Έγκλημα—Είναι Πράγματι Τόσο Κακό;
ΜΕΡΙΚΟΙ άνθρωποι γεννιούνται αισιόδοξοι. Άσχετα με το πόσο άσχημα μπορεί να φαίνωνται τα πράγματα, αποτολμούν πάντοτε ένα χαμόγελο και ισχυρίζονται ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα. Πολλά μπορούν να λεχθούν υπέρ της αισιοδοξίας, αλλά ποτέ δεν πρέπει να την αφήσωμε να θολώση την όρασί μας και να μας εμποδίση να δούμε τα πράγματα ρεαλιστικά. Δεν λύνομε τα προβλήματα με το να τα αγνοούμε. Αν αρνούμεθα να παραδεχθούμε ένα πρόβλημα, τότε αυξάνεται η πιθανότητα να γίνωμε θύμα του.
Τώρα, σχετικά με το έγκλημα και τη βία, είναι πράγματι τόσο κακά;
Οι άνθρωποι που λέγουν «Όχι» σπεύδουν να τονίσουν ότι το έγκλημα και η βία δεν είναι κάτι καινούργιο. Το αρχαιότερο ιστορικό βιβλίο που υπάρχει, η Αγία Γραφή, μας λέγει ότι η πρώτη ανθρώπινη οικογένεια αντιμετώπισε βία του χειρίστου είδους. Λέει: «Σηκωθείς ο Κάιν κατά του αδελφού αυτού Άβελ εφόνευσεν αυτόν.» Επίσης, περιγράφοντας την κατάστασι που υπήρχε στην εποχή του Νώε, πριν από 4.000 και πλέον χρόνια, μήπως δεν λέγει ότι «ενεπλήσθη η γη αδικίας [βίας, ΜΝΚ]»;—Γέν. 4:8· 6:11.
«Το Έγκλημα Είναι Ακόμη Χειρότερο απ’ ό,τι Δείχνουν οι Στατιστικές»
Είναι γεγονός ότι το έγκλημα δεν είναι κάτι καινούργιο. Παρ’ όλα αυτά, οι στατιστικές αποδεικνύουν ότι προς το παρόν γίνεται χειρότερο. Οι στατιστικές; Κάποιος μπορεί να μας θυμίση ότι ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο διάσημος Ιρλανδός δραματογράφος που έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα, είπε κάποτε: «Υπάρχουν τρία είδη ψεύδους: τα συνηθισμένα ψεύδη, τα λευκά ψεύδη, και οι στατιστικές.» Το σημείο που ήθελε να τονίση ήταν ότι όταν βασίζεται κανείς πάρα πολύ σε στατιστικές, μπορεί να παροδηγηθή. Οι στατιστικές μπορούν να ερμηνευθούν με διάφορους, μερικές φορές και αντιφατικούς, τρόπους. Ωστόσο, η συχνή κακή χρήσις τους δεν θα δικαιολογούσε την πλήρη απόρριψί τους.
Ας εξετάσουμε συνοπτικά, προς όφελός μας, τα επιχειρήματα που προβάλλουν άτομα που ισχυρίζονται ότι «δεν είναι πράγματι τόσο κακό,» κι ύστερα μπορούμε ν’ αποφασίσωμε μόνοι μας.
«Η Αύξησις του Πληθυσμού Αιτιολογεί την Αύξησι του Εγκλήματος
Ελάχιστοι άνθρωποι θα αμφισβητούσαν το γεγονός ότι έχομε παραστή μάρτυρες μιας πληθυσμιακής εκρήξεως στη διάρκεια των τελευταίων λίγων δεκαετιών. Μολονότι χρειάσθηκε να περάσουν 4200 χρόνια από τον κατακλυσμό της εποχής του Νώε (έως το 1830) για να φθάση ο πληθυσμός του κόσμου το ένα δισεκατομμύριο, χρειάσθηκαν μόλις 100 χρόνια για να φθάση τα δύο δισεκατομμύρια το 1930. Μετά από 30 χρόνια (1960), ο πληθυσμός έφθασε τα τρία δισεκατομμύρια και μετά από 15 χρόνια (1975) έφθασε τα τέσσερα. Τώρα, με τέσσερα δισεκατομμύρια και πλέον άτομα πάνω στη γη, υπολογίζεται ότι το 1985 θα υπάρχουν σχεδόν πέντε δισεκατομμύρια, και πάνω από έξη δισεκατομμύρια στο τέλος του αιώνα.
Ασφαλώς η πληθυσμιακή αύξησις είναι ένας παράγων που συμβάλλει στην αύξησι του εγκλήματος, αλλά δεν είναι η βασική ή μοναδική αιτία. Αν ήταν, τότε οποιαδήποτε αύξησις ή μείωσις στον πληθυσμό λογικά θα υπονοούσε όμοια αύξησι ή μείωσι στον αριθμό των εγκλημάτων. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει πάντοτε.
Ας πάρωμε για παράδειγμα την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Σαν μια από τις ελάχιστες χώρες στον κόσμο που δείχνουν πρόσφατα μείωσι στον πληθυσμό—μεταξύ του 1975 και 1977 ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά 600.000 και πλέον άτομα—θα έπρεπε να έχη, με βάσι αυτό το επιχείρημα, ανάλογη μείωσι στο έγκλημα. Ωστόσο, κυβερνητικές πηγές λέγουν ότι αναφέρθηκαν το 1975, 2.919.390 εγκλήματα, και το 1977, 3.287.642, μια αύξησι σχεδόν 8 τοις εκατό. Αυτό δείχνει ότι το έγκλημα αυξάνει ακόμα και σε μέρη όπου ο πληθυσμός μειώνεται.
Και αντί να έχουν κάποια βάσι που να τους χαροποιή, αυτοί που λέγουν ότι το ολοένα αυξανόμενο έγκλημα είναι μόνο μια φυσιολογική συνέπεια της πληθυσμιακής εκρήξεως, έχουν θλιβερές προοπτικές για το μέλλον. Κατά τον ισχυρισμό τους, το σημερινό κύμα εγκλήματος θα εξακολουθήση ν’ ανέρχεται σύμφωνα με την αύξησι του πληθυσμού παγκοσμίως. Αλλά πόσο κακή πρέπει να γίνη η κατάστασις για να παραδεχθούν ότι, «Είναι, πράγματι κακή»;
«Σήμερα Τηρείται Ένας Πιο Ακριβής Κατάλογος των Εγκλημάτων»
Χωρίς αμφιβολία, είναι αλήθεια ότι σήμερα τηρείται ένα πιο ακριβές αρχείο, για τα εγκλήματα απ’ ό,τι πριν από 100 χρόνια. Επομένως, δεν θα ήταν δυνατόν να γίνη ακριβής σύγκρισις των εγκλημάτων που διαπράττονταν τότε μ’ εκείνα που διαπράττονται τώρα. Αλλ’ αυτός ο ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να ισχύη αν πρόκειτο να συγκρίνωμε τα αρχεία του 1977 μ’ εκείνα του 1975, ή ακόμη του 1970, δεν νομίζετε; Και αν, όπως ισχυρίζονται, σήμερα τηρούνται καλύτερα αρχεία, πρέπει να διερωτηθούμε, Γιατί; Δεν δείχνει η ίδια η ανάγκη για τήρησι αρχείων με μεγαλύτερη ακρίβεια και λεπτομέρεια ότι τα πράγματα έχουν χειροτερεύσει;
Πώς τα καταφέρνει η αστυνομία με την τήρησι αυτών των αρχείων; Ελάχιστα εγκλήματα ανακαλύπτονται και αναφέρονται από τους ίδιους τους αξιωματούχους της αστυνομίας. Μια ψηφοφορία που έγινε από το Γερμανικό Ίδρυμα Μαξ-Πλανκ αποκάλυψε ότι το 90 περίπου τοις εκατό των καταλόγων εγκλημάτων της αστυνομίας βασίζεται σε εκθέσεις που υπέβαλε είτε το θύμα ενός εγκλήματος ή οι μάρτυρες. Η τήρησις αρχείων ακριβείας, λοιπόν, εξαρτάται λιγώτερο από την αστυνομία απ’ ό,τι από την προθυμία και την αγρύπνια του κοινού ν’ αναφέρη τα εγκλήματα που βλέπει να διαπράττωνται.
Υπάρχει κάτι που να δείχνη ότι οι άνθρωποι είναι πιο ακριβείς ή ευσυνείδητοι τώρα στην αναφορά των εγκλημάτων απ’ ό,τι ήσαν στο παρελθόν; Όχι, αν παραδεχθούμε τα αποτελέσματα αυτής της ψηφοφορίας: ανακαλύφθηκε ότι μόνο το 46 τοις εκατό των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εναντίον εκείνων των ατόμων που έδωσαν συνέντευξι είχαν αναφερθή. Τα μισά και πλέον από τα εγκλήματα δεν είχαν αναφερθή, είτε επειδή το θύμα πίστευε ότι η απώλεια που υπέστη ήταν πολύ μικρή ώστε δεν άξιζε να μπη στον κόπο, είτε επειδή πίστευε ότι οι προοπτικές για την επίλυσι, του εγκλήματος ήσαν πολύ μικρές, ή επειδή είχε άλλους προσωπικούς λόγους.
Αυτοί οι αριθμοί, που μπορούν κάλλιστα να συγκριθούν με παρόμοιες διαπιστώσεις που έγιναν στην Ελβετία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Φιλλανδία, δείχνουν ότι το έγκλημα είναι ακόμη πιο χειρότερο απ’ ό,τι δείχνουν οι στατιστικές. Αυτό υποστήριξε και το Γερμανικό περιοδικό Ντερ Σπήγκελ, το οποίο έλεγε: «Στην πραγματικότητα, ο αριθμός [των διαρρήξεων που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του έτους] είναι δέκα ή δώδεκα φορές μεγαλύτερος [από τον αριθμό που αναφέρθηκε].» Αυτό το περιοδικό ανέφερε τον Βέρνερ Χαμάχερ, διευθυντή του Κρατικού Γραφείου Εγκληματικής Ερεύνης Νορντρχάιν-Βεστφάλεν, ο οποίος παρωμοίασε τον αριθμό των εγκλημάτων που αναφέρθηκαν μ’ «ένα πολύ μικρό μπικίνι» στην κάλυψι του σώματος όλων των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν.
Σε ποιο, λοιπόν συμπέρασμα λογικά καταλήγομε; Στο ότι η διάταξις ή καταγραφή των εγκλημάτων είναι ακόμη πολύ ατελής και ότι οι στατιστικές, στην καλύτερη περίπτωσι, μπορούν μόνο να δείξουν μερικές τάσεις, Αλλ’ αντί να μεγαλοποιούν τα γεγονότα, οι στατιστικές, στην πραγματικότητα, λέγουν μόνο μέρος της ιστορίας. Έτσι, ποια είναι η γνώμη σας; Είναι πράγματι τόσο κακό; Ή υπάρχει και χειρότερο ακόμη;
«Το Έγκλημα Μπορεί να Είναι Κακό σε Μερικά Μέρη, Αλλά Όχι Εκεί που Ζω Εγώ»
Αν αυτό είναι αλήθεια, πρέπει να είσθε ευγνώμονες. Οι αγροτικές περιοχές έχουν συχνά χαμηλότερες αναλογίες εγκλήματος απ’ ό,τι οι αστικές, και μέσα σε μια πόλι μερικές συνοικίες μπορεί να είναι πιο επιρρεπείς στο έγκλημα από άλλες. Μερικές χώρες σε γενικές γραμμές έχουν χαμηλότερο ποσοστό εγκλήματος απ’ ό,τι άλλες. Αλλά, φυσικά, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχη τόσο πολύ έγκλημα στην περιοχή που μένετε όσο υπάρχει κάπου αλλού, αλλ’ αν αυξάνεται εκεί που ζήτε.
Τι έχετε διαπιστώσει στην κοινότητά σας; Τι λέγουν οι ηλικιωμένοι, που είχαν τη δυνατότητα να δουν την εξέλιξι των γεγονότων για μια μακρά περίοδο χρόνου; Μήπως διαπράττονται τώρα περισσότερα εγκλήματα απ’ όσα πριν από πέντε χρόνια; Πριν από δέκα χρόνια; Μήπως γίνονται με περισσότερη σκληρότητα;
Έχοντας υπ’ όψι τη σοβαρότητα του προβλήματος, το επόμενο ερώτημα είναι: Πώς μπορώ να προστατεύσω τον εαυτό μου και τους προσφιλείς μου; Ποια πρακτικά βήματα μπορώ να κάνω;