Άστεγοι Άνθρωποι στους Δρόμους—Η Οδυνηρή Ταλαιπωρία τους ένα Άλυτο Πρόβλημα
Για λίγο οι θορυβώδεις δρόμοι ερημώνονται. Τα καταστήματα κλείνουν. Τα τελευταία λεωφορεία γεμάτα με τους εργάτες γραφείου που δουλεύουν από τις 9 ως τις 5 έχουν φύγει. Τα τρένα που είναι γεμάτα με υπαλλήλους επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν την κάρτα διαρκείας τρέχουν προς τα προάστια. Τα φώτα στα καταστήματα έχουν σβήσει σχεδόν όλα και έχουν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Καθώς η θερμοκρασία πέφτει για να έρθει άλλη μια χειμωνιάτικη νύχτα, σηκώνεται ο βραδινός αέρας. Τα ζεστά διαμερίσματα είναι ένα καλό καταφύγιο για τους κατοίκους των πόλεων, ενώ τα κούτσουρα που σιγοκαίνε στα τζάκια μουρμουρίζουν το ρητό «σπίτι μου, καλό μου σπίτι» γι’ αυτούς που κάθονται στα προάστια. Το ζεστό βραδινό και τα μαλακά κρεβάτια είναι κάτι που θεωρείται από αυτούς σαν δεδομένο.
Πόσο διαφορετική είναι όμως η ιστορία για τους άδειους δρόμους της πόλης! Σκιερές ανθρώπινες μορφές αρχίζουν να εμφανίζονται κατά εκατοντάδες. Περπατούν σιγά πάνω στα μουδιασμένα πόδια τους, κυρτωμένες μορφές σκυμμένες για να αντιμετωπίσουν τον ψυχρό άνεμο, παίρνουν τις θέσεις τους στις εισόδους των καταστημάτων, κάτω από γέφυρες, πάνω από εσχάρες ζεστού αέρα, και στα πεζοδρόμια. Μέσα σε κουτιά από χαρτόνι, που τα μάζεψαν από τα δοχεία απορριμμάτων, ξαπλώνουν για να περάσουν τη νύχτα τους. Άσχετα με την ηλικία τους, το παρελθόν τους, τη σωματική και τη διανοητική κατάσταση τους, έχουν όλοι τους ένα κοινό παράγοντα που τους συνδέει αναπόσπαστα—είναι άστεγοι. Αυτοί είναι οι νομάδες των πόλεων, οι άνθρωποι του δρόμου, οι κυρίες με τη σακούλα, οι οινοπότες. Είναι η πληγή σχεδόν κάθε μεγάλης πόλης του κόσμου. Έχουν καταντήσει η κρίση των μεγάλων πόλεων, ένα άλυτο πρόβλημα.
Στις πιο ευημερούσες πόλεις οι άνθρωποι αυτοί είναι όσοι και οι άλλοι που βλέπουν τη φτώχεια τους. Αν δεν τους έχουν δει οι ίδιοι έχουν ακούσει γι’ αυτούς. Ποιος νεαρός που εργάζεται σε εστιατόριο ετοίμων γευμάτων θα μπορούσε να σιωπήσει αν έβλεπε τις κυρίες με το σάκο να γεμίζουν τους πλαστικούς σάκους τους με τα μπαγιάτικα ψωμάκια και το ταγγό κρέας από τους σκουπιδοτενεκέδες έξω από τις πόρτες της κουζίνας; Ή τι θα λέγαμε για τον κατασκευαστή πίτσας που συχνά το κατάστημα του παίρνει τηλεφωνικές παραγγελίες για πίτσες με πράγματα πάνω τους που δεν θα τα ήθελε κανείς, όπως είναι ο ανανάς, και κατόπιν, όταν πετάγονται οι αζήτητες πίτσες, παρακολουθεί τους πεινασμένους που τηλεφώνησαν και έδωσαν την παραγγελία να τις παίρνουν από τα σκουπίδια; Ή ποιος σερβιτόρος σε εστιατόριο πολυτελείας της πόλης δεν θα μπορούσε να μιλήσει για τα απελπισμένα χέρια που ψάχνουν ανάμεσα στα σκουπίδια του καταστήματος για πεταμένα τρόφιμα;
«Αχ, αυτή η ισορροπία της φύσης», έγραψε ο Τζωρτζ Φ. Γουίλ στο περιοδικό Νιουζγουίκ, «ο λογαριασμός δαπανών από τις επιχειρήσεις ενθαρρύνει αυτούς που τρώνε να παραγγέλνουν περίσσια πράγματα· η ματαιοδοξία—ο φόβος του πάχους—τους κάνει να αφήνουν τα μισά απ’ όσα παράγγειλαν χωρίς να τα έχουν αγγίξει· η απελπισία φέρνει στα υπολείμματα των τροφών αυτών άλλους που πεινάνε».
Η ταλαιπωρία των άστεγων στις αστικές περιοχές γίνεται το επίκεντρο μεγαλύτερης προσοχής όταν τα δελτία καιρού προβλέπουν θερμοκρασίες κοντά στο μηδέν για τη νύχτα. Τα υπόστεγα που υπάρχουν είναι πολύ λίγα. Οι περισσότεροι άστεγοι εξαναγκάζονται να αντιμετωπίσουν τα στοιχεία της φύσης με ανεπαρκή ρουχισμό. «Αν μπορούσα να παράσχω κατάλυμα για όλους όσους θα το ζητούσαν σε μια παγωμένη νύχτα», είπε ένας κοινωνικός λειτουργός στην Ατλάντα της Τζώρτζια, «θα τα κατάφερνα να κοιμηθώ λιγάκι καλύτερα τη νύχτα εκείνη». Κι έτσι πεθαίνουν—σε τρομακτικούς αριθμούς. Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Υγείας της Νέας Υόρκης είπε ότι κατά μέσο όρο πεθαίνει ένα άστεγο άτομο κάθε μέρα στους δρόμους της πόλης της Νέας Υόρκης.
Πολλοί από τους άστεγους αρνούνται να καταφύγουν στους κοιτώνες τους οποίους παρέχει η κοινότητα. Φοβούνται για τη ζωή τους κυρίως καθώς και το να τους ληστέψουν τουλάχιστον από τα γήινα αποκτήματα τους. «Άκου να σου πω κάτι, φίλε», είπε κάποιος που δαπάνησε λίγες ώρες σ’ έναν τέτοιο κοιτώνα. «Ποτέ δεν ξέρεις τι πρόκειται να βγάλει ο άνθρωπος που κοιμάται δίπλα σου. Είσαι πολύ καλύτερα στους δρόμους, φίλε». Ένας ερευνητής της Υπηρεσίας της Κοινότητας ο οποίος δαπάνησε εθελοντικά μια νύχτα σ’ έναν τέτοιο κοιτώνα είπε: «Οι συνθήκες είναι απολύτως πρόστυχες, είναι επικίνδυνες όσο πουθενά αλλού. Μια φυσική ληστρική σχέση υπάρχει ανάμεσα στους νεότερους και στους πιο ηλικιωμένους, και στη σύντομη χρονική περίοδο που ήμουν εκεί είδα από κοντά μια σειρά από ληστείες». Η βία είναι ανεξέλεγκτη, με μαχαιρώματα, χτυπήματα, και επιθέσεις που γίνονται στα φανερά.
Γι’ αυτό, πολλοί από τους άστεγους θα προτιμούσαν να διακινδυνεύσουν να αντιμετωπίσουν τα στοιχεία της φύσης, όπου τουλάχιστον θα μπορέσουν να τρέξουν αν τους απειλήσει κάποιος. Όμως πολύ συχνά γίνεται ζήτημα επιβίωσης του καταλληλότερου. Μερικοί έχουν βιαστεί πολλές φορές από τους μεθύστακες και τους ναρκομανείς. Ιδιαίτερα πρόκειται για γυναίκες οι οποίες πέφτουν θύματα άλλων γυναικών. Οι πιο ηλικιωμένες και ασθενέστερες γυναίκες πέφτουν λεία στις νεότερες και ισχυρότερες—που τους παίρνουν όποια ρούχα τους αρέσουν. «Εδώ κάτω αν δεν μπορείς να κρατήσεις αυτά που έχεις, τότε δεν σου αξίζει να τα έχεις. Αυτός είναι ο κανόνας», είπε κάποια.
Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πόσοι άστεγοι υπάρχουν στον κόσμο, γιατί δεν μπορούν να τους βρουν οι υπάλληλοι των απογραφών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες μερικοί ειδικοί έχουν υπολογίσει μέχρι δύο ως τρία εκατομμύρια. Όποιος κι αν είναι, ο αριθμός αυτός αυξάνει.
Μερικές πόλεις έχουν δει τους άστεγους να διπλασιάζονται σ’ ένα μόνο έτος. Εκθέσεις που έχουν δημοσιευθεί υπολόγισαν τον αριθμό των άστεγων στην πόλη της Νέας Υόρκης σε 40.000 το 1984, και οι τάξεις τους αυξάνουν καθημερινά. Περιοδικά το 1982 τοποθετούσαν τον αριθμό των άστεγων στην πόλη της Ουάσινγκτον σε 10.000, ενώ το 1984 υπολογίζονταν σε 20.000. Οι 25.000 άστεγοι του Σικάγου αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η Αγγλία έχει κι αυτή το πρόβλημα της σε άστεγους. Το ίδιο και η Σουηδία. Το ίδιο και οι περισσότερες μεγάλες πόλεις της Ευρώπης. Στις χώρες που πλήττονται από φτώχεια, το να είσαι άστεγος είναι ένας αποδεκτός τρόπος ζωής.
Οι αιτίες της έλλειψης στέγης ποικίλλουν—απώλεια εργασίας, διάλυση γάμου, αλκοολισμός ή ναρκομανία, που συνοδεύονται από έξωση από το σπίτι ή από το διαμέρισμα, και η οικογένεια και οι φίλοι αρνούνται να πάρουν κοντά τους το καταστραμμένο αυτό άτομο.
Πολλοί από τους ανθρώπους στο δρόμο ζούσαν σε κτίρια τύπου κοιτώνα. Αλλά καθώς άρχισαν τα προγράμματα αστικής ανανέωσης σε πολλές πόλεις, τα κτίρια αυτά ήταν τα πρώτα που καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν σε πολυκατοικίες. Πολλοί από τους κατοίκους τους εξαναγκάστηκαν να βγουν στους δρόμους. Από το 1970 μέχρι το 1980, ένα εκατομμύριο τέτοια δωμάτια καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Για μερικές πόλεις αυτό σήμαινε ότι καταστράφηκαν περισσότερο από τα μισά από τα κτίρια αυτά. Για τη Νέα Υόρκη η καταστροφή των κτιρίων ανήλθε στο 87 τοις εκατό.
Σκεφθείτε, τώρα, τη διπλή κατάσταση κινδύνου των ανθρώπων που μένουν στο δρόμο: Επειδή δεν έχουν διευθύνσεις, οι άστεγοι δεν μπορούν να παίρνουν επιδόματα τροφίμων ή κοινωνικής πρόνοιας στις περισσότερες πολιτείες. «Μερικοί από τους ανθρώπους αυτούς θα είχαν τα δικαιολογητικά για να πάρουν, αλλά το πρώτο πράγμα που χρειάζονται είναι μια μόνιμη διεύθυνση, κι αυτοί δεν έχουν», είπε ένας υπάλληλος του Σικάγου. Κι ακόμη, πολλοί είναι διανοητικά ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τις ταλαιπωρίες της γραφειοκρατίας για να επιδιώξουν να πάρουν ένα επίδομα κοινωνικής πρόνοιας ή κάποια κυβερνητική επιχορήγηση.
Υπάρχει και μια θλιβερή παρατήρηση που συμπληρώνει όλα τα δημοσιευμένα στατιστικά στοιχεία τα οποία περιγράφουν αυτούς τους νομάδες των πόλεων—δεν αληθεύει πια ότι οι άστεγοι είναι κυρίως 60 ετών και πάνω. Υπάρχει ένας γοργά αυξανόμενος πληθυσμός νεαρών, σε χρόνια κατάσταση διανοητικά άρρωστων ατόμων. Αυτοί ποτέ δεν έγιναν δεκτοί σε άσυλα, αλλά ενώθηκαν με τις τάξεις των άστεγων. Τόσο αγόρια όσο και κορίτσια επιδίδονται στην εκπόρνευση για ένα γεύμα, έφηβα κορίτσια κοιμούνται με διευθυντές ξενοδοχείων απλά για να εξασφαλίσουν ένα δωμάτιο για το βράδι. Όλα αυτά τα άτομα, ωστόσο, δεν είναι διανοητικά άρρωστα. Είναι τα παιδιά που δεν τα θέλει κανείς—ούτε ακόμη και οι γονείς τους. Συχνά είναι παιδιά που τα έχουν κακομεταχειριστεί σεξουαλικά. Πολλοί γνωρίζουν την έννοια της λέξης «αιμομιξία» πάρα πολύ καλά. Μπορείτε να φανταστείτε ότι μόνο στην πόλη της Νέας Υόρκης, μισοί από τους υπολογιζόμενους 40.000 άστεγους είναι κάτω από 21 ετών—20.000 άτομα! Και αυτοί είναι εκείνοι τους οποίους φοβούνται περισσότερο οι γηραιότεροι άστεγοι, εκείνοι που τους χτυπούν και τους ληστεύουν από τα πενιχρά τους αγαθά.
Στη μια πόλη μετά την άλλη, όπου υπάρχει πρόβλημα άστεγων, υπάρχουν εξάπαντος και νεαροί και ο αριθμός τους αυξάνει κάθε χρόνο. Συμβαίνει το ίδιο και στη δική σας πόλη; Θα ψάχνατε να τους βρείτε πού είναι εάν δεν ξέρατε πού βρίσκονταν, πού κοιμούνταν τις παγωμένες νύχτες ενώ εσείς είχατε ζεστασιά, τι έτρωγαν ενώ εσείς είχατε αφθονία τροφίμων; Ή θα ήταν το παιδί σας σαν τον άστεγο που είπε: «Λείπω επί 20 χρόνια, και κανείς δεν με αναζήτησε».
Η λύση στο πρόβλημα των άστεγων δεν πρόκειται να δοθεί από τις ανθρώπινες κυβερνήσεις. Έχουν δοκιμαστεί τα πάντα, έχουν αποτύχει τα πάντα. Η μόνη λύση βρίσκεται σε εκείνη την κυβέρνηση που οι άνθρωποι προσεύχονταν επί αιώνες πριν στην υποδειγματική προσευχή του Ιησού, μέρος των αιτημάτων της οποίας λέει, «Ελθέτω η βασιλεία σου». Η υποσχεμένη εκείνη Βασιλεία θα εξαλείψει τη φτώχεια, την πείνα, τη διανοητική και τη σωματική ασθένεια, και το θάνατο από όλη τη γη για πάντα. Η έλλειψη στέγης θα είναι κάτι που θα ανήκει στο παρελθόν, γιατί σ’ αυτή τη Βασιλεία, με τον Ιησού σαν επικεφαλή κυβερνήτη, κάθε άτομο θα έχει το δικό του σπίτι, θα μπορεί να κάθεται κάτω από το δικό του αμπέλι και τη δικιά του συκιά, και τίποτα δεν θα τον κάνει να φοβάται.—Ματθαίος 6:10· Ησαΐας 65:21, 22· Μιχαίας 4:4.
[Πρόταση που τονίζεται στη σελίδα 13]
‘Οι πελάτες που έχουν πολλά χρήματα παραγγέλνουν περίσσια πράγματα· η απελπισία φέρνει στα υπολείμματα των τροφών αυτών άλλους που πεινάνε’
[Πλαίσιο στη σελίδα 15]
Απόλυση από Άσυλα—Η Κύρια Αιτία που Υπάρχουν Άστεγοι
Το 1752 με την παρότρυνση του Βενιαμίν Φρανγκλίνου, άνοιξε το πρώτο νοσοκομείο του έθνους που θα φρόντιζε για τους άστεγους φρενοβλαβείς. Οι επόμενοι δυο αιώνες είδαν το άνοιγμα ασύλων σχεδόν σε κάθε πολιτεία του έθνους. Κατόπιν στα μέσα της δεκαετίας του 1940 ήρθε στο προσκήνιο η πληγή των διανοητικά άρρωστων. Οι απαίσιες συνθήκες των συνωστισμένων κρατικών ασύλων ήρθαν στη δημοσιότητα.
Το 1954 το φάρμακο χλορπρομαζίν, που παράχθηκε στη Γαλλία, επιτράπηκε να εισαχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη θεραπεία των ψυχασθενών, που τους ηρεμούσε και τους κατέστελλε τις παραισθήσεις και τις ψευδαισθήσεις τους. Τέσσερα χρόνια αργότερα ιδρύθηκε η Ενωμένη Επιτροπή για τη Διανοητική Ασθένεια και Υγεία. Μέσω της επιτροπής αυτής εξαγγέλθηκε ένα πανεθνικό σύστημα για τη θεραπεία των διανοητικά ασθενών. Οι προθέσεις του σώματος αυτού είχαν μακροπρόθεσμους στόχους υπόψη, δηλαδή, να δεχτούν μέσα στην κοινότητα τους αυτούς που βρίσκονταν μέσα στα άσυλα. Με άλλα λόγια εκείνοι που θα μπορούσαν να τύχουν θεραπείας και ελέγχου από το νέο φάρμακο και που δεν θα αποτελούσαν κίνδυνο για τους άλλους θα μπορούσαν να απολυθούν από τους τόπους του περιορισμού τους.
Το 1971 στην πολιτεία της Αλαμπάμα κατατέθηκε μια αγωγή υπέρ των ασθενών που ήταν ακούσια περιορισμένοι για σκοπούς ψυχοθεραπείας. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι για να εγκλειστεί σε άσυλο ένας ασθενής, το άσυλο θα έπρεπε να ανταποκρίνεται σε ορισμένες πολύ αυστηρές απαιτήσεις. Το δικαστήριο αποφάσισε επίσης ότι «όχι αργότερα από 15 ημέρες από τη στιγμή που ο ασθενής θα ερχόταν στο νοσοκομείο, ο διευθυντής του νοσοκομείου ή κάποιος διορισμένος απ’ αυτόν, με τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα, θα εξετάσει τον προσκομισθέντα ασθενή και θα καθορίσει αν ο ασθενής εξακολουθεί να χρειάζεται να παραμείνει στο νοσοκομείο. . . . Εφόσον ο ασθενής δεν απαιτείται πια να παραμείνει στο νοσοκομείο σύμφωνα με τους κανόνες για τον περιορισμό, ή εφόσον δεν έχει εφαρμοστεί κάποιο πρόγραμμα θεραπείας, τότε θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος αμέσως, εκτός αν συμφωνεί ο ίδιος να συνεχίσει να παραμένει μέσα οικειοθελώς».
Με τη δικαστική αυτή απόφαση, τα άσυλα άρχισαν να απολύουν τους αρρώστους με πρωτοφανή τρόπο. Μέχρι το 1982 τα άσυλα μείωσαν τα άτομα που νοσήλευαν από 558.922 σε 125.200.
Οι καλές προθέσεις, ωστόσο, ανατράπηκαν. Δεν εμφανίστηκαν καθόλου τα κέντρα θεραπείας της κοινότητας που είχαν προταθεί. Οι ασθενείς που βγήκαν από τα άσυλα τελικά ήρθαν κάτω από την κηδεμονία της πόλης. «Πολλοί πρώην ασθενείς, λόγω της κατάστασης τους, δεν ήξεραν πώς να φτάσουν στα κέντρα της κοινότητας», είπε ένας διευθυντής ασύλου της Ουάσινγκτον. «Έτσι αφού απολύθηκαν από τα νοσοκομεία, αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τους είδε κανείς μέχρις ότου εμφανίστηκαν στους διαδρόμους». «Σχεδόν το ένα τρίτο ως το ήμισυ των άστεγων», γράφει το Ψυχολογία Σήμερα Φεβρουαρίου 1984, «πιστεύεται ότι είναι διανοητικά ασθενείς και βρίσκονται στους δρόμους κυρίως λόγω μιας διαδικασίας που είναι γνωστή σαν απεγκλεισμός από τα άσυλα».
Σε μερικές μεγάλες πόλεις, το ποσοστό είναι υψηλότερο, φτάνει μέχρι το 60 τοις εκατό. Για παράδειγμα, σε μια συνέντευξη με 450 άστεγους που ζήτησαν προστασία σε τρία καταλύματα της Νέας Υόρκης, αποκαλύφθηκε «ότι το 54 τοις εκατό των ασθενών βρίσκονταν σε κρατικό νοσοκομείο και το 75 τοις εκατό είχαν κάποιο ιστορικό νοσηλείας σε ψυχιατρείο. Ένα πολύ υψηλό ποσοστό (το 53 τοις εκατό) των ασθενών διαγνώστηκε ότι υπέφεραν από σχιζοφρένεια . . . Πολλοί από τους ασθενείς αυτούς είχαν απολυθεί από την κοινότητα για να φροντίσουν μόνοι τους τον εαυτό τους χωρίς τις επαρκείς κοινοτικές υπηρεσίες ή τα συστήματα υποστήριξης που θα τους βοηθούσαν να κάνουν πραγματικότητα την προσαρμογή από το άσυλο στην κοινοτική ζωή».—Νοσοκομειακή και Κοινοτική Ψυχιατρική, Σεπτέμβριος 1983.
Το περιοδικό εκείνο ανέφερε και μια παρόμοια μελέτη που διεξάχθηκε στο Λονδίνο με 123 άστεγους. Τα στατιστικά στοιχεία που υπήρχαν έδειχναν ότι το 15 τοις εκατό των ατόμων ήταν σχιζοφρενείς, το 8 τοις εκατό υπέφεραν από συναισθηματικές διαταραχές, και το 29 τοις εκατό είχε ιστορικό νοσοκομειακής περίθαλψης σε ψυχιατρείο.
[Εικόνα στη σελίδα 14]
‘Λείπω επί 20 χρόνια, και κανείς δεν με αναζήτησε’