του Θεού. Είχαμε, όμως, τρία παιδιά, και δεν εφαίνετο ότι μπορούσαμε να συμμετάσχωμε στη διακονία σκαπανέως. Εν τούτοις, όταν ανηγγέλθη η βοηθητική διακονία σκαπανέως, και οι δύο μας ελάβαμε μέρος, αφιερώνοντας πενήντα ώρες τον μήνα στο έργο.
Όλοι δεν έδειχναν εκτίμησι σ’ αυτό το κήρυγμα της Βασιλείας. Στο Νιου Τζέρσεϋ οι μάρτυρες του Ιεχωβά συνελαμβάνοντο με την κατηγορία ότι έκαναν «έργο μικροπωλητού χωρίς άδεια.» Έτσι η Εταιρία Σκοπιά έκαμε διευθετήσεις για ένα ειδικό έργο σ’ εκείνη την πολιτεία, και τα Σαββατοκύριακα συμμετείχαμε στο έργο κηρύγματος εκεί, με συνάντησι ενωρίς το πρωί, έχοντας υπ’ όψιν ότι υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος συλλήψεως από την αστυνομία. Σε μια περίπτωσι συνελήφθη ο Έντουαρντ, κατηγορήθη και κατεδικάσθη σε φυλάκισι δέκα ημερών. Τελικά μέσω των δικαστικών περιπτώσεων εθεμελιώθη το δικαίωμα του κηρύγματος.
Η εκκλησία των μαρτύρων του Ιεχωβά Νέας Υόρκης ήταν διηρημένη σε μονάδες την δεκαετηρίδα του 1930, και ο Έντουαρντ έγινε ο επίσκοπος εκκλησίας στο Μπρονξ. (Παρεμπιπτόντως, την εποχή εκείνη υπήρχε μόνο εκείνη η μία εκκλησία. Τώρα υπάρχουν τριάντα τέσσερες). Τι μεγάλο προνόμιο και χαρά ήταν να βλέπουμε την αύξησι της οργανώσεως του Ιεχωβά στη διάρκεια των ετών!
Ο Έντουαρντ ανέλαβε την διακονία σκαπανέως το 1940, αφού παρητήθη από μια οικονομικώς ικανοποιητική θέσι στον κόσμο των επιχειρήσεων και εγώ προσετέθηκα στις τάξεις των σκαπανέων το 1941, όταν η Ρουθ, το νεώτερο παιδί μας, ενυμφεύθη. Έξη μήνες αργότερα αφότου ανέλαβα έργο σκαπανέως μάς διώρισαν να υπηρετήσωμε στο Όσσινιγκ της Νέας Υόρκης. Ο Έντουαρντ διωρίσθη ως ειδικός σκαπανεύς διάκονος τότε, και ύστερ’ από άλλους έξη μήνες εγώ, επίσης, έγινα ειδική σκαπανεύς. Πόσο συναρπαστικό ήταν να συμμετέχωμε στην ίδρυσι μιας εκκλησίας εκεί!
Απολαύσαμε διορισμούς στο Τάρρυταουν, το Χάστινγκς-ον-Χάντσον και Άισλιπ, του Λονγκ Άιλαντ, τα επόμενα έτη, και στο Άισλιπ, επίσης, μπορέσαμε να διοργανώσωμε μια εκκλησία. Αυτοί οι διορισμοί έγιναν στην διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και, επειδή η βενζίνη εχορηγείτο με δελτίο, παρίστατο συχνά ανάγκη να διανύωμε βαδίζοντας μακρές αποστάσεις για να μεταβαίνωμε στις Γραφικές μας μελέτες. Ο Έντουαρντ πλησίαζε εβδομήντα ετών, αλλά η υγεία του ήταν καλή και, με την βοήθεια του Ιεχωβά, μπορούσαμε να συνεχίζωμε το ολοχρόνιο κήρυγμα και να έχωμε πολλές ευλογίες.
Η Πρόβιντενς, του Ροντ Άιλαντ, ήταν ο επόμενος τόπος διορισμού μας. Με την εκκλησία ήσαν συνταυτισμένα πενήντα οκτώ άτομα, και ο Έντουαρντ εξεπλάγη με την ψυχρότητα της εκκλησίας. Αντελήφθη ότι αν αυτοί που ήσαν συνταυτισμένοι με την εκκλησία είχαν πιο στενή επαφή με τα κεντρικά γραφεία θα εθερμαίνοντο σύντομα. Έτσι, ως επίσκοπος της εκκλησίας άρχισε να ζητή ομιλητάς από το Μπέθελ. Αυτοί απεδείχθη βέβαια ότι ήσαν μια θαυμασία παρακίνησις για την εκκλησία. Ενθυμούμαι ότι είχε ζητηθή από μια οικογένεια να φιλοξενήση τους ομιλητάς των κεντρικών γραφείων. Στην αρχή ήσαν λίγο διστακτικοί, αλλά εδέχθησαν. Έκαμαν τον ομιλητή να αισθάνεται ως μέρος της οικογενείας, και, με τον καιρό, έγινε πραγματικά μέλος της οικογενείας, διότι ενυμφεύθη μια από τις κόρες της οικογενείας. Αυτός και η σύζυγός του υπηρετούν τώρα στη Δανία.
ΕΥΛΟΓΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ Ν’ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Μολονότι για μας ήταν εύκολο να ιδούμε τη διαφορά μεταξύ της αληθείας του Θεού και της ψευδούς θρησκείας, εν τούτοις μερικοί δεν το έβλεπαν αυτό τόσο καθαρά. Ενθυμούμαι μια Ιταλίδα νέα με την οποία μελετούσα. Ήταν Καθολική στην Ιταλία, όπου ένας ιερεύς έκαψε την Γραφή της, αλλά, όταν ήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες, διεπίστωσε ότι τα μέλη της οικογενείας της είχαν γίνει Βαπτισταί. Εταυτίσθη με την Εκκλησία των Βαπτιστών, αλλά συνεφώνησε να μελετά μαζί μου την Γραφή. Η μελέτη προώδευε εκτός του ότι δεν μπορούσε να ιδή την διαφορά μεταξύ της Βαβυλωνιακής θρησκείας του «Χριστιανικού κόσμου» και της αληθείας της Γραφής. Τότε μια ημέρα την επεσκέφθη ο Βαπτιστής λειτουργός. Εκείνη άρχισε να του ομιλή για την βασιλεία του Θεού. Την ερώτησε γιατί ήθελε να έλθη μια βασιλεία, εφόσον είχε ένα ωραίο σπίτι, ευρίσκετο σε καλή οικονομική κατάστασι και δεν έπρεπε ν’ ανησυχή για οποιαδήποτε βασιλεία. Εκείνη του είπε ότι δεν ενδιεφέρετο μόνο για τον εαυτό της αλλά για όλους εκείνους που υποφέρουν σ’ όλο τον κόσμο και δεν είχαν αυτά που αυτή είχε υλικώς. Η επίσκεψις του λειτουργού την εβοήθησε να ιδή την διαφορά μεταξύ των διδασκαλιών του «Χριστιανικού κόσμου» και των διδασκαλιών της Γραφής. Εξακολουθεί ακόμη να υπηρετή πιστά, κηρύττοντας τ’ αγαθά νέα της βασιλείας του Θεού.
Προτού φύγωμε από την Πρόβιντενς, είχαμε την ευλογία να ιδούμε τον αριθμό των ευαγγελιζομένων της εκκλησίας να φθάνη τους 117. Απ’ εκεί διωρισθήκαμε στο Γκρήνπορτ του Λονγκ Άιλαντ και εκεί, επίσης, μπορέσαμε να συμμετάσχουμε στην ίδρυσι μιας νέας εκκλησίας. Η υγεία του Έντουαρντ εκλονίσθη όταν είμεθα εκεί, κι έτσι το 1953 επεστρέψαμε στο Μπρονξ για να κατοικήσωμε μαζί με τον γυιό μας Ρίτσαρντ και την οικογένειά του. Τον Δεκέμβριο του 1954 ο σύζυγός μου ετερμάτισε την επίγειο πορεία του.
Αφότου επεστρέψαμε στο Μπρονξ εξακολούθησα να κάνω γνωστή την αλήθεια σχετικά με τον Ιεχωβά και τον Υιόν του, και τώρα σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων ετών εξακολουθώ να έχω το ευλογητό προνόμιο να είμαι στον κατάλογο των σκαπανέων διακόνων, και ν’ απολαμβάνω την συντροφιά πολλών άλλων στην εκκλησία καθώς συμμετέχω στο κήρυγμα των αγαθών νέων. Μια άλλη ευλογία που εκτιμώ πάρα πολύ είναι το ότι στο διαμέρισμά μου συναθροίζεται ένας όμιλος για μελέτη βιβλίου εκκλησίας.
Εφόσον ομιλούμε για ευλογίες, αυτό μου θυμίζει τις συνελεύσεις. Πόσο ευτυχείς ήμεθα ο Έντουαρντ κι εγώ όταν ανηγγέλθη το όνομα «μάρτυρες του Ιεχωβά» στη συνέλευσι του Κολόμπους, Οχάιο, το 1931. Κι ενθυμούμαι, επίσης, την συγκινητική συνέλευσι του Σαν Λούις το 1941, όταν ο πρόεδρος της Εταιρίας, Αδελφός Ρόδερφορντ, ωμίλησε εκεί στα παιδιά. Αλλά οι συνελεύσεις γίνονται ολοένα καλύτερες. Οι συνελεύσεις του Σταδίου Γιάγκη ήσαν θαυμάσιες επίσης. Και αυτή στην οποία προ ολίγου παρευρέθηκα στην Βαλτιμόρη, η Συνέλευσις των «Υιών της Ελευθερίας του Θεού,» ήταν η καλυτέρα ως τώρα. Τελευταίως είχα προβλήματα με την υγεία μου, αλλά είμαι τόσο χαρούμενη που μπόρεσα να μεταβώ στη συνέλευσι αυτή. Το πρόβλημα της υγείας μου δεν ήταν μεγαλύτερο εκεί από όσο θα ήταν αν παρέμενα σπίτι, και τι πνευματικές ευλογίες θα είχα στερηθή! Είμαι πολύ ευγνώμων στον Ιεχωβά και στους Χριστιανούς αδελφούς μου και αδελφές μου για την αγάπη που μου επέδειξαν με το να κάμουν το ταξίδι μου στη Βαλτιμόρη για τη συνέλευσι δυνατό.
Όταν ενθυμούμαι τα περασμένα χρόνια που υπηρέτησα τον Ιεχωβά, αισθάνομαι πολύ ευτυχής. Όταν αρχίσαμε για πρώτη φορά ν’ ακολουθούμε το παράδειγμα του Ιησού με το να κηρύττωμε, απορούσαμε πώς θα ήταν δυνατόν να φθάσωμε σε όλους τους κατοίκους της πόλεως Νέας Υόρκης με το άγγελμα. Τι πηγή χαράς ήταν να βλέπωμε με την πάροδο των ετών πώς η ευλογία του Ιεχωβά υπήρξε επάνω στις προσπάθειες των μαρτύρων του και πώς αυτός ήγειρε τόσους πολλούς για να κάμουν το έργο που αυτός θέλει να γίνη! Στη διάρκεια των ετών είχαμε το προνόμιο να βοηθήσωμε πολλούς στη γνώσι της αληθείας του Θεού, και τα τέκνα μερικών από αυτούς, με τους οποίους διεξήγαμε μελέτες, είναι τώρα υπηρέται περιφερείας, περιοχής και επίσκοποι εκκλησιών. Όταν τους επισκέπτωμαι, είναι ως να πηγαίνω σπίτι μου στις οικογένειές μου. Ασφαλώς μία από τις πολλές ευλογίες που είχα ως αποτέλεσμα του ότι εδέχθηκα τον Ιησού και αφιερώθηκα στον Ιεχωβά υπήρξαν τα πολλά «παιδιά» και «εγγόνια» μου εν Κυρίω.—Μάρκ. 10:29, 30.
Έμαθα ότι όταν έχωμε αγάπη για τον Ιεχωβά και πίστι σ’ αυτόν, αν καταβάλλωμε προσπάθεια, ο Ιεχωβά κάνει τα υπόλοιπα. Γνωρίζω ότι, αν ένας δεν έχη Γραφικές υποχρεώσεις που τον εμποδίζουν, δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να συμμετέχη στη διακονία σκαπανέως με πλήρη πίστι στον Ιεχωβά και τις υποσχέσεις του, όπως εκείνη που βρίσκεται στο εδάφιο Μαλαχίας 3:10 (ΜΝΚ): «Δοκιμάσατέ με τώρα εις τούτο, λέγει ο Ιεχωβά των δυνάμεων, εάν δεν σας ανοίξω τους καταρράκτας του ουρανού, και εκχέω την ευλογίαν εις εσάς, ώστε να μη αρκή τόπος δι’ αυτήν.» Έτσι, μολονότι ήμουν μια φυσική Ιουδαία δίχως κατανόησι του Ιησού Χριστού και με λίγη γνώσι περί Θεού, πόσο ευγνώμων είμαι, ότι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Ιεχωβά, και πόσο χαρούμενη είμαι ότι εδέχθηκα την πιο πολύτιμη προμήθειά του, τον Υιό του Ιησού Χριστό, και αντέγραψα το παράδειγμα που Αυτός άφησε για μας!—1 Πέτρ. 2:21.
(Η αδελφή Έλεν Γκρίφφιθς πέθανε την Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 1966, καθώς επλησίαζε το ογδοηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας της. Η επικήδειος υπηρεσία έγινε την Κυριακή, 6 Νοεμβρίου, και παρευρέθησαν 165 και πλέον άτομα για ν’ ακούσουν την ομιλία που εδόθη από ένα στενό φίλο της, τον Ρώσσελ Κώρζεν, μέλος της οικογενείας Μπέθελ του Μπρούκλυν. Η αδελφή Γκρίφφιθς ήταν μία από τους κεχρισμένους ακολούθους του Κυρίου Ιησού Χριστού, που η ελπίδα των για ουράνια ευτυχία περιγράφεται στην υπόσχεσι του εδαφίου Αποκάλυψις 14:13.)