ΦΕΡΟΥΔΑ (Φερουδά) [από μια ρίζα που σημαίνει «αποχωρίζω»]. Προπάτορας μιας οικογένειας υπηρετών του Σολομώντα. Ονομάζεται και Φεριδά.—Εσδ 2:55· Νε 7:57.