Επιδιώκοντας τον Σκοπό μου στη Ζωή
Αφήγησις της Χέιζελ Ο. Μπάρφορντ
ΕΠΙΘΥΜΗΣΑΤΕ ποτέ κάτι τόσο έντονα ώστε κάθε κύτταρο του είναι σας να φαίνεται ότι το ποθεί ζωηρά; Και κατόπιν, πόσο υπέροχα ευτυχής εγίνατε όταν το επετύχατε! Γνωρίζετε τώρα τι εσήμαινε για μένα το έργον του σκαπανέως. Απ’ τον καιρό που έκαμα την αφιέρωσί μου, στην ηλικία των δεκατεσσάρων ετών, εζήτησα να κάμω ακριβώς ό,τι ηυχήθην τότε να κάμω—να δώσω όλον μου τον χρόνον, τη δύναμι, την ενέργεια, στη μελέτη και κατόπιν να βοηθήσω άλλους να μάθουν τις αλήθειες που τόσο μ’ εχαροποίησαν. Για μένα η υπακοή στο Ρωμαίους 12:1 εσήμαινε ολοχρόνια υπηρεσία· έτσι, τα γυμνασιακά μου χρόνια δεν ήσαν τελείως ευτυχή για μένα.
Ήλθε η αποφοίτησις, αλλ’ όχι και η πραγματοποίησις του ονείρου μου. Οι γονείς μου, μη αφιερωμένοι, ποτέ δεν μου εναντιώθηκαν στην εκτέλεσι ή εκπλήρωσι της αφιερώσεώς μου. Φρονούσαν ότι μου έδωκαν κάποια μόρφωσι. Τώρα σ’ εμένα ανήκε ν’ ακολουθήσω τον δρόμο μου. Εστράφηκα, λοιπόν, στον δεύτερο πόθο μου, στο να γίνω νοσοκόμος. Για την εκπαίδευσί μου μπήκα στο Νοσοκομείο των Παίδων στο Ντένβερ της Πολιτείας Κολοράντο, την 1η Σεπτεμβρίου 1925. Το έργον εκείνο το απήλαυσα πάρα πολύ. Επήλθε όμως ένας νέος κίνδυνος στην επιδίωξι του σκοπού μου στη ζωή:
Το να είμαι στο καθήκον μου δέκα ώρες το εικοσιτετράωρο, εκτός από τις περιόδους σχολής και μελέτης, εσήμαινε ότι η παρακολούθησις συναθροίσεων και ο χρόνος υπηρεσίας μου ήσαν πολύ άτακτα, και στο τέλος, με τη συσσώρευσι των φροντίδων της παρούσης ζωής, ελαττώθηκε η παραγωγή των καρπών της Βασιλείας. Ο ζήλος μου εψυχράνθη. Μου εδόθησαν τότε μερικές έξοχες Γραφικές συμβουλές από ένα μέλος της εκκλησίας του Ντένβερ. Ντροπιασμένη, επιφυλακτικά συνεφώνησα να συναντηθώ με τον όμιλο για υπηρεσία το απόγευμα του επομένου Σαββάτου. Επήγα· κανείς όμως άλλος δεν ήλθε. Η επιφυλακτικότης μου σιγά-σιγά μετεβλήθη σε προθυμία. Αν ήθελε, ας ερχόταν κάποιος· εγώ ήθελα να πάω στην υπηρεσία. Ύστερ’ από μιας ώρας αναμονή, ένας ψυχρός τρόμος άρχισε να με καταλαμβάνη, διότι η συνείδησίς μου με κατεδίκαζε. Υπήρξα πολύ αμελής—ο Ιεχωβά έστρεψε τα νώτα Του προς εμένα! Επιστρέφοντας στο δωμάτιό μου, στο νοσοκομείο, έπεσα στα γόνατά μου, ζητώντας συγχώρησι και μια άλλη ευκαιρία υπηρεσίας. Ύστερ’ από λίγον καιρό, επανήλθε η ηρεμία καθώς απεφάσισα να κάμω το καλύτερο που μπορούσα από τότε και ν’ αφήσω την έκβασι σ’ έναν εύσπλαχνο και φιλάγαθο Θεό.
Τα χρόνια που εμεσολάβησαν απέδειξαν με αφθονία ότι μόνο εφόσον κάνω το καλύτερο που μπορώ για να εκτελέσω την υποχρέωσι του να επιδιώξω τον σκοπό μου στη ζωή θα έχω ειρήνην διανοίας και ευχαρίστησι.
Το φθινόπωρο του 1929, καθώς άρχισε η οικονομική κρίσις, απεφοίτησα από τη σχολή νοσοκόμων. Τριάντα περίπου άλλοι απόφοιτοι είχαν προτεραιότητα διορισμού, οι δε περιπτώσεις ήσαν λίγες και απείχαν μεταξύ των, ήσαν δε όλες οι πιο λίγο επιθυμητές. Τον επόμενο Ιανουάριο (1930), με τη βοήθεια ενός οικογενειακού φίλου, έγινα δεκτή για εργασία μ’ έναν από τους καλυτέρους και πιο πολυάσχολους χειρουργούς των Δυτικών Πολιτειών. Πληρωμή εξαίρετη, αύξησις κάθε εξάμηνο, ώρες εργασίας κανονικές—που μου επέτρεπαν να παρακολουθώ όλες τις συναθροίσεις και να πηγαίνω στο έργον κάθε Σαββατοκύριακο. Τι περισσότερο μπορούσα να ζητήσω;
Η ολοχρόνια υπηρεσία αποτελούσε τον αντικειμενικό μου σκοπό! Διεπίστωσα, όμως, ότι και ανάμεσα από μερικούς αφιερωμένους εθεωρήθην ως φανατική επειδή είχα υπ’ όψιν τέτοιο πράγμα. Εγνώριζα ότι είχα αφιερωθή να δώσω τα πάντα και κυρίως τον εαυτό μου και δεν μπορούσα να είμαι ικανοποιημένη με λιγώτερα.
Αντιμετώπισα, κατόπιν, την αναγγελία της διεθνούς συνελεύσεως του Κολόμπους, Οχάιο, τον Ιούλιο του 1931. Το θέρος είναι η πιο πολυάσχολη εποχή του έτους στο Κολοράντο. Στο γραφείο του γιατρού κανείς δεν έλαβε άδεια απ’ τον Μάιο ως τον Νοέμβριο· κι έτσι η συνέλευσις για μένα ήταν αποκλεισμένη. Εν τούτοις, επειδή δεν παρευρέθηκα ποτέ σε μια μεγάλη συνέλευσι, καθώς επλησίαζε ο καιρός η επιθυμία μου να είμαι εκεί έγινε σχεδόν ακατανίκητη. Είχα οικονομήσει περίπου χίλια δολλάρια, κι έτσι την πρώτη μέρα του Ιουνίου εγκατέλειψα την εργασία και υπέβαλα την αίτησί μου για υπηρεσία σκαπανέως, σχεδιάζοντας να παρακολουθήσω τη συνέλευσι, να βρω ένα σύντροφο και να προχωρήσω στην επιδίωξι του σκοπού μου στη ζωή: στην ολοχρόνια υπηρεσία.
Η συνέλευσις ήταν πιο μεγαλειώδης από όσο ωνειρεύθηκα ποτέ—ένα θαυμαστό κίνητρο που θα με έρριχνε προς το στάδιο που εδιάλεξα. Επηκολούθησε η εξεύρεσις ενός συντρόφου. Εζητούσα να βρω κάποιον με αυτοκίνητο, αλλά γρήγορα διέκρινα ότι και όλοι οι άλλοι πιθανοί σκαπανείς αυτό έκαναν· έτσι διέθεσα το σύνολο των οικονομιών μου στην αγορά ενός αυτοκινήτου. Κατόπιν, με πλήρη επάφεσι στην επαγγελία του Ιεχωβά ότι θα μας προμηθεύση τα άλλα, αν εμείς ζητούμε πρώτα τη Βασιλεία, ένα άλλο νεαρό κορίτσι κι εγώ πήγαμε στο Τέξας να εργασθούμε. Κι αυτή, επίσης, ποτέ δεν είχε κάμει έργον σκαπανέως.
Με τη μέθοδο του «δοκίμαζε και διόρθωνε σφάλματα» εμάθαμε το έργον του σκαπανέως και είχαμε και πολλές φαιδρές περιπέτειες. Είχαμε τομέα στο ανατολικό Τέξας, κοντά στα νέα πετρελαιοκοιτάσματα του Γκλαντγουώτερ, όπου δεν είχε φθάσει ακόμη η οικονομική κρίσις. Τα έντυπα που διεθέταμε ήσαν πάρα πολλά, αλλ’ όχι και τόσα ώστε να μπορέσωμε να νοικιάσωμε το επιπλωμένο μας δωμάτιο. Ενώσαμε, λοιπόν, τους πενιχρούς μας πόρους, αγοράσαμε μια σκηνή και άλλα εφόδια καταυλισμού, και «τραβήξαμε στα δάση». Ήταν έξοχο στο λαμπρό καιρό του φθινοπώρου! Εκάναμε οικονομία σε βενζίνη και σε χρόνον οδοιπορίας, καταυλιζόμενες οπουδήποτε ετελείωνε το έργον μας τη μια μέρα ή όπου επρόκειτο ν’ αρχίση την επόμενη. Αλλά κατόπιν οι χειμερινές βροχές, τα χιόνια και τα χιονόνερα κατά καιρούς, μας ανάγκασαν να προσφύγωμε σε καλύτερο καταφύγιο· ενοικιάσαμε λοιπόν καλύβες του ενός δωματίου τις οποίες διατηρούν οι γεωργοί για τους εργάτας της βαμβακοκαλλιεργείας των. Ήσαν πολυτελείς; Όχι και τόσο· αλλ’ επειδή έπρεπε να κουβαλάμε νερό, να κόβωμε ξύλα, να μαγειρεύωμε πάνω σ’ ένα υπαίθριο τζάκι, ήταν φαιδρό το ν’ αντιμετωπίσωμε και να υπερνικήσωμε κάθε πρόβλημα, με την ικανοποίησι του «έκαμον καθώς προσέταξας εις εμέ» και διότι είχαμε βοηθήσει κι άλλους να μάθουν την οδόν της ζωής. Συνεχείς βροχές και σχεδόν αδιάβατοι δρόμοι τους οποίους περάσαμε προσπαθώντας να φθάσωμε σε κάθε σπίτι του τομέως μας συνετέλεσαν στην επιτυχία μας. Οι εργάται των πετρελαιοκοιτασμάτων, οι υλοτόμοι και οι γεωργοί καθημερινώς μας βοηθούσαν από τη μια λασπότρυπα στην άλλη. Πάντοτε ήθελαν να ξέρουν γιατί δυο μονάχες νεαρές γυναίκες έπρεπε να πηγαίναμε σ’ εκείνο το σπίτι πάνω σε τέτοιο δρόμο και με τέτοιον καιρό. Γι’ αυτό είχαμε πολλές ευκαιρίες να δώσωμε μαρτυρία καθισμένες στο άκρον ενός μοχλού ή θέτοντας πέτρες κάτω από τον τροχό, για να υψωθή έτσι από την κοίτη του πηλού. Ήταν δύσκολο στο αυτοκίνητο και σ’ εμάς, αλλά στο τέλος κάθε τέτοιας μέρας απελαμβάναμε ένα βαθύ ύπνον ικανοποιήσεως.
Την άνοιξι ενυμφεύθη η σύντροφός μου και η αδελφή του συζύγου της έγινε σύντροφός μου· έτσι και οι τέσσερες ειργαζόμεθα μαζί. Επειδή δεν υπήρχε τότε έργον επανεπισκέψεων και μελετών κατ’ οίκους εκείνες τις μέρες, συνεπληρώσαμε τον τομέα μας τον Μάιο και ξεκινήσαμε για το Παγχάντλ για να εργασθούμε καθ’ οδόν προς τον θερινό τομέα στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, το Κολοράντο. Αλλά μετά ένα μήνα από τη μέρα που φθάσαμε εκεί, η αρχική μου σύντροφος και ο σύζυγός της εγκατέλειψαν το έργον σκαπανέως επί ένα χρονικό διάστημα, η δε αδελφή του κι εγώ εξακολουθήσαμε μόνες τα επόμενα πέντε έτη. Στη βρεφική της ηλικία είχε προσβληθή από πολιομυελίτιδα, που της είχε αφήσει μεγάλη αναπηρία, ώστε δεν μπορούσε να εκτελή πολλές από τις φυσικές εργασίες που είναι αναπόφευκτες σε μεμονωμένο τομέα· γι’ αυτό η μερίδα μου στις χειρωνακτικές εργασίες ήταν βαρύτερη στις μικροδουλειές, όπως λόγου χάριν στην αλλαγή ελαστικών, τη λίπανσι του αυτοκινήτου, κλπ., αλλ’ αυτή ήταν εξαίρετη ως σπουδαστής της Γραφής, πολύ ώριμη πνευματικά, μια πραγματική βοήθεια για μένα. Ο αδελφός της και η σύζυγός του μας έκαμαν ένα ρυμουλκούμενο σπίτι, που μας έκαμε να μπορέσωμε να συνεχίσωμε στους πολύ δυσκόλους τομείς. Εμάθαμε τη διαφορά μεταξύ του να περνάμε με τα αναγκαία πράγματα και να έχωμε τα όσα ενομίζαμε ως αναγκαία.
Αλλά το ταλαιπωρημένο σώμα της ζηλωτρίας μικρής συντρόφου μου δεν μπορούσε να συμβαδίση με το πρόθυμο πνεύμα, και την άνοιξι του 1937 αναγκάσθηκε να εγκαταλείψη την ολοχρόνια υπηρεσία.
Επιδιώκοντας τον σκοπό μου στη ζωή, εξακολούθησα να εκτελώ έργον σκαπανέως με μια οικογένεια από το Όρεγκον και με τη γενναιόδωρη βοήθειά των μετακομίσαμε μαζί στο Κεντώκυ για να εργασθούμε και ν’ αποκτήσωμε όσα εχρειάζοντο για να μεταβούμε στη συνέλευσι του Κολόμπους, Οχάιο, εκείνο το καλοκαίρι. Ήταν ένα πραγματικό συμπόσιο για μένα μετά τα χρόνια που επέρασα στον απομονωμένο τομέα. Βρήκα επίσης μια παλαίμαχο σκαπανέα αδελφή να εργασθώ μαζί της. Οι βαμβακοφυτείες της Αλαμπάμας απεδείχθησαν πολύ ευκολώτερες για επεξεργασία από τα κτηνοτροφικά κτήματα του Τέξας, τα δε διατιθέμενα έντυπα ήσαν αρκετά, ώστε να μπορέσω να κάμω ένα ταξίδι στην πατρίδα μου για να επισκεφθώ τον ανάπηρο πατέρα μου, τον οποίον δεν είχα ιδεί επί οκτώ σχεδόν έτη. Από την εκκλησία του τόπου μου μ’ επλησίασε μια νεαρή αδελφή, η οποία ήθελε να κάνη έργον σκαπανέως· αλλ’ είχε ανάγκη κάποιας βοηθείας για να ξεθαρρέψη. Επί μερικά έτη εργασθήκαμε μαζί στις Νότιες Πολιτείες, από δε την εποχή που αυτή απεφοίτησε από τη Σχολή Γαλαάδ υπηρετεί ως ιεραπόστολος στο Ελ Σαλβαντόρ έως σήμερα.
Το 1941, όταν ειργαζόμεθα σε απομονωμένο τομέα στο δυτικό μέρος του Κεντώκυ, παρευρεθήκαμε στη συνέλευσι ζώνης (ήδη περιοχής) στο Καίηπ Τζιραρντώ, του Μιζούρι. Παρασκευάζοντας το δείπνον στην καφετήρια, εκλήθην ν’ απαντήσω σε μια μακρινή τηλεφωνική πρόσκλησι που μου παρείχε το προνόμιο να βοηθήσω στη νοσηλεία του Αδελφού Ρόδερφορδ, που ασθενούσε τότε βαριά, σ’ ένα νοσοκομείο του Έλκχαρτ, Ινδιάνας. Συγκινημένη από την είδησι της ασθενείας του, συντετριμμένη από την τεραστία ευθύνη που επρόκειτο να επωμισθώ, απήντησα στην αρχή αρνητικά· αλλά πάντοτε φοβισμένη που αρνήθηκα μια ανάθεσι υπηρεσίας μήπως τυχόν δεν μου ανατεθή άλλη, την εδέχθηκα με προσευχή. Ευθύς έφυγα από το κέντρον της συνελεύσεως κι έκαμα τις αναγκαίες προετοιμασίες για τα νέα μου καθήκοντα, τα οποία και ανέλαβα μετά τριάντα έξη ώρες όταν μπήκα στον θάλαμο του ασθενούς αδελφού μας. Μετά μια εβδομάδα είχα το προνόμιο να συνοδεύσω τον Αδελφό Ρόδερφορδ και τη συντροφιά του στην Καλιφορνία, όπου κατοικήσαμε στο Μπεθ-Σαρίμ, στον «Οίκον των Αρχόντων», στις επόμενες οκτώ εβδομάδες ως τον θάνατό του την 8η Ιανουαρίου 1942. Αν δεν ήμουν σκαπανεύς, η ασυνήθης εκείνη και πολύτιμη υπηρεσία δεν θα ανετίθετο σε μένα, διότι όλοι οι σύντροφοι και βοηθοί του προήρχοντο από τις τάξεις των ολοχρονίων εργατών.
Από την Καλιφορνία επέστρεψα κατ’ ευθείαν στον πρότερο όμιλό μου στο Σόμερσετ του Κεντώκυ. Εδώ συναντήσαμε πραγματική εναντίωσι, μας συνέλαβαν κατ’ επανάληψιν και εκάμαμε λίγον καιρό στη φυλακή· αλλά, ως συνέπεια, κατωρθώθη να λάβωμε τελικά μια ευνοϊκή απόφασι του εφετείου του Κεντώκυ, η οποία διετήρησε από τότε ανοιχτή την οδόν του έργου.
Στη θεοκρατική ιστορία το έτος 1943 είναι αξιοσημείωτο για το άνοιγμα της σχολής Γαλαάδ. Προς ανέκφραστη χαρά μου εκλήθην για τη δεύτερη σειρά σπουδαστών να εγγραφώ στο μητρώον τον Σεπτέμβριο. Εκείνο το θέρος επεσκέφθηκα τη χήρα μητέρα μου, συνοδεύοντάς την στην περιφερειακή συνέλευσι του Ντένβερ. Το ποτήριον της χαράς μου πραγματικά υπερχείλιζε καθώς γινόμουν μάρτυς του βαπτίσματός της. Κατόπιν πήγα στη σχολή Γαλαάδ κι επέρασα τους πέντε μήνες της πιο αγνής χαράς που εδοκίμασα ποτέ.
Το επόμενο έτος απετέλεσε για μένα μια πραγματική μάχη. Ποθούσα τόσο απεγνωσμένα την ατμόσφαιρα εκείνη του Νέου Κόσμου της σχολής Γαλαάδ, ώστε σχεδόν απογοητεύθηκα με τον διορισμό μου στο Περθ Αμπού της νέας Ιερσέης· αλλ’ αναγκάζοντας τον εαυτό μου να προχωρήση εκδιώκοντας τον σκοπό μου στη ζωή, τελικά υπερενίκησα κι άρχισα πραγματικά ν’ απολαμβάνω την υπηρεσία και πάλι.
Κατόπιν ήλθε η είδησις ότι τέσσερες από μας επρόκειτο να εργασθούν στον Παναμά. Την κοχλάζουσα τροπική χώρα! Δεν θα μπορούσα να επιζήσω πολύν καιρό σ’ εκείνο τον καύσωνα, άρχισα πρώτα να σκέπτωμαι. Αλλ’ άλλοι άνθρωποι σαν εμένα έζησαν εκεί επί γενεές, διεβεβαίωσα τον εαυτό μου, γιατί λοιπόν εγώ δεν θα μπορούσα να εργασθώ εκεί; Εννέα χρόνια ιεραποστολικού έργου εδώ στον Ισθμό του Παναμά απέδειξαν το αβάσιμον των κακών μου προαισθήσεων. Όταν έφθασα, στις 28 Δεκεμβρίου 1945, μια άλλη αλήθεια μου γεννήθηκε στην αντίληψι: Ότι η οικογένειά μου, οι άνθρωποί μου, είναι παντού στον κόσμο και ως ιεραπόστολος κανείς ποτέ δεν πρέπει να νοσταλγή ή να είναι μονήρης. Λαμπρά και νωρίς το πρωί μετά την άφιξί μας, ένας από τους ευαγγελιζομένους απ’ το άλλο μέρος του Ισθμού ήταν στην πόρτα για να μας παραλάβη στο αυτοκίνητό του και να μας πάη στο Κολόν της πλευράς του Ατλαντικού. Μολονότι το δέρμα του ήταν σημαντικά πιο μαύρο απ’ το δικό μας, είχε το ακτινοβόλο εκείνο χαμόγελο της Βασιλείας, την ίδια φιλάγαθη διάθεσι και επιθυμία να υπηρετή όπως οι αδελφοί μας εκεί στο Μπέθελ. Απ’ το πρώτο εκείνο πρωί της γνωριμίας μας και σε όλα τα τέσσερα και πλέον χρόνια της συνεργασίας μας, αυτός και οι άλλοι αδελφοί και αδελφές μας ποτέ δεν ήσαν πολύ απασχολημένοι ή πολύ κουρασμένοι, ώστε να μην μπορούν να μας βοηθήσουν σε κανένα πρόβλημα της νέας μας κατοικίας. Ήσαν τόσο πρόθυμοι να βοηθήσουν στην εκτέλεσι του έργου και τόσο συνεργατικοί, ώστε εκείνο τον καιρό χαρήκαμε που είδαμε τη μικρή ομάδα των δεκαπέντε περίπου ευαγγελιζομένων αυξημένη σε μια καλά ωργανωμένη εκκλησία εκατό σχεδόν ατόμων. Αφού εργασθήκαμε εκεί επί δύο περίπου χρόνια, εθεωρήσαμε σκόπιμο να σχηματίσωμε μια Ισπανόφωνη εκκλησία και, μολονότι τα Ισπανικά μου ήσαν ακόμη πολύ φτωχά, είχα το προνόμιο να συνεργασθώ με την εκκλησία απ’ τον καιρό του σχηματισμού της και να υπηρετήσω μάλιστα ως υπηρέτης μέσα σ’ αυτήν.
Εφόσον οι εκκλησίες των ακραίων πόλεων της Ζώνης του Ισθμού λειτουργούσαν ομαλά, η Εταιρία απεφάσισε να βοηθήση τους καλής θελήσεως ανθρώπους στο «Εσωτερικόν» του Παναμά· έτσι, στο έτος 1950 ήμουν μια από τις τέσσερες που εξελέγησαν να μεταβούν στην Τσίτρε. Εδώ θετικά αρχίσαμε να κατανοούμε τη σημασία του θαύματος που επετέλεσε ο Ιεχωβά στον Πύργο της Βαβέλ, καθώς ηγωνιζόμεθα να διατυπώσωμε το πολύτιμο μας άγγελμα της Βασιλείας σε κατανοητή Ισπανική γλώσσα. Απ’ τον καιρό της βασικής μας εκπαιδεύσεως στη σχολή Γαλαάδ, εμελετούσαμε συστηματικά και μπορούσαμε να διαβάσωμε πολύ καλά, αλλά τώρα ανεκαλύψαμε ότι η δική μας χρήσις της γλώσσης ήταν εντελώς ανεπαρκής για τις πολλές περιστάσεις που συναντούσαμε. Ύστερ’ από ένα περίπου έτος ωργανώθη μια εκκλησία, και εμείς οι τέσσερες αδελφές κατείχαμε θέσεις υπηρετών· και όταν, τον Δεκέμβριο του 1952, προσεκλήθημεν στην Πόλι του Παναμά, μπορέσαμε ν’ αφήσωμε στην Τσίτρε μια ομάδα οκτώ ευαγγελιζομένων, με ιθαγενείς αδελφούς εκπαιδευμένους για θέσεις υπηρετών. Κάτω από την ευλογία του Ιεχωβά τώρα η εκκλησία της Τσίτρε εδιπλασιάσθη περίπου.
Τον Μάιο του 1954 ωργανώθη μια εκκλησία μέσα στην ίδια τη Ζώνη της Διώρυγος, και για πρώτη φορά υπέβαλαν εκθέσεις έργου οκτώ ευαγγελιζόμενοι· μετά δώδεκα μήνες ήσαν είκοσι. Η ευλογία του Ιεχωβά μας κάνει όλους πλουσίους και δυνατούς πνευματικώς. Σε πολλά μέρη εργαζόμεθα όλη μέρα ανάμεσα σε ρυπαρές περιοχές από πυκνοκατωκημένες κατοικίες. Το βράδυ επιστρέφαμε σ’ ένα καθαρό, άνετο ιεραποστολικό οίκο που διατηρείται από την Εταιρία, τους αδελφούς μας. Έτσι, αυτά τα τελευταία είκοσι τρία έτη διαπιστώνω τώρα ότι εδαπανήθησαν πολύ καλά στην επιδίωξι του σκοπού μου στη ζωή, και ελπίζω να συνεχίσω επ’ άπειρον την ολοχρόνια υπηρεσία μου σε οποιοδήποτε τομέα θα μου ανέθετε φιλαγάθως ο Ιεχωβά.