Το Υπόδειγμα της Κρίσεως
«Το οποίον είναι ένδειξις της δικαίας κρίσεως του Θεού, δια να αξιωθείτε της Βασιλείας του Θεού, υπέρ της οποίας και πάσχετε.»—2 Θεσ. 1:5.
1. Ποιες αντιθέσεις εσημείωσε η διακονία του Ιωάννου του Βαπτιστού;
Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ άρχισε την διακονία του κηρύττοντας: «Μετανοείτε· διότι επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών.» Δεν έχασε χρόνο προκειμένου να συνάγη γύρω του μαθητάς, οι οποίοι συμμετείχαν στις ευλογίες της διακονίας του, και να τους ετοιμάζη για να ‘αξιωθούν της βασιλείας του Θεού.’ Ταυτοχρόνως είπε στους αναξίους θρησκευτικούς ηγέτας ότι επέκειτο ένας καιρός κρίσεως, ότι «ήδη . . . η αξίνη κείται προς την ρίζαν των δένδρων,» και ότι ο ερχόμενος «θέλει συνάξει τον σίτον αυτού εις την αποθήκην· το δε άχυρον θέλει κατακαύσει εν πυρί ασβέστω.»—Ματθ. 3:1, 2, 7-12· 2 Θεσ. 1:5.
2. Τι σημαίνει υπόδειγμα, και πώς ο Ιησούς το άρχισε αυτό στη διακονία του;
2 Ο ερχόμενος, ο Ιησούς, μόλις άκουσε ότι ο Ιωάννης είχε συλληφθή, άρχισε να κηρύττη το ίδιο άγγελμα: «Μετανοείτε· διότι επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών.» (Ματθ. 4:12, 17) Άρχισε να υφαίνη εκεί το υπόδειγμα της κρίσεως, με το να επεξεργάζεται ένα αρμονικό σχέδιο που εκυβερνάτο από ένα συγκεκριμένο σκοπό, διότι αυτό ακριβώς σημαίνει υπόδειγμα. Το πρώτο νήμα της υφάνσεως αυτής, το πολύ σπουδαίο στοιχείο του χρόνου, εσημειώθη με το κήρυγμα του αγγέλματος της Βασιλείας. Όπως είπε ο Ιησούς όταν επρόκειτο ν’ αφηγηθή την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου: «Ο νόμος και οι προφήται έως Ιωάννου υπήρχον· από τότε η βασιλεία του Θεού ευαγγελίζεται.»—Λουκ. 16:16.
3. Όπως αναγράφεται στα εδάφια Λουκάς 16:17, 18, ποια δύο νήματα ανέλαβε τότε ο Ιησούς;
3 Ο Ιησούς προέβη κατόπιν στο να λάβη δύο ακόμη νήματα, λέγοντας πρώτον: «Ευκολώτερον . . . είναι ο ουρανός και η γη να παρέλθωσι, παρά μια κεραία του νόμου να πέση.» Και κατόπιν προσέθεσε: «Πας όστις χωρίζεται την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται άλλην, μοιχεύει· και πας όστις νυμφεύεται κεχωρισμένην από ανδρός, μοιχεύει.» (Λουκ. 16:17, 18) Δεν φαίνεται ότι οι ακροαταί του είδαν οποιαδήποτε σχέσι μεταξύ των δύο αυτών δηλώσεων. Πραγματικά, μόνον όταν η Χριστιανική εκκλησία απέκτησε τα θεόπνευστα συγγράμματα του αποστόλου Παύλου διεσαφηνίσθη η κατάστασις. Στο φως αυτών των συγγραμμάτων μπορούμε σήμερα να εξετάσωμε τα δύο αυτά νήματα και να εκτιμήσωμε τον σχεδιασμένο σκοπό των.
4. Με ποιον τρόπο εξεπλήρωσε ο Ιησούς τον Νόμο, και σε ποιες πραγματικότητες και τελική έκβασι ωδήγησε αυτό;
4 Ο Ιησούς όχι μόνο ετήρησεν τον νόμο με τελεία υπακοή στις απαιτήσεις του, αλλά και τον εξεπλήρωσε. Όπως είπε κάποτε: «Δεν ήλθον να καταλύσω, αλλά να εκπληρώσω,» είπε δε επίσης ότι ως τη «μία κεραία . . . [θα] εκπληρωθώσι πάντα.» (Ματθ. 5:17, 18) Ο Παύλος έγραψε ότι ο Νόμος ήταν «σκιά [ή, τυπική εξεικόνισις] των μελλόντων, το σώμα [ή πραγματικότης, ΜΝΚ] όμως είναι του Χριστού.» (Κολ. 2:17· Εβρ. 8:5· 10:1) Στη ζωή και τον θυσιαστικό θάνατό του, ο Ιησούς έκαμε να λάβουν χώραν οι μεγάλες πραγματικότητες. Μία από τις κύριες προμήθειες του Νόμου ήταν η προμήθεια θυσίας για τις αμαρτίες, ειδικά της ημέρας του εξιλασμού. Εν τούτοις, εκείνες οι θυσίες ζώων ‘ποτέ δεν ηδύναντο να αφαιρέσωσι αμαρτίας. Αλλ’ αυτός [ο Ιησούς], προσέφερε μίαν θυσίαν υπέρ αμαρτιών’ με το να καταθέση την τελεία ανθρωπίνη ζωή του σε θάνατο. (Εβρ. 10:11, 12) Ο θάνατός του έθεσε τα θεμέλια για καταπληκτικές αλλαγές, με μεγάλα οφέλη γι’ αυτούς που θ’ ασκούσαν πίστι σ’ αυτόν, αρχίζοντας από τα Ιουδαϊκά μέλη της τάξεως του «Λαζάρου.» Αφού εξεπλήρωσε τις προμήθειές της, κατόπιν, λέγει ο Παύλος, εκείνη η προηγούμενη διαθήκη του Νόμου αφηρέθη από το μέσον και εκαρφώθη στο ξύλο του μαρτυρίου επάνω στο οποίο εσταυρώθη ο Ιησούς. (Κολ. 2:14) Αλλά ποια σχέσι είχε αυτό με το επόμενο νήμα, με την παρατήρησι του Ιησού για το διαζύγιο και τη μοιχεία;
5. Με ποια παραβολή δείχνει ο Παύλος ότι μερικοί ‘απηλλάχθησαν’ από τον Νόμο;
5 Αφού «προσέφερεν εαυτόν άμωμον εις τον Θεόν» με τρόπο παραδεκτόν, ο Ιησούς έγινε «μεσίτης διαθήκης καινής.» (Εβρ. 9:14, 15) Ο Παύλος εξηγεί ότι πριν από αυτό οι Ιουδαίοι ήσαν δεσμευμένοι κάτω από τη διαθήκη των του Νόμου όπως «η ύπανδρος γυνή είναι δεδεμένη δια του νόμου με τον άνδρα ζώντα . . . Εάν όμως αποθάνη ο ανήρ, είναι ελευθέρα από του νόμου, ώστε να μη είναι μοιχαλίς, εάν συζευχθή με άλλον άνδρα. Λοιπόν, αδελφοί μου, και σεις εθανατώθητε ως προς τον νόμον δια του σώματος του Χριστού, δια να συζευχθήτε με άλλον, τον αναστάντα εκ νεκρών, δια να καρποφορήσωμεν εις τον Θεόν.» Ο Παύλος απευθύνετο στους αδελφούς του της τάξεως του «Λαζάρου,» και μόνον αυτοί ήσαν εκείνοι που ‘απηλλάγησαν από του νόμου.’—Ρωμ. 7:1-6.
6. Ποιον κανόνα έθεσε ο Ιησούς σχετικά με το διαζύγιο, και πώς αυτό επηρέαζε τους Φαρισαίους;
6 Σε αντίθεσι, οι λόγοι του Ιησού για το διαζύγιο και τη μοιχεία απευθύνοντο πρωτίστως σε Φαρισαίους, μέλη της τάξεως του «πλουσίου.» Αυτοί δεν ήσαν ελεύθεροι από το Νόμο. Είναι γεγονός ότι ο Νόμος είχε ενσωματώσει μια προμήθεια διαζυγίου σύμφωνα με την οποία ένας άνδρας μπορούσε να έχη περισσότερες από μια σύζυγο στη ζωή, αλλά ο Ιησούς πήγε πίσω στο αρχικό υπόδειγμα του Θεού για όλους εκείνους που θα είχαν την εύνοια του Θεού στη νέα διαθήκη ή κάτω απ’ αυτήν. Δεν υπήρχε προμήθεια διαζυγίου για τον Αδάμ και την Εύα. Έτσι το να διαζευχθή ένας Χριστιανός τον ή την σύντροφό του, εκτός για λόγους σεξουαλικής απιστίας, και κατόπιν να νυμφευθή και πάλι ενώ το διαζευγμένο μέλος είναι ακόμη στη ζωή, σημαίνει ότι αυτό διαπράττει μοιχεία. Γι’ αυτό οι παρατηρήσεις του Ιησού στους Φαρισαίους, οι οποίοι εβασίζοντο στην παράδοσι και την διδασκαλία του αγράφου τότε Ταλμούδ όσον αφορά αυτό το ζήτημα, απλώς ερέθιζαν. Αυτό αποτελούσε μέρος του βασανισμού των.—Δευτ. 24:1-4· Ματθ. 19:3-9.
7. Πώς ο Ιησούς προέβλεψε τα οφέλη του θανάτου του;
7 Έτσι βλέπομε να παίρνη σχήμα το υπόδειγμα κρίσεως. Έχετε υπ’ όψιν, ωστόσο, ότι οι αλλαγές που εγγυάτο ο θάνατος του Ιησού άρχισαν να παίρνουν ισχύν προτού ο θάνατός του συμβή πραγματικά. Το άγγελμα και το έργο τόσο του Ιωάννου του Βαπτιστού όσο και του Ιησού εβασίζοντο σε ισχυρή πίστι στην βεβαιότητα ότι ο Ιησούς θα εξεπλήρωνε όλα όσα είχαν προλεχθή και προσκιασθή από το Νόμο και τους Προφήτας. Ως απόδειξι τούτου, όταν ο Ιησούς εγκαθίδρυσε την ανάμνησι του θανάτου του τη νύχτα πριν από τη σταύρωσί του, έδωσε το ποτήριον στους μαθητάς του, λέγοντας: «Τούτο το ποτήριον είναι η καινή διαθήκη εν τω αίματί μου, το υπέρ υμών εκχυνόμενον . . . όθεν εγώ ετοιμάζω εις εσάς βασιλείαν, ως ο Πατήρ μου ητοίμασεν εις εμέ.»—Λουκ. 22:20, 29.
8. Τι προέκυψε με τη διακήρυξι από τον Ιησού του αγγέλματος της Βασιλείας;
8 Όχι, αυτές οι αλλαγές δεν επρόκειτο ν’ αναμένουν. Η διακήρυξις των αγαθών νέων της βασιλείας άρχισε να φέρνη μια πλήρη ανατροπή των συνθηκών και στις δύο τάξεις που εξετάζομε. Από τότε και οι δύο τάξεις απέθαναν όσον αφορά την προηγουμένη κατάστασι και πείρα των, που φαίνεται στην παραβολή του Ιησού με τον θάνατο του Λαζάρου και του πλουσίου. Με τον θάνατο του Ιησού σ’ εκπλήρωσι του Μωσαϊκού Νόμου η τάξις του «Λαζάρου» πέθανε όσον αφορά τον Νόμο· και την επομένη Πεντηκοστή εβεβαιώθησαν με την έκχυσι του αγίου πνεύματος ως να βρίσκονται στον κόλπο του Μεγαλυτέρου Αβραάμ. Αυτό που συνέβη ύστερα, όπως το περιέγραψε ο Ιησούς, και ποια ήταν η σημασία του, θα το παρακολουθήσωμε μ’ ενδιαφέρον.
ΑΒΡΑΑΜ, Η ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ
9, 10. (α) Ποιον σπουδαίο χαρακτήρα εισήγαγε ο Ιησούς σ’ αυτή την παραβολή; (β) Πώς έβλεπαν οι Φαρισαίοι τη σχέσι των με τον Αβραάμ; (γ) Σε ποιο σημείο είχαν δίκαιο, και σε ποιο έσφαλλαν στα συμπεράσματά των;
9 Φαντασθήτε τη σκηνή. Ο πλούσιος ενώ βασανίζεται στον Άδη υψώνει τους οφθαλμούς του, και τι βλέπει; Από μακριά βλέπει εκείνον τον κάποτε πτωχό ν’ απολαμβάνη τώρα τη θέσι του κόλπου με τον Αβραάμ, δηλαδή, τη θέσι ευνοίας, όπως όταν ένας κλίνη στον κόλπο ενός άλλου στο ίδιο ανάκλιντρο σ’ ένα γεύμα! (Λουκ. 16:23· βλέπε επίσης Ιωάννης 13:23) Το ότι εφέρετο στο προσκήνιο ο Αβραάμ ήταν πολύ σημαντικό, και προσέθετε το πιο σπουδαίο νήμα στο όλο υπόδειγμα κρίσεως. Ποιον εξεικονίζει; Θυμηθήτε ότι ο Ιησούς ωμιλούσε κατ’ ευθείαν στους Φαρισαίους. Αυτοί ανεγνώριζαν ότι ως οι θρησκευτικοί ηγέται ήσαν οι μόνοι που είχαν δικαιώματα στη θέσι κόλπου του Αβραάμ. Στους οφθαλμούς των ο κοινός λαός δεν ελαμβάνετο καθόλου υπ’ όψιν. Αυτοί οι άρχοντες είπαν στον Ιησού σε μια προηγουμένη των συνάντησι μ’ αυτόν: «Σπέρμα του Αβραάμ είμεθα,» και πάλι: «Ο πατήρ ημών είναι ο Αβραάμ,» και πάλι ακόμη «ένα πατέρα έχομεν, τον Θεόν.»—Ιωάν. 8:33, 39, 41.
10 Από αυτό είναι καταφανές ότι οι Φαρισαίοι θεωρούσαν ότι ο Αβραάμ αντιπροσώπευε τον Θεό. Σ’ αυτό είχαν δίκαιο. Εκεί που έσφαλλαν ήταν ο ισχυρισμός των για την ιδιότητα του υιού είτε του Αβραάμ είτε του Θεού. Στα όμματα του Θεού αυτή η σχέσις καθορίζεται όχι από σαρκική συγγένεια, αλλ’ από τη διάθεσι και τα έργα ενός. Όπως είπε ο Ιησούς με την ίδια ευκαιρία: «Εάν ήσθε τέκνα του Αβραάμ, τα έργα του Αβραάμ ηθέλετε κάμνει,» και ο Ιησούς είπε επίσης: «Σεις είσθε εκ πατρός του διαβόλου, και τας επιθυμίας του πατρός σας θέλετε να πράττητε. Εκείνος ήτο απ’ αρχής ανθρωποκτόνος.»—Ιωάν. 8:39, 44.
11. Γιατί η πίστις ήταν ουσιώδης για να δεχθή ένας τον Ιησού ως τον Μεσσία;
11 Μολονότι αυτό εξηγεί γιατί ο Ιησούς περιέγραψε ότι ο κάποτε πλούσιος είχε απομακρυνθή πολύ από τον Αβραάμ, θα μπορούσαμε να διερωτηθούμε γιατί ο Λάζαρος, μετά τον θάνατό του, περιγράφεται ως να μετεφέρθη κατ’ ευθείαν στη θέσι κόλπου του Αβραάμ. (Λουκ. 16:22) Η έμφασις τίθεται στην πίστι. Ο Ιησούς ήλθε, όχι ως Βασιλεύς, όπως ανεμένετο, αλλά με «ομοίωμα σαρκός αμαρτίας.» και «εφέρθη ως αρνίον επί σφαγήν.» (Ρωμ. 8:3· Ησ. 53:7) Απαιτείτο πραγματική πίστις για να γίνη δεκτός ως Μεσσίας. Μερικοί, όχι οι υπερήφανοι, αλλά οι ταπεινοί, έδειξαν τέτοια πίστι. Εξήλθαν με πίστι, όπως ακριβώς έκαμε ο Αβραάμ όταν «εξήλθε [από τη χώρα του] μη εξεύρων πού υπάγει.» (Εβρ. 11:8) Έγιναν μαθηταί του Ιησού και αργότερα, την Πεντηκοστή όταν έλαβαν το άγιον πνεύμα, έγιναν Χριστιανοί. Γι’ αυτούς, ο Παύλος έγραψε: «Επειδή όσοι διοικούνται υπό του πνεύματος του Θεού, ούτοι είναι υιοί του Θεού. . . . Αυτό το πνεύμα συμμαρτυρεί με το πνεύμα ημών, ότι είμεθα τέκνα Θεού.»—Ρωμ. 8:14-16.
12. Πώς ευλογήθησαν περαιτέρω όσοι προσεκολλήθησαν στην πίστι;
12 Ο Παύλος είπε επίσης σχετικά με αυτούς: «Οι όντες εκ πίστεως, ούτοι είναι υιοί του Αβραάμ . . . [και] ευλογούνται μετά του πιστού Αβραάμ.» Πώς αυτό; Στον Αβραάμ είχε δοθή η μεγάλη υπόσχεσις ότι μέσω του σπέρματός του «θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γης.» Αυτό το σπέρμα είναι πρωτίστως ο Χριστός Ιησούς. Αλλά με τον πλούτο της παρ’ αξίαν αγαθότητος του Θεού ευνοούνται και άλλοι με το προνόμιο να συμμετάσχουν μαζί με τον Χριστό ως μέλη αυτού του σπέρματος. Όπως λέγει και πάλι ο Παύλος: «Πάντες είσθε υιοί Θεού δια της πίστεως της εν Χριστώ Ιησού. . . . Εάν δε ήσθε του Χριστού, άρα είσθε σπέρμα του Αβραάμ, και κατά την επαγγελίαν κληρονόμοι.»—Γαλ. 3:7-9, 16, 26-29· Γεν. 22:18.
13. (α) Ποιοι αποτελούσαν την τάξι του «Λαζάρου» στην πρώτη περίπτωσι; (β) Πώς ο Ιωάννης και ο Ιησούς ενήργησαν ως άγγελοι απέναντι σ’ αυτούς;
13 Εν περιλήψει, λοιπόν, βλέπομε ότι τα μέλη της Χριστιανικής εκκλησίας, οδηγούμενα από το πνεύμα του Θεού, είναι υιοί του Θεού. Λέγονται επίσης υιοί του Αβραάμ διότι έχουν ομοία με τη δική του πίστι και διότι, μαζί με τον Χριστό Ιησού, αποτελούν το σπέρμα του Αβραάμ, το όργανο του Θεού για την εκπλήρωσι του σκοπού του που συγκεντρώνεται στην βασιλεία του. Αποτελούν την τάξι του «Λαζάρου» που άρχισε μ’ εκείνους τους Ιουδαίους οι οποίοι είχαν συνείδησι της πνευματικής των ανάγκης και οι οποίοι ήσκησαν πίστι όταν άκουσαν τους αγγελιαφόρους του Θεού, τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και τον Ιησού. Πραγματικά, ο Ιωάννης και ο Ιησούς ενήργησαν ως άγγελοι, ή αγγελιαφόροι, στο να φέρουν εκείνους τους Ιουδαίους σε κατάλληλη κατάστασι για τις μεγάλες εκείνες ευλογίες που συνδέονται με την υπόσχεσι του Θεού η οποία εδόθη με όρκο στον Αβραάμ και το σπέρμα του. Δεν είναι άξιο απορίας, λοιπόν, ότι ο Ιησούς περιέγραψε τον Λάζαρο ότι αμέσως «εφέρθη υπό των αγγέλων εις τον κόλπον του Αβραάμ.»—Λουκ. 16:22.
14. Ποια ένδειξις είχε δοθή ότι πολλοί μη Ιουδαίοι θα ήρχοντο στη θεία εύνοια;
14 Μολονότι η τάξις του «Λαζάρου,» εν πρώτοις, περιωρίζετο στους πιστούς Ιουδαίους, δεν παρέμεινε έτσι. Σε κάποιον Εθνικό αξιωματικό του στρατού, ο οποίος έδειξε ασυνήθη πίστι, ο Ιησούς είπε: «Σας λέγω δε, ότι πολλοί θέλουσιν ελθεί από ανατολών και δυσμών, και θέλουσι καθίσει μετά του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών· οι δε υιοί της βασιλείας θέλουσιν εκβληθή εις το σκότος το εξώτερον· εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τρυγμός των οδόντων.» (Ματθ. 8:5-12) Αυτό έδειχνε ότι πολλοί μη Ιουδαίοι, ως τότε αποξενωμένοι από τον Θεό και σε μια κατάστασι επαιτείας, θα ήρχοντο από όλα τα μέρη και θα εφέροντο αμέσως στον κόλπο της θείας ευνοίας. Όπως είπε ο Παύλος: «Προϊδούσα δε η γραφή ότι εκ πίστεως δικαιόνει τα έθνη ο Θεός, προήγγειλεν εις τον Αβραάμ, ‘Ότι θέλουσιν ευλογηθή εν σοι πάντα τα έθνη’.» (Γαλ. 3:8) Αλλά όσον αφορά εκείνους οι οποίοι ενόμισαν ότι ως φυσικοί υιοί του Αβραάμ ήσαν οι αναμφισβήτητοι κληρονόμοι σε όλες τις κυριώτερες θέσεις στη βασιλεία του Θεού, αυτοί θα διεπίστωναν ότι απερρίφθησαν και θα ήσαν σε βασανισμό.
15. Ποια καλή εικόνα της θεοκρατίας έδωσε ο Ιησούς στο εδάφιο Ματθαίος 8:11;
15 Το ότι συμπεριελήφθησαν σ’ αυτή την περίπτωσι ο Ισαάκ και ο Ιακώβ μαζί με τον Αβραάμ δίνει μια καλή εικόνα της Βασιλείας, της θεοκρατίας, στην πλήρη της τοποθέτησι. Ο Αβραάμ, ο πατέρας εκείνων οι οποίοι προσκολλώνται στην πίστι, εξεικονίζει τον ουράνιο Πατέρα, τον Ιεχωβά, την πραγματική πηγή όλων των ευλογιών στα έθνη. Ο Ισαάκ, υιός του Αβραάμ, εξεικονίζει τον Υιό του Θεού, Ιησού Χριστόν. Έτσι όταν ο Αβραάμ προσέφερε τον υιό του Ισαάκ για θυσία στο Όρος Μοριά, ή έφθασε στο σημείο να το κάμη, προεσκίαζε το πώς ο Ιεχωβά προσέφερε τον μονογενή του Υιόν σε πραγματική θυσία. Κατόπιν, ο υιός του Ισαάκ Ιακώβ εξεικονίζει τη Χριστιανική εκκλησία. Όπως ο Ιακώβ έλαβε ζωή από τον Αβραάμ μέσω του Ισαάκ, έτσι και η Χριστιανική εκκλησία λαμβάνει πνευματική ζωή από τον Ιεχωβά μέσω του Ιησού Χριστού. Αυτή η εκκλησία άρχισε με ένα υπόλοιπο πιστών Ιουδαίων, αλλά τριάμισυ περίπου χρόνια ύστερ’ από την Πεντηκοστή άρχισαν να κηρύττωνται τ’ αγαθά νέα της Βασιλείας στα Έθνη, αρχίζοντας από τον Κορνήλιο. Από τότε οι άνθρωποι των εθνών προσήλθαν από όλα τα μέρη, και απετέλεσαν τον πλήρη αριθμό. Όλοι αυτοί αποτελούν την τάξι του «Λαζάρου.»
Η «ΚΡΙΣΙΣ» ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΝΑ «ΧΑΣΜΑ ΜΕΓΑ»
16. Πώς οι παρακλήσεις οι οποίες έγιναν από τον πλούσιο δείχνουν την πραγματική του πρόθεσι, σχετικά με τον Λάζαρο, και αποκαλύπτουν ποια πρόθεσι;
16 Στρέφοντας τώρα την προσοχή μας στο τελευταίο μέρος της παραβολής του Ιησού, που ασχολείται με τη συζήτησι μεταξύ του πλουσίου και του Αβραάμ, βρίσκομε και περαιτέρω εκφράσεις της κρίσεως του Θεού. Σημειώστε τις δύο ικεσίες που προβάλλει ο πλούσιος. Πρώτον, ζητεί να σταλή ο Λάζαρος να δροσίση τη γλώσσα του με μια σταγόνα νερό εξαιτίας της πυράς. Όταν απέτυχε αυτό, ζητεί τότε να σταλή ο Λάζαρος να προειδοποιήση τους πέντε αδελφούς του γι’ αυτόν τον τόπο του βασανισμού. (Λουκ. 16:24-28) Όλα αυτά για ν’ απομακρύνη τον Λάζαρο από τον κόλπο του Αβραάμ, και να τον κρατήση μακριά! Γιατί δεν εζήτησε να σταλούν οι άγγελοι σ’ αυτές τις αποστολές ελέους, εφόσον είχαν ενεργήσει τόσο γοργά όταν μετέφεραν τον Λάζαρο στον Αβραάμ; Αλλά, όχι, έπρεπε να είναι ο Λάζαρος εκείνος που θα έπρεπε να κάμη αυτό το πήγαινε-έλα και θα ενεργούσε ως αγγελιαφόρος. Από την περιγραφή του πλουσίου που έκαμε ο Ιησούς μπορούμε μόνο να φαντασθούμε ότι, αν ο Λάζαρος τον επεσκέπτετο πράγματι και έθετε το δάκτυλό του στο στόμα του για να δροσίση τη γλώσσα του με μια σταγόνα νερό, ο πλούσιος θα συνελάμβανε το δάκτυλό του και θα τον κρατούσε εκεί! Γνωρίζομε πραγματικά, όπως είπε ο Ιησούς, ότι οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι έβαζαν όλες τις δυνάμεις των για να ‘κάμουν ένα προσήλυτον,’ και όταν εγίνετο, τον έκαναν ‘υιόν της γεέννης διπλότερον αυτών.’—Ματθ. 23:15.
17. Πώς και γιατί ζητούσαν οι θρησκευτικοί άρχοντες να λάβουν ανακούφισι από την τάξι του «Λαζάρου»;
17 Πόσο γελοίο θα ήταν να φαντασθή ένας ότι αυτό λαμβάνει χώρα κατά γράμμα, αλλά πόσο σύμφωνο με τα γεγονότα, εφόσον γνωρίζομε τις τάξεις που είχε υπ’ όψιν ο Ιησούς! Έτσι ερωτούμε, Πώς οι θρησκευτικοί άρχοντες ζητούσαν να βρουν ανακούφισι, με μόνο μια σταγόνα νερού, από την τάξι του «Λαζάρου»; Εκείνοι οι άνδρες δεν θα εβασανίζοντο τόσο αν οι περιφρονημένοι ακόλουθοι του Ιησού τον είχαν απλώς ακολουθήσει και παρέμεναν ήσυχοι. Αντιθέτως, αυτοί ελάμβαναν εκπαίδευσι και απεστέλλοντο, πρώτα οι δώδεκα και κατόπιν οι εβδομήκοντα. Αυτοί, και όχι οι άρχοντες, ενεργούσαν τώρα ως σπέρμα του Αβραάμ, μεταβιβάζοντας ευλογίες αποστελλόμενες από τον ουρανό, θεραπεύοντας ασθενείς και κηρύττοντας την βασιλεία του Θεού. (Λουκ. 9:1, 2· 10:1, 9) Ήλθε η Πεντηκοστή, και 120 περίπου έλαβαν δύναμι από το άγιο πνεύμα για να ομιλούν γλώσσες, και προτού λήξη η ημέρα προσετέθησαν στον αριθμό τους άλλες 3.000. Και τι θάρρος! Τόσο δημοσία όσο και ενώπιον του Σάνχεδριν, ο απόστολος Πέτρος και άλλοι, όπως ο Στέφανος, δεν εδίστασαν ποτέ να εξαγγείλουν την ευθύνη και την ενοχή αίματος εκείνων των αρχόντων. (Πράξ. 2:23· 3:14, 17· 4:10· 5:30· 7:52) Ως φυσικοί απόγονοι του Αβραάμ, η τάξις του «πλουσίου» έκραξαν συμβολικά: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με» και κάμε αυτή την τάξι του «Λαζάρου» να μιλήση ευνοϊκά για μας, έστω μια λέξι μόνο! Πώς απήντησε ο Αβραάμ;
18. Πώς η απάντησις του Αβραάμ περιγράφει κατάλληλα και τις δύο πλευρές του υποδείγματος κρίσεως;
18 Τα πρώτα λόγια του Αβραάμ καθαρώς εκθέτουν τα γεγονότα: «Τέκνον, ενθυμήθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά· τώρα ούτος μεν παρηγορείται, συ δε βασανίζεσαι.» (Λουκ. 16:25) Δεν έγινε σπατάλη λόγων για τον πλούσιο. Γιατί; Διότι ο Ιησούς εγνώριζε ότι ενεργούσε ως δούλος του Θεού σε καιρό επιθεωρήσεως. Ήταν πράγματι το σπέρμα του Αβραάμ και όποιος ήθελε καταρασθή αυτό το σπέρμα θα είχε την κατάρα του Θεού. (Γεν. 12:3) Ως τάξις, ο «πλούσιος» απέλαυε αγαθά όταν ζούσε, όταν ‘απελάμβανε τα αγαθά του,’ εν τη ζωή οπότε μπορούσε εύκολα να διανείμη και σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη. Αλλά η τάξις αυτή έδειξε ότι δεν είχε ποτέ πρόθεσι να το εκτελέση αυτό, και τώρα η δυσμενής κρίσις του Θεού ήταν έκδηλη επάνω τους. Η ευνοϊκή κρίσις του Θεού ήταν επίσης έκδηλη στην τάξι του «Λαζάρου.» Αυτό ήταν το υπόδειγμα κρίσεως, σαν ένα σχέδιο που η μία πλευρά του ισορροπεί και αντισταθμίζει την άλλη. Μια ισχυρή ευθεία γραμμή σύρεται ακριβώς στη μέση για έμφασι, και εδώ εισέρχεται το «μέγα χάσμα.» Σημειώστε τα επόμενα λόγια του Αβραάμ στον πλούσιο.
19. Ποια ήταν η επίδρασις και σημασία του ‘μεγάλου χάσματος’;
19 «Και εκτός τούτων πάντων, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα είναι εστηριγμένον, ώστε οι θέλοντες να διαβώσιν εντεύθεν προς εσάς, να μη δύνανται, μηδέ οι εκείθεν να διαπερώσι προς ημάς.» (Λουκ. 16:26) Όχι συναδέλφωσις! Η τάξις του «Λαζάρου» δεν μπορούσε να συμβιβασθή και να λαλή ειρήνη στην τάξι του «πλουσίου.» Ο Ιησούς εξετίμησε ότι αυτό ήταν ένα ζωτικό νήμα στο υπόδειγμα κρίσεως, και ότι του Θεού «αι κρίσεις . . . είναι άβυσσος μεγάλη.» (Ψαλμ. 36:6) Σημειώστε ότι μόνον ως τάξεις η κρίσις ήταν γι’ αυτές τελική. Καμμία από τις δύο τάξεις, ούτε και καμμία από τις τάξεις που τις υποστηρίζουν, θα μπορούσε να διαβή προς την άλλη, αλλά άτομα μπορούσαν να διαβούν και διέβησαν στη διάρκεια της ζωής των. Ο απόστολος Παύλος ήταν ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα που, όταν ήταν «εν τω Ιουδαϊσμώ,» κατεδίωκε πικρά την τάξι του «Λαζάρου.» (Γαλ. 1:13-17) Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ωνόμασε τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους «γεννήματα εχιδνών,» και κατόπιν είπε: «Κάμετε λοιπόν καρπούς αξίους της μετανοίας.» Μερικοί από αυτούς το έκαμαν αργότερα αυτό.—Ματθ. 3:7, 8· Πράξ. 6:7.
20. Πώς ο πλούσιος έκαμε περαιτέρω έκκλησι, και πώς αυτό είχε εφαρμογή στην εποχή του Ιησού;
20 Γνωρίζοντας τη διανοητική κατάστασι της τάξεως του «πλουσίου,» ο Ιησούς πρόσθεσε στην παραβολή του ένα ακόμη επιχείρημα που προεκλήθη από τον πλούσιο. Προσπαθώντας ν’ αγνοήση ή να παρακάμψη αυτό το χάσμα, παρεκάλεσε: «Παρακαλώ σε λοιπόν, πάτερ, να πέμψης αυτόν [τον Λάζαρον] εις τον οίκον του πατρός μου· διότι έχω πέντε αδελφούς· δια να μαρτυρήση εις αυτούς, ώστε να μη έλθωσι και αυτοί εις τον τόπον τούτον της βασάνου.» (Λουκ. 16:27, 28) Παρατηρείστε ότι, ενώ απευθύνεται στον Αβραάμ ως πατέρα, ομιλεί και για ένα πατέρα, με τον οποίον υπάρχει στενωτέρα σχέσις, στον οίκο του οποίου υπάρχουν πέντε αδελφοί του. Ο Ιησούς εγνώριζε τον θρησκευτικό οίκο του Ιουδαϊσμού, οικοδομημένο με τις ανθρώπινες παραδόσεις, στον οποίο ανήκαν οι θρησκευτικοί άρχοντες. Αυτός ο οίκος ήταν εκείνος ο οποίος προκάλεσε το πνεύμα του πικρού διωγμού, ακόμη και θανάτου. Ο πατέρας του ήταν ο Διάβολος, ο οποίος ήταν «ανθρωποκτόνος.» (Ιωάν. 8:44) Οι πέντε αδελφοί (έξη μαζί με τον πλούσιο, σύμβολο της οργανώσεως του Διαβόλου) αντιπροσώπευαν όλους τους θαυμαστάς και υποστηρικτάς των θρησκευτικών αρχόντων, και εξεδήλωναν το ίδιο πνεύμα. Οι άρχοντες ζητούσαν ανακούφισι διότι εξετέθησαν, όχι μόνο στους δικούς των οφθαλμούς, αλλά επίσης στους οφθαλμούς των υποστηρικτών των. Αν αυτοί, οι αδελφοί των, επρόκειτο με συμβολικό τρόπο να πεθάνουν και να καταβιβασθούν στον ίδιο τόπο, αυτό δεν θα έκανε παρά να προσθέση στον βασανισμό των. Έτσι, στην πραγματικότητα, εκείνοι οι άρχοντες ήθελαν να εγκαταλείψη η τάξις του «Λαζάρου» την θέσι της θείας ευνοίας της και να «μαρτυρήση,» όχι το άγγελμα κρίσεως, αλλά ένα άγγελμα που θα έδινε την εντύπωσι ότι τα πράγματα αποκατεστάθησαν στην πριν από την επιθεώρησι περίοδο, όταν ούτε άρχοντες ούτε υποστηρικταί των ήσαν εκτεθειμένοι σε βασανισμό.
21. Ποια ήταν η έννοια της απαντήσεως του Αβραάμ;
21 Μπορούσε να γίνη αυτό; Ποια ήταν η απάντησις του Αβραάμ; «Λέγει προς αυτόν ο Αβραάμ, Έχουσι τον Μωυσήν και τους προφήτας· ας ακούσωσιν αυτούς.» (Λουκ. 16:29) Τίποτε περισσότερο και τίποτε ολιγώτερο από τον λόγο της αληθείας του Θεού! Με αυτή την αυθεντία και μόνο μίλησε ο Ιησούς στον λαό και τους άρχοντάς του, περιλαμβανομένου και του αγγέλματος κρίσεως που ήταν τότε οφειλόμενο. Η τάξις του «Λαζάρου» μίλησε με τον ίδιο τρόπο. Παραδείγματος χάριν, το ισχυρό και συγκλονιστικό άγγελμα του Πέτρου την ημέρα της Πεντηκοστής εβασίζετο πλήρως σε παραπομπές από τις Εβραϊκές Γραφές, από τον Μωυσή (τον Νόμο) και τους Προφήτας και τους Ψαλμούς. Το γεγονός ότι τρεις χιλιάδες ανταπεκρίθησαν αμέσως κι εβαπτίσθηκαν απέδειξε ότι οι Εβραϊκές Γραφές ήσαν μόνες των επαρκής προειδοποίησις και οδηγός γι’ αυτούς που ήθελαν ν’ ακούσουν, πολλοί από τους οποίους ήσαν προηγουμένως οπαδοί του Ιουδαϊσμού.—Πράξ. 2:41.
22. (α) Ποια ήταν η τελική παράκλησις του πλουσίου; (β) Τι παρεκίνησε αυτό, και πώς απήντησε ο Ιησούς στην αίτησι για σημείον;
22 Αλλά ο πλούσιος δεν είχε τελειώσει. Δείχνοντας τώρα την πραγματική του ταυτότητα και διαφωνώντας χωρίς περιστροφές με τον Αβραάμ, είπε: «Ουχί, πάτερ Αβραάμ· αλλ’ εάν τις από νεκρών υπάγη προς αυτούς, θέλουσι μετανοήσει.» (Λουκ. 16:30) Με άλλα λόγια, ζητούσε ένα αποκορυφωτικό σημείο, να εγερθή κάποιος από τους νεκρούς, ως να ήταν αυτό ένα αναγκαίο πράγμα. Αυτό θα έκανε ν’ αποφευχθή η ανάγκη είτε του κηρύγματος από τις Γραφές είτε της εκθέσεως των παραδόσεων του Ιουδαϊσμού. Πολλές φορές οι Φαρισαίοι και άλλοι εζήτησαν από τον Ιησού «να δείξη εις αυτούς σημείον εκ του ουρανού.» Αυτός απαντούσε: «Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον ζητεί· και σημείον δεν θέλει δοθή εις αυτήν, ειμή το σημείον Ιωνά.» Ο Ιωνάς ήταν αρκετό σημείον για τους Νινευίτας οι οποίοι, είπε ο Ιησούς, «μετενόησαν εις το κήρυγμα του Ιωνά· και ιδού, πλειότερον του Ιωνά είναι εδώ.» (Ματθ. 16:1-4· 12:38-41) Ο Ιησούς εκήρυξε με πολύ μεγαλύτερη εξουσία και απόδειξιν υποστηρίξεως από όση είχε ποτέ ο Ιωνάς. Αλλά το αποτέλεσμα όπως είπε ο Ιησούς ήταν: «Εάν δεν ίδητε σημεία και τέρατα, δεν θέλετε πιστεύσει.»—Ιωάν. 4:48.
23. Πώς τα τελικά λόγια του Αβραάμ ήσαν κατάλληλα και σύμφωνα με τα γεγονότα;
23 Σε αρμονία με αυτό, ο Αβραάμ απήντησε στον πλούσιο: «Εάν τον Μωυσήν και τους προφήτας δεν ακούωσιν, ουδέ εάν τις αναστηθή εκ νεκρών θέλουσι πεισθή.» (Λουκ. 16:31) Αυτή ήταν η τελευταία λέξις της κρίσεως εναντίον της τάξεως που εκπροσωπούσε ο πλούσιος και οι αδελφοί του. Αν εκώφευαν στο άγγελμα του Θεού που υπήρχε στις Γραφές, θα έκλειναν τους οφθαλμούς και στον αγγελιαφόρο του Θεού, είτε αυτός ήταν ο Ιησούς είτε η τάξις του «Λαζάρου.» Όπως τους είπε ο Ιησούς: «Ερευνάτε τας γραφάς . . . και εκείναι είναι αι μαρτυρούσαι περί εμού,» και προσέθεσε ότι, «εάν επιστεύετε εις τον Μωυσήν, ηθέλετε πιστεύσει εις εμέ· επειδή περί εμού εκείνος έγραψεν. Εάν δε εις τα γεγραμμένα εκείνου δεν πιστεύητε, πώς θέλετε πιστεύσει εις τους ιδικούς μου λόγους;»—Ιωάν. 5:39, 46, 47.
24. Ποια προειδοποίησις και ενθάρρυνσις μπορούν να ληφθούν από τα τελικά λόγια που ελέχθησαν σ’ αυτή την παραβολή;
24 Η παραβολή του Ιησού έληξε με μια παρατήρησι ισχυράς κρίσεως, τόσο σαφώς όσο εκείνο το ‘μέγα χάσμα.’ Έδειχνε τη δικαία «κρίσι» του Θεού τόσο υπέρ όσο και κατά. Ήταν εναντίον ολοκλήρου του οίκου εκείνων οι οποίοι «βαρέως ήκουσαν,» μόνο, και οι οποίοι «τους οφθαλμούς αυτών έκλεισαν, μήποτε ίδωσι . . . και νοήσωσι με την καρδίαν, και επιστρέψωσι.» (Ματθ. 13:15) Αλλά, δόξα τω Θεώ, τα τελευταία εκείνα λόγια ήσαν τελείως υπέρ της τάξεως του «Λαζάρου.» Δεν υπήρχε ποτέ οποιαδήποτε ανάγκη ή δικαιολογία για να απομακρυνθούν ή να εγκαταλείψουν την θέσι θείας εύνοιας με όλες τις παρηγορητικές προμήθειες και ευκαιρίες της για εορτασμό στην τράπεζαν του συμποσίου του Ιεχωβά.
25. Ποιες ερωτήσεις υποκινεί αυτό σχετικά με τη δική μας εποχή;
25 Μπορούμε, άρά γε, να σύρωμε παράλληλες γραμμές και να επεκτείνωμε το υπόδειγμα κρίσεως σε όλες τις μορφές της που προβάλλουν στην εποχή μας; Μήπως η παραβολή του Ιησού έχει κάποιο σαφές άγγελμα για μας; Μπορούμε, άρά γε, ν’ ανακαλύψωμε δύο τάξεις σε αντίθεσι και να ιδούμε πώς μια μεγάλη αλλαγή, μια ανατροπή των συνθηκών έχει λάβει χώραν ακριβώς κάτω από τους οφθαλμούς μας; Και βοηθούμεθα, ως άτομα, από αυτό να ιδούμε τι πρέπει να κάνωμε για να εύρωμε αληθινά πλούτη κάτω από την ευνοϊκή κρίσι του Θεού;