ΑΣΣΙΡ
(Ασσίρ) [πιθανώς, Αιχμάλωτος].
1. Λευίτης γεννημένος στην Αίγυπτο, ο οποίος ήταν ένας από τους γιους του Κορέ.—Εξ 6:24· 1Χρ 6:22.
2. Τα εδάφια 1 Χρονικών 6:23, 37 φαίνεται να υποδεικνύουν έναν δεύτερο Ασσίρ ως γιο ή απόγονο του Εβιασάφ.
Η Μετάφραση Βασιλέως Ιακώβου χρησιμοποιεί το όνομα Ασσίρ στο εδάφιο 1 Χρονικών 3:17. Το ίδιο κάνει και η ΒΑΜ («Ασείρ») καθώς και η ΚΛΠ («Ασίρ»). Ωστόσο, πολλές σύγχρονες μεταφράσεις (AS, AT, Mo, Ro, RS, ΜΝΚ, ΛΧ) θεωρούν ότι η εβραϊκή λέξη εδώ δεν είναι κύριο όνομα, αλλά απεναντίας μια έκφραση που περιγράφει τον Ιεχονία (Ιωαχίν) ως αιχμάλωτο ή φυλακισμένο στη Βαβυλώνα. (2Βα 24:12-15· 25:27-30) Σε αρμονία με αυτό, η Μετάφραση Νέου Κόσμου λέει: «Και οι γιοι του Ιεχονία ως αιχμαλώτου [’ασσίρ] ήταν ο Σαλαθιήλ . . .».