ΕΛΔΑΔ
(Ελδάδ) [πιθανώς, Ο Θεός Έχει Αγαπήσει].
Ένας από τους 70 πρεσβυτέρους τους οποίους διάλεξε ο Μωυσής για να τον βοηθούν να βαστάζει το φορτίο του λαού. Επειδή το μεικτό πλήθος καθώς και οι Ισραηλίτες γόγγυζαν για το μάννα και για το ότι δεν είχαν κρέας να φάνε, ο Μωυσής είπε πως αισθανόταν το φορτίο πολύ βαρύ για να το βαστάζει μόνος του. Γι’ αυτό και ο Ιεχωβά τού έδωσε την οδηγία να συγκεντρώσει 70 πρεσβυτέρους και να τους φέρει στη σκηνή της συνάντησης. Δύο από αυτούς τους πρεσβυτέρους, όμως, ο Ελδάδ και ο Μηδάδ, δεν πήγαν στη σκηνή της συνάντησης, αλλά—αναμφίβολα, για βάσιμο λόγο—έμειναν στο στρατόπεδο. Τότε ο Ιεχωβά πήρε ένα μέρος από το πνεύμα που ήταν πάνω στον Μωυσή και το έβαλε πάνω στους πρεσβυτέρους, οι οποίοι κατόπιν άρχισαν να προφητεύουν. Το πνεύμα κάθησε επίσης πάνω στον Ελδάδ και στον Μηδάδ, και άρχισαν και εκείνοι να ενεργούν σαν προφήτες μέσα στο στρατόπεδο. Αυτό αναφέρθηκε στον Μωυσή, και όταν ο Ιησούς του Ναυή, νιώθοντας ζηλοτυπία για λογαριασμό του Μωυσή, του ζήτησε να τους εμποδίσει, ο Μωυσής απάντησε: «Απεναντίας, μακάρι όλος ο λαός του Ιεχωβά να ήταν προφήτες, επειδή ο Ιεχωβά θα έβαζε το πνεύμα του πάνω τους!»—Αρ 11:13-29.