ΑΓΡΙΟΣΙΤΑΡΟ
[εβρ., κουσσέμεθ].
Κατώτερο είδος σιταριού, του οποίου οι σπόροι δεν διαχωρίζονται εύκολα από το άχυρο. Στην αρχαιότητα, το αγριοσίταρο (σίτος η σπέλτα [Triticum spelta]) καλλιεργούνταν στην Αίγυπτο (Εξ 9:32), όπου σύμφωνα με τον ιστορικό Ηρόδοτο (Β΄, 36, 77) χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή ψωμιού. (Βλέπε Ιεζ 4:9.) Οι Ισραηλίτες φαίνεται ότι το φύτευαν ως όριο γύρω από τους αγρούς τους για να αποτελεί ένα είδος φράχτη.—Ησ 28:25.