Πετρελαιοκηλίδα—Ποτέ Δεν θα Συμβεί Εδώ
‘ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΚΗΛΙΔΑ στον Όρμο του Πρίγκιπα Γουλιέλμου; Ποτέ. Αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Το πέρασμα είναι πολύ πλατύ και πολύ βαθύ. Δεν υπάρχουν κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα’.
Αυτά είχε οδηγηθεί να πιστεύει το κοινό. Δυστυχώς, την Παρασκευή 24 Μαρτίου, τέσσερα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, το Έξον Βαλντέζ, ένα υπερδεξαμενόπλοιο που μετέφερε 200 εκατομμύρια λίτρα αργού πετρελαίου, ξέφυγε 2 χιλιόμετρα από την πορεία του και προσάραξε πάνω στους ανώμαλους βράχους του Ύφαλου Μπλάι, με αποτέλεσμα να ανοιχτούν μεγάλες τρύπες στο κύτος του. Πάνω από 42 εκατομμύρια λίτρα αργού πετρελαίου ξεχύθηκαν στα παρθένα νερά του γραφικού Όρμου του Πρίγκιπα Γουλιέλμου, ακριβώς κάτω από το Βαλντέζ, στην Αλάσκα.
Όταν έγινε η καταστροφή, η διακυβέρνηση ήταν στα χέρια ενός ανθυποπλοίαρχου, που δεν είχε δίπλωμα, και η Ακτοφυλακή, που υποτίθεται ότι έλεγχε με ραντάρ την πορεία του Έξον Βαλντέζ, αδυνατούσε να την ελέγξει. Κι όταν η κηλίδα ήταν πια γεγονός, τόσο η Εταιρία Πετρελαιαγωγών Αλιέσκα όσο και η Ανώνυμη Εταιρία Έξον δεν κατάφεραν να εφαρμόσουν το σχέδιο που είχαν για το ενδεχόμενο του περιορισμού πετρελαιοκηλίδων.
Κλήθηκαν δύτες μεγάλου βάθους για να εξετάσουν τη ζημιά στο προσαραγμένο Έξον Βαλντέζ. Ένας από τους δύτες αναφέρει:
«Καθώς πηγαίναμε στο δεξαμενόπλοιο με τη βάρκα, είδαμε ότι το πετρέλαιο είχε ήδη σχηματίσει στρώμα αρκετών εκατοστών πάνω από το νερό. Δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε νερό ούτε στα ίχνη του αυλακιού που άφηνε πίσω της η βάρκα μας. Από τη στιγμή που βρεθήκαμε πάνω στο δεξαμενόπλοιο, το πρώτο που μας ενδιέφερε ήταν η ασφάλειά μας. Ήταν σταθερό το πλοίο ή θα αναποδογύριζε κι εμείς θα βρισκόμασταν από κάτω; Είχε σκαλώσει στον Ύφαλο Μπλάι, κοντά σε μια ράχη που χανόταν μέσα σε νερά βάθους πολλών εκατοντάδων ποδιών. Αν μετατοπιζόταν με την επερχόμενη παλίρροια, θα πήγαινε κατευθείαν στο βυθό, και ίσως να συντριβόταν τελείως, απελευθερώνοντας το υπόλοιπο πετρέλαιο—περίπου 160 εκατομμύρια λίτρα.
»Εξετάσαμε περίπου κάθε τετραγωνικό πόδι του πλοίου: το κύτος, το εσωτερικό των δεξαμενών, το σκελετό. Όλη αυτή την ώρα το πετρέλαιο ανάβλυζε. Δεν αναμειγνυόταν με το νερό, αλλά ανέβαινε πολύ γρήγορα στην επιφάνεια. Όταν μπήκαμε στις δεξαμενές, οι φυσαλίδες αέρα που προκαλούσαμε διατάρασσαν το πετρέλαιο στις διάφορες κοιλότητες, κάνοντάς το να βγαίνει έξω και να στροβιλίζεται γύρω από τη μάσκα μας. Δεν βρισκόμασταν εκεί για να κάνουμε επισκευές, αλλά μόνο για να υπολογίσουμε το μέγεθος της ζημιάς».
Η Αλιέσκα είχε δώσει την υπόσχεση να καταφτάσει στην κηλίδα, εφοδιασμένη με πλωτά περιοριστικά φράγματα και με μηχανήματα αφαίρεσης αφρού ειδικά για πετρέλαιο, μέσα σε πέντε ώρες. Πέρασαν δέκα ώρες και δεν είχε γίνει τίποτα, και τις επόμενες τρεις μέρες έγιναν ελάχιστα. Χάθηκαν οι τρεις μέρες ηρεμίας, στις οποίες τα φράγματα και τα μηχανήματα αφαίρεσης αφρού θα μπορούσαν να είχαν περιορίσει τη ζημιά. Τη Δευτέρα, σάρωσαν τον Όρμο του Πρίγκιπα Γουλιέλμου άνεμοι ταχύτητας 110 χιλιομέτρων την ώρα, οι οποίοι ανακάτεψαν το πετρέλαιο σχηματίζοντας ένα αφρώδες μείγμα από πετρέλαιο και νερό που ονομάζεται ‘μους σοκολάτα’.
Ο ένας άρχισε να κατηγορεί τον άλλο. Οι αξιωματούχοι της Αλάσκας, οι κάτοικοι του Βαλντέζ και η Ακτοφυλακή κατηγόρησαν την Αλιέσκα και την Έξον ότι χασομέρησαν και άφησαν τις τρεις πρώτες μέρες που είχε καλό καιρό να πάνε χαμένες. Μερικοί κατηγόρησαν την Ακτοφυλακή για περικοπή εξόδων, που την έκανε να «αντικαταστήσει το ραντάρ της στο Βαλντέζ με μια λιγότερο ισχυρή μονάδα, η οποία δεν κατόρθωσε να προειδοποιήσει το μοιραίο δεξαμενόπλοιο ότι κατευθυνόταν σε ύφαλο». Η Έξον κατηγόρησε την πολιτεία και την Ακτοφυλακή ότι δεν έδωσαν την άδεια να χρησιμοποιηθούν μέσα διασποράς για να διαλύσουν την πετρελαιοκηλίδα.
Σε δυο μήνες, η πετρελαιοκηλίδα είχε φτάσει σε απόσταση 800 χιλιομέτρων από τον Ύφαλο Μπλάι, είχε ξεβραστεί στην ακτή σε έκταση 1.600 χιλιομέτρων και είχε καλύψει επιφάνεια 2.600 τετραγωνικών χιλιομέτρων στα όμορφα νερά του Όρμου του Πρίγκιπα Γουλιέλμου. Δεν σταμάτησε, παρά αφού πέρασε το Εθνικό Πάρκο των Φιορδ Κίναϊ, έκανε το γύρο της άκρης της Χερσονήσου Κίναϊ και κατέληξε στον Όρμο Κουκ. Επίσης, προχώρησε ακόμα πιο νότια και μόλυνε το Εθνικό Πάρκο Κάτμαϊ και τη Νήσο Κόντιακ.
Χιλιάδες άτομα προσλήφθηκαν για να εργαστούν στον καθαρισμό των ακτών. Ένας απ’ αυτούς που εργαζόταν στον καθαρισμό έδωσε συνέντευξη και περιέγραψε τη μέθοδο και τα αποτελέσματα:
«Οι εργάτες αρχίζουν στις 4:30 το πρωί και δουλεύουν μέχρι τις 10 το βράδυ με μάνικες μεγάλης πίεσης, σε μερικές από τις οποίες χρησιμοποιείται κρύο θαλασσινό νερό και σε μερικές άλλες ζεστός ατμός αναμειγμένος με θαλασσινό νερό. Το νερό εξακοντίζεται με πίεση στα βότσαλα των ακτών, φτάνοντας κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Το πετρέλαιο που βρίσκεται από κάτω, σε απόσταση 0,5-1 μέτρο, ανεβαίνει στην επιφάνεια. Κατόπιν, οι μάνικες πετούν νερό που οδηγεί το πετρέλαιο στον ωκεανό, όπου το κατακρατούν τα περιοριστικά φράγματα ώσπου να έρθουν τα μηχανήματα αφαίρεσης αφρού και να το απορροφήσουν. Από ένα κομμάτι παραλίας πλάτους 200 μέτρων, συλλέγονται 30.000 ως 60.000 λίτρα την ημέρα.
»Επί δυο εβδομάδες, το κάνουν αυτό επανειλημμένα, και μαζεύουν την ίδια ποσότητα πετρελαίου κάθε φορά. Κατόπιν, βάζουν άτομα με απορροφητικά κομμάτια υφάσματος να κάθονται στην παραλία και να σκουπίζουν τον κάθε βράχο ξεχωριστά. Η παραλία φαίνεται καθαρή, αλλά αν βάλεις το χέρι σου 9 εκατοστά μέσα στην άμμο, ανάμεσα στους βράχους, όταν το ξαναβγάλεις είναι σκεπασμένο μ’ αυτή τη μαύρη λίγδα. Αυτό συμβαίνει ύστερα από καθάρισμα δυο εβδομάδων. Έπειτα από τρεις μέρες, το πετρέλαιο έχει ξανανέβει σιγά-σιγά στην επιφάνεια, φτάνοντας τα 8 ως 16 εκατοστά. Η επόμενη παλίρροια θα το ξαναστείλει στη θάλασσα».
Ανώφελο; Ίσως, αλλά η δουλειά πληρώνεται καλά. Ένας εργάτης κερδίζει 250 δολάρια (περ. 37.500 δρχ.) την ημέρα και λέει: «Υπολογίζω ότι θα βγάλω εύκολα 10.000 δολάρια [περ. 1.500.000 δρχ.] απ’ αυτό». Ένας άλλος εργάτης, που δούλεψε μια βδομάδα, και τις εφτά μέρες επί 12 ώρες την ημέρα, κέρδισε σχεδόν 2.000 δολάρια [περ. 300.000 δρχ.]. «Σήμερα καθαρίσαμε δύο παραλίες», είπε ο ίδιος, «αλλά αφού έρχεται παλίρροια, είμαι σίγουρος ότι αύριο αυτές οι παραλίες θα είναι πάλι όπως πρώτα». Μερικές παραθαλάσσιες περιοχές στον Όρμο του Πρίγκιπα Γουλιέλμου είναι θαμμένες ένα μέτρο μέσα στη βρωμιά του πετρελαίου.
Από τη στιγμή που άνοιξαν τρύπες στο κύτος του Έξον Βαλντέζ και χύθηκαν 42 εκατομμύρια λίτρα πετρελαίου στον Όρμο του Πρίγκιπα Γουλιέλμου, τι θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της συμφοράς; Άμεσες ενέργειες με φράγματα και μηχανήματα αφαίρεσης αφρού τις τρεις πρώτες μέρες, όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη, θα μπορούσαν να περιορίσουν την κηλίδα με τρόπο ώστε να την κρατήσουν μέσα στον όρμο και να μην την αφήσουν να φτάσει στον Κόλπο της Αλάσκας.
Μήπως θα είχε βοηθήσει η χρήση μέσων διασποράς; Απ’ ό,τι φαίνεται όχι. Τα μέσα διασποράς δεν είναι αποτελεσματικά στα ήρεμα νερά· θα πρέπει η θάλασσα να είναι ταραγμένη ώστε να ανακατευτούν και να διασκορπιστούν οι χημικές ουσίες, με τρόπο που να μπορούν να εκτελέσουν το έργο τους. Αυτές θα ήταν άχρηστες τις τρεις πρώτες μέρες της ηρεμίας, και την τέταρτη μέρα, όταν θα μπορούσαν να βοηθήσουν στα φουρτουνιασμένα νερά, οι θυελλώδεις άνεμοι είχαν καθηλώσει τα αεροπλάνα που χρειάζονταν για να κάνουν ψεκασμούς με αυτές τις χημικές ουσίες. Πάντως, η χρήση τους είναι αμφιλεγόμενη. Ένα άρθρο στην εφημερίδα Anchorage Daily News εξηγεί:
«Τα μέσα διασποράς ενεργούν σε μεγάλο βαθμό σαν τα απορρυπαντικά. Όταν ψεκάζεις μ’ αυτά την επιφάνεια μιας πετρελαιοκηλίδας, και παράλληλα τα νερά της θάλασσας είναι ταραγμένα, τότε τα μέσα διασποράς διασπούν το πετρέλαιο σε ολοένα μικρότερα μόρια και κάνουν αυτά τα μόρια να διαλύονται στο νερό. Οι οικολόγοι δεν είναι υπέρ των μέσων διασποράς επειδή, απ’ ό,τι λένε οι ίδιοι, αυτές οι χημικές ουσίες απλούστατα απλώνουν το πετρέλαιο σε κάθε επίπεδο του νερού, θέτοντας σε κίνδυνο τις μορφές ζωής, από την επιφάνεια μέχρι το βυθό». Ακόμα κι έτσι, τα χημικά μέσα διασποράς είναι λιγότερο αποτελεσματικά στο κρύο νερό και «δεν θα είχαν σχεδόν καμιά επίδραση στο αργό πετρέλαιο του Κόλπου Προύντοου», και «είναι σχεδόν άχρηστα ύστερα από μια και πλέον μέρα αφότου το πετρέλαιο έχει χυθεί».
Επιπλέον, τα ίδια τα μέσα διασποράς είναι τοξικά. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι τα μέσα διασποράς που χρησιμοποιήθηκαν στην πετρελαιοκηλίδα μαμούθ που είχε προκληθεί από το υπερδεξαμενόπλοιο Τόρεϊ Κάνιον και που μόλυνε τις ακτές της Γαλλίας, το 1967, προξένησαν περισσότερη τοξικότητα απ’ ό,τι το ίδιο το πετρέλαιο. «Οι φυτικοί και οι ζωικοί οργανισμοί εξαφανίστηκαν».
Ο Πιτ Γουέρπελ, διευθυντής του τμήματος επικοινωνιών έκτακτης ανάγκης στην Αλάσκα, επιβεβαιώνει αυτά που δήλωσε ήδη ο εργάτης που δούλευε στην ακτή, τα λόγια του οποίου αναφέρθηκαν παραπάνω: «Το πετρέλαιο δεν μένει ακίνητο ούτε εξαφανίζεται. Ακόμα κι αυτό το πετρέλαιο που βρίσκεται τώρα σε μερικές από τις ακτές θα μεταφερθεί σε άλλες ακτές από τα κύματα και την παλιρροϊκή κίνηση. Είναι μια συνεχιζόμενη συμφορά. Ο καθαρισμός των ακτών είναι ένα εγχείρημα μπροστά στο οποίο σταματάει το μυαλό σου, όταν αναλογίζεσαι το βάθος στο οποίο έχει εισχωρήσει το πετρέλαιο. Μπορεί να καθαρίζεις την επιφάνεια, αλλά τα κύματα και η παλιρροϊκή κίνηση θα κάνουν το πετρέλαιο να φτάσει σιγά-σιγά και πάλι στην επιφάνεια. Σε ποιο σημείο φτάνει κανείς να συνειδητοποιήσει την έλλειψη αποτελεσματικότητας στις ανθρώπινες προσπάθειες;»
Ο Γουέρπελ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη τεχνολογία δεν είναι ακόμα σε θέση να αντιμετωπίσει τις τεράστιες πετρελαιοκηλίδες. Λέει ότι το έργο σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να το αναλάβει η φύση. Άλλοι συμφωνούν. Η υδροβιολόγος Κάρεν Κόμπερν δήλωσε: «Το γεγονός είναι ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να απορροφήσουμε περισσότερο από το 10% του πετρελαίου σε μια μεγάλη κηλίδα, ακόμα και στις καλύτερες συνθήκες». Ένα δημοσίευμα λέει: «Η φύση θα χρειαζόταν μια δεκαετία, ίσως και περισσότερο, για να εξαλείψει τα τελευταία ίχνη της μεγαλύτερης πετρελαιοκηλίδας της Βόρειας Αμερικής, από τα νερά του παρθένου Όρμου του Πρίγκιπα Γουλιέλμου»· κι αυτό σύμφωνα με επιστήμονες που μελετούν τις πετρελαιοκηλίδες.
Δυο εβδομάδες μετά το ατύχημα, η εφημερίδα Anchorage Daily News είχε την επικεφαλίδα: «Ο Καθαρισμός της Πετρελαιοκηλίδας Είναι Χαμένη Μάχη. Τα Συνεργεία Πετυχαίνουν Μικρές Νίκες, Αλλά οι Ειδικοί Λένε πως η Αποκατάσταση του Όρμου Εξαρτάται από τη Φύση». Και συνέχιζε: «Οι άνθρωποι της Εθνικής Ωκεανικής και Ατμοσφαιρικής Υπηρεσίας το έλεγαν από την αρχή ότι δεν θα υπήρχε νίκη σ’ αυτόν τον πόλεμο». Αυτοί έχουν παρατηρήσει όλες τις μεγάλες κηλίδες την τελευταία δεκαετία, περιλαμβανομένης και της κηλίδας των 250 εκατομμυρίων λίτρων που προκάλεσε το υπερδεξαμενόπλοιο Αμόκο Καντίζ στα ανοιχτά των ακτών της Γαλλίας το 1978. Το πόρισμα που έβγαλαν: «Σε καμιά απ’ αυτές, οι άνθρωποι δεν έχουν ούτε στο ελάχιστο καταφέρει να εξαφανίσουν το πετρέλαιο».
[Πλαίσιο στη σελίδα 6, 7]
Υπερδεξαμενόπλοιο, Υπερρυπαντής
Φανταστείτε ένα πλοίο που έχει μήκος ίσο με το ύψος ενός εκατονταώροφου κτιρίου. Ένα πλοίο του οποίου η πλώρη, που σκίζει τα κύματα του ωκεανού, είναι σχεδόν μισό χιλιόμετρο μπροστά από τον άνθρωπο που το κυβερνάει. Ένα πλεούμενο τόσο πελώριο που μερικοί φτάνουν στο σημείο να αναρωτιούνται αν οι κινήσεις του θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την περιστροφική κίνηση του πλανήτη. Αυτό είναι το υπερδεξαμενόπλοιο, δηλαδή ένα πελώριο πετρελαιοφόρο και δεν είναι δημιούργημα της φαντασίας· τέτοια σκάφη καθώς και άλλα σχεδόν ίδια σε μέγεθος οργώνουν τις θάλασσες. Γιατί; Επειδή ο κόσμος μας καταναλώνει διαρκώς πετρέλαιο. Τα δεξαμενόπλοια, χάρη στο μεγάλο τους μέγεθος, έχουν αποδειχτεί οικονομική και προσοδοφόρα μέθοδος μεταφοράς αυτού του πετρελαίου.
Όμως, όπως έχουν καταδείξει με οδυνηρό τρόπο τα πρόσφατα γεγονότα, τα μεγάλα δεξαμενόπλοια έχουν και τα μειονεκτήματά τους. Πρώτα απ’ όλα, η εξαιρετική τους δύναμη είναι και η αδυναμία τους. Ο επιβλητικός τους όγκος μπορεί να αποβεί σε βάρος τους, καθιστώντας πασιφανώς δύσκολο τον ελιγμό και το χειρισμό τους. Όταν ο πηδαλιούχος του πλοίου θελήσει να σταματήσει το πλοίο ή να το στρίψει γρήγορα για να αποφύγει κάποιο κίνδυνο, οι βασικοί νόμοι της κίνησης (ιδιαίτερα, το ότι ένα αντικείμενο που βρίσκεται σε κίνηση τείνει να παραμείνει σε κίνηση εκτός αν ενεργήσει κάποια εξωτερική δύναμη) παίρνουν πραγματικά κολοσσιαίες διαστάσεις.
Για παράδειγμα, όταν ένα δεξαμενόπλοιο μήκους 240 ως 270 μέτρων είναι πλήρως φορτωμένο και διασχίζει τη θάλασσα με το συνηθισμένο του ρυθμό (το Έξον Βαλντέζ, που είχε μήκος 300 μέτρα και μετέφερε 200 εκατομμύρια λίτρα πετρέλαιο, ταξίδευε με ταχύτητα 19 χιλιομέτρων την ώρα), δεν γίνεται να σταματήσει απότομα με το σβήσιμο των μηχανών. Το πλοίο θα προχωρήσει με τη μηχανή σβηστή περίπου 8 χιλιόμετρα ακόμα. Ακόμα κι αν εφαρμοστεί αντίστροφη κίνηση στις μηχανές, το πλοίο χρειάζεται 3 χιλιόμετρα για να σταματήσει. Οι άγκυρες δεν βοηθούν· αν τις ρίξουν, αυτές θα πιαστούν στον πυθμένα της θάλασσας κι έπειτα απλούστατα θα ξεκολλήσουν από το κατάστρωμα του πλοίου, εξαιτίας της κεκτημένης ταχύτητας του δεξαμενόπλοιου. Παρόμοια, το να κάνεις κάποιον ελιγμό μ’ ένα δεξαμενόπλοιο είναι τρομακτική πρόκληση. Μπορεί να περάσει περίπου μισό λεπτό από το στρίψιμο της ρόδας του τιμονιού ώσπου να γυρίσει το πηδάλιο. Κατόπιν μπορεί να περάσουν τρία αγωνιώδη λεπτά ώσπου το δεξαμενόπλοιο να πάρει αργά και βαριά τη στροφή.
Εφόσον η γέφυρα βρίσκεται σε απόσταση ίσως και 300 μέτρων πίσω από την πρώρα, 45 μέτρων από την πιο μακρινή πλευρά και 30 μέτρων πάνω από τη θάλασσα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι σημειώνονται συγκρούσεις δεξαμενοπλοίων. Τα ατυχήματα, είτε προκαλούνται από προσάραξη είτε από σύγκρουση, μπορεί να σημαίνουν εξάπλωση πετρελαιοκηλίδων. Οι κάποτε παρθένες ακτές της Αφρικής, της Ασίας, της Ευρώπης και της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, καθώς κι εκείνες που βρίσκονται κοντά στους πόλους της γης, έχουν δυστυχώς καταστραφεί όλες.
Αλλά τα δεξαμενόπλοια δεν ρυπαίνουν τους ωκεανούς μόνο εξαιτίας των καταστροφικών ατυχημάτων τα οποία τους συμβαίνουν. Τα δεξαμενόπλοια πετούν στις θάλασσες περίπου δύο εκατομμύρια τόνους πετρέλαιο κάθε χρόνο. Έρευνες που έγιναν στο παρελθόν έχουν δείξει ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πετρελαίου μπορεί να προέρχεται από πράγματα πιο συνηθισμένα, όπως όταν με ασυνειδησία ξεβγάζουν τα κατάλοιπα του πετρελαίου από τις άδειες δεξαμενές, ενώ το πλοίο βρίσκεται στα ανοιχτά. Όπως έγραψε ο Νόελ Μόστερτ στο βιβλίο του Supership (Σούπερ Πλοίο), «όλα τα δεξαμενόπλοια, όσο καλά κι αν διακυβερνούνται, ρίχνουν μέρος του πετρελαίου τους στη θάλασσα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο· τα πλοία που δεν διακυβερνούνται καλά είναι αδιάκοποι ρυπαντές και, σαν τα σαλιγκάρια στον κήπο, συχνά συμβαίνει να ακολουθούνται από τα ίχνη των λυμάτων τους, που ιριδίζουν και εκτείνονται σε μάκρος».
Ο εξερευνητής των ωκεανών Ζακ Κουστό έκανε κάποτε ένα δηκτικό σχόλιο σχετικά με τις δραστικές επιθέσεις του ανθρώπου στο περιβάλλον. Είπε: «Είμαστε οι βάνδαλοι της γης. Καταστρέφουμε όλα όσα κληρονομήσαμε».
[Εικόνα στη σελίδα 7]
Οι ακτές που καθαρίζονται τη μια μέρα γεμίζουν με πετρέλαιο την επόμενη
[Ευχαριστία για την προσφορά της εικόνας στη σελίδα 2]
Mike Mathers/Fairbanks Daily News-miner
[Ευχαριστία για την προσφορά της εικόνας στη σελίδα 5]
Cover photo: The Picture Group, Inc./Al Grillo