Πιστότης στην Οργάνωσι του Ιεχωβά
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΥΠΟ Σ. Α. ΛΙΒΑΓΚ
«ΕΝ ΕΖΗΤΗΣΑ παρά του Ιεχωβά, τούτο θέλω εκζητεί· το να κατοικώ εν τω οίκω του Ιεχωβά πάσας τας ημέρας της ζωής μου, να θεωρώ το κάλλος του Ιεχωβά, και να επισκέπτωμαι τον ναόν αυτού.»—Ψαλμ. 27:4, ΜΝΚ.
Το Γραφικό αυτό εδάφιο εκφράζει ακριβώς εκείνο που έχω επιθυμήσει αφότου εγνώρισα τον Ιεχωβά, η επιθυμία μου δε αυτή εμεγάλωσε περισσότερο δια μέσου των ετών. Έχω ιδεί πώς ο Ιεχωβά πάντοτε ευλογεί πλουσίως εκείνους, που υποστηρίζουν πιστά την οργάνωσί του στις προσπάθειές της. Επίσης, τέτοια πιστή υπηρεσία καταλήγει σε μεγάλη προσωπική ικανοποίησι και έχει ως αποτέλεσμα να βοηθηθούν πολλοί άλλοι για ν’ απολαύσουν το πέραν πάσης εκφράσεως προνόμιο να υπηρετούν τον Ιεχωβά μέσα στην ορατή του οργάνωσι.
Η ΠΙΣΤΟΤΗΣ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΕΝΩΡΙΣ
Η πιστότης μου προς τον Ιεχωβά και την οργάνωσί του εδοκιμάσθη ενωρίς και συχνά. Εγεννήθηκα σε μια Ρωμαιοκαθολική οικογένεια, αλλά πάντοτε ενδιαφερόμουν να μάθω ποιά είναι πράγματι η αλήθεια. Για τούτο, έκαμα εκτεταμένες έρευνες στη θρησκεία, όταν εδίδασκα σ’ ένα σχολείο στην πόλι Καμπανατουάν κατά τα πρώτα χρόνια μετά το 1930. Δεν βρήκα πραγματική ικανοποίησι στα έντυπα των διαφόρων θρησκειών που μελέτησα· έπειτα, όμως, ήλθα σ’ επαφή με τις εκδόσεις της Εταιρίας Σκοπιά. Αφού τις μελέτησα, εγνώρισα ότι εκείνο που έλεγαν ήταν η αλήθεια. Εφόσον αυτό ήταν η αλήθεια, άξιζε να λεχθή σε άλλους. Έτσι κι έγινε, μέχρις ότου, το 1933, αφιέρωσα τη ζωή μου στον Ιεχωβά.
Καθώς ηύξανα σε γνώσι, κατενόησα σαφέστερα τη θέσι ενός Χριστιανού αυτό το σύστημα πραγμάτων. Το βιβλιάριο Η Βασιλεία, η Ελπίς του Κόσμου μού εξήγησε την υπέρτατη αλήθεια ότι η βασιλεία του Θεού είναι η μόνη ελπίς του ανθρώπου, το μόνο φάρμακο για όλους τους ασθενείς του κόσμου. Έκαμα τη σκέψι ότι, αν εψήφιζα οποιαδήποτε ανθρώπινη κυβέρνησι, οποιονδήποτε υποψήφιο ή πολιτικό κόμμα, δεν θα ήμουν ουδέτερος όπως ο Ιησούς Χριστός όσον αφορά τις υποθέσεις αυτού του κόσμου. (Ιωάν. 17:16) Θα ήμουν, στην ουσία, άπιστος σχετικά με την κυβέρνησι του Ιεχωβά και ένας αρνητής της μεγάλης αληθείας ότι η βασιλεία του Θεού είναι η μόνη ελπίς του ανθρώπου. Αυτό δεν μπορούσα και ούτε ήθελα να το κάμω. Εν τούτοις, το γεγονός ότι έστρεψα τα νώτα μου προς την πολιτική του κόσμου εδημιούργησε κρίσι στην οικογένειά μας, που κατέληξε στο να με απαρνηθούν και στο ν’ απομακρυνθώ από το σπίτι.
Εφόσον ήμουν ο μόνος μάρτυς του Ιεχωβά στην κοινότητα, βρήκα ότι το προνόμιο της προσευχής ήταν μια μεγάλη πηγή δυνάμεως και παρηγορίας. Η γνώσις, ότι έκανα το θέλημα του Θεού και ότι υπέφερα χάριν της δικαιοσύνης, ήταν μια άλλη πηγή δυνάμεως και παρηγορίας. Αισθανόμουν τον Ιεχωβά Θεό πολύ κοντά μου καθώς επροχώρησα στο να εκφρασθώ, όπως αναγράφεται στον Ψαλμό 27:10 (ΜΝΚ): ‘Και αν ο πατήρ μου . . . με εγκαταλείψη, ο Ιεχωβά όμως θέλει με προσδεχθή.’ Και ο πιστός Θεός μου και ουράνιος Πατέρας έκαμε ακριβώς αυτό.—Παροιμ. 18:10.
Κάτω από τη διεύθυνσι του γραφείου της Εταιρίας στη Μανίλα, έμαθα να κάνω το έργο του κηρύγματος πιο αποτελεσματικά. Επήγαινα από σπίτι σε σπίτι με μια θήκη γεμάτη από Γραφικά έντυπα, εισάγοντας πρώτα το άγγελμα με μια κάρτα μαρτυρίας κι έπειτα επεκτεινόμενος επί του αγγέλματος και παρουσιάζοντας τα βοηθήματα Γραφικής μελέτης.
Καθώς συνέχιζα μ’ αυτόν τον τρόπο από μήνα σε μήνα, δεν αντελήφθηκα ότι είχα γίνει θέαμα στην κοινότητα, ειδικώς στους συναδέλφους μου, τους διδασκάλους. Κατόπιν ήλθε μια άλλη κρίσις, τη φορά αυτή σχετικά με το διδασκαλικό μου επάγγελμα. Μ’ εκάλεσαν στο γραφείο του διευθυντού του τμήματος εκπαιδεύσεως και μου είπαν ότι δεν ήταν δυνατόν να συνεχίσω να κηρύττω από σπίτι σε σπίτι τα Σαββατοκύριακα και να μου επιτρέπεται συγχρόνως να διδάσκω στο σχολείο. Τους εξήγησα, ότι καθένας, περιλαμβανομένων και των δημοσίων διδασκάλων, έχει το δικαίωμα να ασκή τη θρησκεία του κατά τον δικό του τρόπο. Αλλά ήταν ανώφελο. Μου εζήτησαν να παραιτηθώ. Εν τούτοις, είπα στον διευθυντή ότι δεν παραιτούμαι. Μπορούσε να κάνη ό,τι του ήταν αρεστό και να αναλάβη την ευθύνη ενώπιον του Παντοδυνάμου Θεού.
ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ
Έγραψα στον πρόεδρο της Εταιρίας του καιρού εκείνου, Ι. Φ. Ρόδερφορδ, πληροφορώντας τον για ό,τι μου συνέβαινε. Μου απήντησε με πολύ φιλάγαθο τρόπο, συμβουλεύοντάς με να αναλάβω έργο σκαπανέως, αν με απέλυαν από το σχολείο ως διδάσκαλο. Το έκαμα αυτό, και από τότε απήλαυσα σε απεριόριστη έκτασι το ολοχρόνιο κήρυγμα και τη διδασκαλία, είτε εμφανώς είτε κάτω από την επιφάνεια. Η διακονία έχει αποδειχθή ασυγκρίτως περισσότερο χαρωπή και ικανοποιητική παρά η διδασκαλία στο σχολείο, ή το να κάνω οποιοδήποτε άλλο έργο ως επάγγελμα.
Αφού εσυμβόλισα την αφιέρωσί μου στον Ιεχωβά Θεό με βάπτισμα στο νερό την 1η Οκτωβρίου 1934, διωρίσθηκα μαζί μ’ έναν άλλον σκαπανέα για να καλύψωμε την περιοχή Τάγκαλογκ στο κεντρικό τμήμα της Λουσών [Φιλιππίναι Νήσοι]. Αν και το έργο σκαπανέως εκείνη την εποχή δεν διεξήγετο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως τώρα, δεν ήταν όμως λιγώτερο ενθουσιώδες και απολαυστικό. Απαιτούσε πολλή πίστι όπως απαιτεί και σήμερα.
Όλοι οι τομείς εκείνο τον καιρό ήσαν εντελώς ανεπεξέργαστοι κι έπρεπε να μάθωμε νέες διαλέκτους για να μπορούμε να μιλούμε στους ανθρώπους εκάστης περιοχής στην οποία μεταβαίναμε. Όταν φθάναμε σε μια νέα πόλι, αναζητούσαμε εν πρώτοις ένα μέρος για να μείνωμε. Επειδή μερικές φορές δεν κατορθώναμε να βρούμε κατάλυμα αμέσως, ζητούσαμε την άδεια να καταλύσωμε στο δημαρχείο, αν όχι απλώς σ’ ένα κενό κελλί φυλακών. Καθώς πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι προσπαθούσαμε να διευθετήσωμε το ζήτημα στεγάσεως και τροφής και μετακομίζαμε όταν βρίσκαμε κατάλυμα.
Συνήθως εκηρύτταμε πρώτα στα κυβερνητικά γραφεία, στα σχολεία και στην πόλι την ίδια. Έπειτα εκηρύτταμε στον αγροτικό τομέα σε όσο βάθος μπορούσαμε να φθάσωμε. Εγεμίζαμε τους χαρτοφύλακές μας και μεταφέραμε επιπρόσθετα έντυπα σε δέσμες κάτω από τις μασχάλες μας. Περνούσαμε ποτάμια και ανεβαίναμε σε βουνά, τρώγοντας οποιαδήποτε τροφή μπορούσαμε να προμηθευθούμε στο δρόμο μας και κοιμώμενοι εκεί που ευρισκόμεθα, όταν έφθανε η νύχτα, ωσότου εξηντλείτο το απόθεμα των εντύπων μας. Οποτεδήποτε βρίσκαμε μέρος να κοιμηθούμε, ανταποδίδαμε τη φιλοξενία των οικοδεσποτών γνωστοποιώντας σ’ αυτούς τον Ιεχωβά Θεό και τη βασιλεία του. Συχνά συνωμιλούσαμε μέχρις αργά τη νύχτα. Κατόπιν, προτού αναχωρήσωμε το επόμενο πρωί, τους παρουσιάζαμε μερικά βιβλιάρια ως δώρον, αν δεν είχαν ήδη αποκτήσει μερικά προηγουμένως.
Εφαρμόζαμε το σύστημα ανταλλαγής ειδών σε ευρεία κλίμακα, ειδικώς στους αγροτικούς τομείς, λαμβάνοντας ρύζι, αυγά, κοτόπουλα, ζάχαρη και άλλα εγχώρια προϊόντα προς ανταλλαγήν με Γραφικά έντυπα. Ελάβαμε πείραν της κατά γράμμα εκπληρώσεως των λόγων του Ιησού στο Ματθαίος 6:33, όταν είπε: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού, και την δικαιοσύνην αυτού· και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή.»
Τον Φεβρουάριο του 1936 εκλήθηκα για υπηρεσία Μπέθελ στο τμήμα της Μανίλα. Απ’ εκεί ο πρώην σύντροφός μου στο έργο σκαπανέως κι εγώ εστάλημεν για να επεκτείνωμε το έργο στη Βυσάγυας και στη Μιντάναο. Αναχωρήσαμε για την πόλι Ζεμπού, που είναι η δεύτερη σε μέγεθος πόλις των Φιλιππίνων, απ’ όπου προχωρήσαμε για το έργο μας προς διάφορες κατευθύνσεις.
Καθώς μερικά ευνοϊκώς διακείμενα άτομα εδέχοντο την αλήθεια και αφιερώνοντο στον Ιεχωβά και ενώνοντο μαζί μας στο έργο, ο όμιλος ηύξανε ολοένα περισσότερο. Αυτό εδημιούργησε την ανάγκη να διαιρέσωμε τον όμιλο. Ο πιστός σύντροφός μου στο έργο σκαπανέως ωδήγησε τον έναν όμιλο ανατολικά προς τις επαρχίες των νήσων Βοόλ, Λέυτε και Μάσβατε. Εγώ ωδήγησα τον άλλον όμιλο δυτικά προς τις νήσους Νέγρος, Πανάυ και κατόπιν προς τα νότια στη Μιντάναο.
Παντού οι Καθολικοί ιερείς και οι Διαμαρτυρόμενοι ιεραπόστολοι όλων των δογμάτων αγωνίσθηκαν λυσσωδώς κατά του κηρύγματός μας. Μας επετέθησαν από τους άμβωνές των και με τις εκδόσεις των. Αλλά οι άνθρωποι, που αγαπούσαν τον Ιεχωβά και τη βασιλεία του, συνέχιζαν να εκδηλώνωνται, όχι σπάνια, ως άμεσον αποτέλεσμα αυτής της βιαίας εχθρότητος που εσημειούτο εναντίον μας.
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Ενωρίς το 1939 εκλήθηκα πάλι στη Μανίλα, όπου είχαμε την πρώτη μας συνέλευσι στις Φιλιππίνες, στην Αίθουσα της Μεγάλης Όπερας της Μανίλας. Έφτασε στο κατακόρυφον με την ομιλία του Αδελφού Ρόδερφορδ «Κυβέρνησις και Ειρήνη» η οποία κατεγράφη. Σχεδόν και οι 300 από μας διεφημίσαμε τη δημοσία ομιλία στους εμπορικούς τομείς της Μανίλας. Ήταν ενδιαφέρον να παρατηρή κανείς τις διάφορες αντιδράσεις των παρατηρητών—Θαυμασμό, διασκέδασι, εμπαιγμό, μίσος. Ένας θεατής έκαμε τα εξής σχόλια: «Δεν εγνώριζα ότι υπήρχαν τόσο πολλοί μάρτυρες του Ιεχωβά. Κύτταξε, είναι σαν ακρίδες!»
Το 1940 εστάληκα προς βορράν, με έξη σκαπανείς, για να αρχίσωμε το έργο στην περιοχή Ιλόκος και στην κοιλάδα Καγκαγιάν. Κάποτε παρεμείναμε περισσότερο από ένα μήνα στη φυλακή λόγω του κηρύγματός μας, αλλ’ όταν αφεθήκαμε ελεύθεροι επεστρέψαμε εκεί που είχαμε διακόψει το έργο και συνεχίσαμε για να καλύψωμε τον τομέα μας προς την κοιλάδα Καγκαγιάν.
Στις αρχές του 1941 μ’ εκάλεσαν πάλι στη Μανίλα. Μου ανετέθη τότε να υπηρετήσω διαφόρους ομίλους στη Βισάγυα και στη Μιντάναο στο νότο. Στο τέλος του Νοεμβρίου του έτους εκείνου είχα εκπληρώσει την αποστολή μου στο νότο και μου ώρισαν δρομολόγιο για να επιβιβασθώ σ’ ένα πλοίο προς τη Μανίλα στις 8 Δεκεμβρίου.
Δεν το έκαμα αυτό. Μόλις είχα τελειώσει να υπηρετώ έναν όμιλο σκαπανέων στο Τορίλ, στην πόλι Νταβάο, όταν οι Ιαπωνικές αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις εκτύπησαν με μια συνδυασμένη επίθεσι.
Αφού φορτωθήκαμε όλα τα έντυπα, που μπορούσαμε να μεταφέρωμε, κατευθυνθήκαμε προς τους λόφους, με τους Ιάπωνες στρατιώτες ακριβώς πίσω μας. Μερικές φορές έφθασαν σε νευραλγικά σημεία που ήσαν μπροστά μας κι έτσι έπρεπε να κάνωμε γύρο και να πεζοπορήσωμε, ως επί το πλείστον τις νύχτες, μέσα σε γεμάτες από βδέλλες ζούγκλες και χωρίς μονοπάτια ορεινές περιοχές. Προχωρήσαμε ως εκεί που δεν είχε καταληφθή ο τομεύς, κατ’ άτομο και καθ’ ομίλους.
Μελετούσαμε τον Λόγο του Θεού όσο το δυνατόν περισσότερο, προσευχόμενοι ακατάπαυστα για θεία καθοδηγία, ενδυνάμωσι και προστασία. Δεν περιμέναμε να έλθουν οι ευκαιρίες σε μας πριν να κηρύξωμε, αλλά εδημιουργούσαμε ευκαιρίες για να διαβιβάσωμε τον Λόγον της παρηγοριάς και της ζωής σε άλλους. Επειδή το απόθεμα των εντύπων μας ηλαττώθη πολύ, εδανείζαμε απλώς βιβλιάρια στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα κι εκάναμε επανεπισκέψεις για να διεξάγωμε τακτικές Γραφικές μελέτες. Με τον καιρό εγίναμε μια κινητή εκκλησία διακοσίων σχεδόν ατόμων—περίπου το ήμισυ Βισαγυανοί και το άλλο ήμισυ Ιλοκανοί—των οποίων τις διαλέκτους εμάθαμε να μιλούμε προς όφελός των.
Κατ’ επανάληψιν περιεζώσθημεν από τα διασταυρούμενα πυρά μεταξύ των Ιαπωνικών στρατευμάτων και των τοπικών ατάκτων στρατιωτών ή επέσαμε στα χέρια περιπλανωμένων ενόπλων ληστών. Απ’ όλ’ αυτά ο υπέροχος Θεός μας Ιεχωβά μάς ελευθέρωσε, ούτως ώστε οι μόνες ζωές που εχάθησαν ήσαν εκείνων που απέθαναν από ελονοσία ή κάποια άλλη ασθένεια, ή λόγω καθαρής εξαντλήσεως εξαιτίας των σκληρών αυτών πειρών επί τέσσερα περίπου χρόνια.
Ήταν πολύ εκπληκτικό να διαπιστώνωμε ότι, όταν εγκαθιστάμεθα σ’ ένα ωρισμένο μέρος, εφόσον δεν είχαμε καλύψει όλα τα προσιτά τμήματα του τομέως απ’ αυτό το ιδιαίτερο σημείο, δεν κατορθώναμε να μετακινηθούμε προς άλλη θέσι. Εν τούτοις, όταν εγκαθιστάμεθα σ’ ένα μέρος κι ενοιώθαμε ότι θα μας ήταν αρεστό να παραμείνωμε περισσότερο, κάτι ελάμβανε χώραν με στερεότυπο τρόπο, όταν είχε καλυφθη όλος ο προσιτός τομεύς, κι εσχηματίζαμε αντίληψι ότι ήμαστε υποχρεωμένοι να μετακινηθούμε. Ήταν μήπως το χέρι του Ιεχωβά που μας κατηύθυνε; Δεν είχαμε αμφιβολία γι’ αυτό.
Επειδή η κατάστασις επεδεινώθη, χωρίς να έχωμε καμμιά επικοινωνία με αδελφούς, που ήσαν σε άλλα μέρη των Φιλιππίνων, βρεθήκαμε αναγκασμένοι να προχωρήσωμε όλο και πιο μακρύτερα, προς το κέντρον των παρθένων δασών της Μιντάναο. Οι Ιάπωνες με επεκήρυξαν—νεκρό ή ζωντανό—αντί ενός χρηματικού ποσού.
Επί δύο ακόμη χρόνια έπρεπε να μένωμε στη ζούγκλα σαν μια ξεχωριστή κοινότης, χωρίς επαφή με τον έξω κόσμο εκτός όταν εκηρύτταμε. Προβαίναμε σε αποψίλωσι του εδάφους, διετηρούμεθα δε στη ζωή με ρίζες και αγρίους καρπούς και με κρέας αγριόχοιρων και πιθήκων έως τη συγκομιδή μας του ρυζιού, του αραβοσίτου και της γλυκοπατάτας. Οι διάφοροι οικογενειακοί όμιλοι ωργανώθηκαν για να εξετάζουν το εδάφιο της ημέρας, συνήθως τα βράδυα, όταν οι απρόοπτες επιδρομές από τους Ιάπωνες ή ιθαγενείς που διεξήγαν κλεφτοπόλεμο ήσαν περισσότερο απίθανες. Και τα δύο μέρη έδειχναν μεγάλη αγανάκτησι που δεν ετασσόμεθα με τη σχετική των παράταξι. Μια φορά την εβδομάδα είχαμε μια μελέτη εκκλησίας στις γλώσσες Σεμπού-Βισάγυα και Ιλοκάνο.
Ήλθε ο καιρός που τα περισσότερα έντυπά μας είχαν απολεσθή ή είχαν φθαρή. Μας είχαν απομείνει μόνον ολίγα αντίτυπα της Γραφής. Πώς εγίνετο τότε το έργο του κηρύγματος; Λοιπόν, κατετάξαμε τους αδελφούς σε ομίλους των έξη έως οκτώ ατόμων. Το ήμισυ των ομίλων ειργάζετο για την υλική τροφή της κοινότητος τη μια εβδομάδα, ενώ το άλλο ήμισυ εξήρχετο για να κηρύξη. Την άλλη εβδομάδα εγίνετο το αντίστροφο. Σε κάθε όμιλο υπήρχε ένας ή δύο ώριμοι αδελφοί που μπορούσαν να δώσουν μαρτυρία μιας ώρας σχετικά με τη Βασιλεία. Κάθε όμιλος είχε ένα ή δύο παιδιά, που είχαν εκπαιδευθή να δίνουν μια πεντάλεπτη περίληψι του ιδίου θέματος. Σε κάθε όμιλο υπήρχε ένα αντίτυπο της Γραφής. Όταν ένας όμιλος ήρχετο σ’ ένα σπίτι ή μια καλύβα, ένας από τον όμιλο χαιρετούσε κι εξηγούσε τον σκοπό της επισκέψεως, εισηγούμενος τον ομιλητή και το θέμα του. Έπειτ’ από την ωριαία επίσημη ομιλία, ο «εισηγητής» συνιστούσε να έχουν μια περίληψι της ομιλίας, την οποίαν έκανε το παιδί-διάκονος. Μετά την περίληψι, ο εισηγητής προσκαλούσε τους οικοδεσπότας να θέσουν ερωτήσεις. Αν δεν είχαν ερώτησι ή ήσαν πολύ συνεσταλμένοι για να υποβάλουν, άλλοι από τον όμιλο υπέβαλλαν ερωτήσεις που είχαν ετοιμασθή εκ των προτέρων προς όφελος των οικοδεσποτών. Διάφορα μέλη του ομίλου συμμετείχαν στην απάντησι ερωτήσεων. Μ’ αυτό τον τρόπο συμμετείχαν όλοι στη μαρτυρία.
Προς το τέλος της κάτω από την επιφάνεια διακονικής αυτής δράσεως, έπεσα στα χέρια μιας Ιαπωνικής περιπόλου στη διάρκεια μιας επιδρομής εναντίον του κρησφυγέτου μας στη ζούγκλα. Εβάδισα, συνοδευόμενος ως ένας επικίνδυνος εγκληματίας, δια μέσου της ζούγκλας και μέσα στην πόλι ως την Ιαπωνική Διοίκησι. Ήμουν ευτυχής, όταν διεπίστωσα ότι είχα τη μικρή μου Γραφή της τσέπης, το μόνο πράγμα που κατώρθωσα να πάρω μαζί μου. Στο στρατόπεδο υπεβλήθηκα σ’ εξαντλητική εξέτασι από τον επί κεφαλής Ιάπωνα αξιωματικό μέσω διερμηνέως. Εξήγησα από τη Γραφή την ουδέτερη στάσι των μαρτύρων του Ιεχωβά και ως αφιερωμένοι διάκονοι του Θεού, ήμεθα πιστοί στην κυβέρνησι της ουρανίας βασιλείας του Ιεχωβά. Έπειτ’ από ώρες εξαντλητικής εξετάσεως που παρετάθη μέχρι βαθείας νυκτός, προς μεγάλη μου έκπληξι, αφέθηκα ελεύθερος! Γρήγορα επέστρεψα στους πολυαγαπημένους μου στο σπίτι μας της ζούγκλας, όπου οι θερμές προσευχές και η λύπη μετετράπησαν σε κραυγές χαράς και δάκρυα ευγνωμοσύνης προς τον Ιεχωβά για τις θαυμάσιές του πράξεις αγαθότητος.
ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΔΡΑΣΙΣ
Το 1945 ήλθαν οι Αμερικανικές απελευθερωτικές δυνάμεις και οι αδελφοί επέστρεψαν ο καθένας στην πόλι του. Οπουδήποτε κι αν επήγαιναν, μετέφεραν το νέο τρόπο ζωής που είχαν μάθει με άλλους από τον λαό του Θεού στη διάρκεια του πολέμου. Έτσι εξηγείται το ότι, μετά την Ιαπωνική κατοχή των Φιλιππίνων, εκκλησίες των μαρτύρων του Ιεχωβά ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια εδώ κι εκεί. Οι 373 Μάρτυρες προ του πολέμου έγιναν περισσότεροι από 2.000 μετά τον πόλεμο.
Απεχωρίσθηκα μακριά από τους προσφιλείς αδελφούς της Μιντάναο, κι έτσι μπορούσα να έρχωμαι σ’ επαφή με άλλους αδελφούς και ν’ αποστέλλω, επίσης, έκθεσι στο τμήμα της Μανίλας, όπου έφθασα προς το τέλος του 1945. Το 1946 υπηρέτησα ως υπηρέτης περιφερείας. Το 1947 ο πρόεδρος της Εταιρίας, Ν. Ο. Νορρ και ο γραμματεύς του Μ. Χένσελ, επεσκέφθησαν τις Φιλιππίνες. Η αξιομνημόνευτη αυτή επίσκεψις απεδείχθη ως ένας σταθμός για το έργο της Βασιλείας στις Φιλιππίνες, διότι έπειτα από λίγο, ετοποθετήθησαν στη χώρα ιεραπόστολοι εκπαιδευμένοι στη σχολή Γαλαάδ. Αυτό εσημείωσε την έναρξι της ταχείας αυξήσεως που έφθασε σε 33.737 ευαγγελιζομένους εν δράσει τον Δεκέμβριο του 1963!
Το 1949 εκλήθηκα στη Σχολή Γαλαάδ με δύο άλλους αδελφούς από τις Φιλιππίνες και έλαβα το πτυχίο στη Συνέλευσι «Αύξησις της Θεοκρατίας», στο Στάδιο Γιάγκη της πόλεως Νέας Υόρκης, το 1950. Διωρίσθηκα τότε πάλι στις Φιλιππίνες. Το επόμενο έτος, με τη βοήθεια της Εταιρίας και άλλων αγαπητών αδελφών, μπόρεσα να παρακολουθήσω τις Συνελεύσεις Καθαράς Λατρείας στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Το 1955 είχα το σπάνιο προνόμιο να παρακολουθήσω τις Συνελεύσεις της Θριαμβευούσης Βασιλείας στο Λος Άντζελες, Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Παρίσι, Νυρεμβέργη, Βερολίνο και Χάγη· επεσκέφθηκα δε, και άλλους αδελφούς στη Μαδρίτη, Ρώμη, Βυρηττό, Μπανγκόκ και Χόνγκ Κόνγκ κατά την επιστροφή μου.
Ευνοηθήκαμε από μια άλλη επίσκεψι του Αδελφού Νορρ στο 1956, και του αντιπροέδρου της Εταιρίας, Φ. Φραντς, στο 1957. Κατόπιν, στα 1958, ήμουν ένας από τους 81 αντιπροσώπους των Φιλιππίνων σ’ αυτή την αλησμόνητη Διεθνή Συνέλευσι του Θείου Θελήματος στο Στάδιο Γιάγκη και στο Πόλο Γκράουντς στην Πόλι της Νέας Υόρκης. Το 1963 σκιρτούσαμε από χαρά βλέποντας ότι η Μανίλα εχρησιμοποιείτο ως μια από τις πόλεις, που περιελήφθησαν στη μεγάλη Ανά-τον-Κόσμο Συνέλευσι των μαρτύρων του Ιεχωβά. Πόσο πλήρεις ευγνωμοσύνης ήμεθα, βλέποντας 37.806 άτομα στο ακροατήριο της δημοσίας ομιλίας, πράγμα που υπερέβαινε τις προσδοκίες μας! Από τότε, με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά, συνεχίζω ν’ απολαύω πολλούς πολύτιμους θησαυρούς υπηρεσίας στο γραφείο του τμήματος της πόλεως Κουεζόν.
Ναι, η ζωή μέσα στην οργάνωσι του Ιεχωβά είναι πλουσία πέραν οποιασδήποτε συγκρίσεως! Όλες τις πολλές ευλογίες που έχω απολαύσει, τις οφείλω στον υπέροχο Θεό μας, τον Ιεχωβά, και στην πιστή του οργάνωσι, που είναι τόσο αξία της εκ μέρους μας ανταποδόσεως πλουσίας αγάπης και πιστότητος.
Αν ήταν δυνατόν να επιστρέψω στην πρώτη μου νεότητα, θα ήθελα να κάμω την ίδια απόφασι που έκαμα πριν από τριάντα ένα έτη, μόνο με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα—να υπηρετώ τον Ιεχωβά πιστά ολοχρονίως με την αξιοθαύμαστη οργάνωσί του.