Ο Πυρετός των ‘Ντισκοτέκ’ Σαρώνει τον Κόσμο
ΣΤΟ ΜΠΡΟΥΚΛΥΝ, της Νέας Υόρκης, τον περασμένο Δεκέμβριο μια διεθνής συγκέντρωσις σπουδαστών συζητούσε τις κοινωνικές δραστηριότητες των 20 χωρών από τις οποίες προήρχοντο οι σπουδαστές. «Υπάρχουν ‘ντισκοτέκ’ στη χώρα σας;» ερωτήθηκαν. «Είναι πολύ δημοφιλείς;»
Πολλά χέρια σηκώθηκαν σ’ όλη την αίθουσα. «Οι ‘ντισκοτέκ’ είναι πολύ δημοφιλείς στη χώρα μου,» απήντησε ένας σπουδαστής από την Πορτογαλία. Παρόμοιες απαντήσεις εδόθησαν από άτομα που είχαν έλθει από το Μεξικό, τις Φιλιππίνες, τη Τζαμάικα—από τη μια χώρα μετά την άλλη. Αυτή η δημοτικότης επήλθε με τρόπο εντυπωσιακά ξαφνικό.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 άρχισαν να ξεπηδούν οι ‘ντισκοτέκ’ στον τομέα της διασκεδάσεως. Κατόπιν, σαν να μεταφέρθηκαν από ένα δυνατό παλιρροϊκό κύμα, σάρωσαν όλο τον κόσμο.
Η Τρομερή τους Επίδρασις
Σε μερικά μέρη, ουσιαστικά κάθε διαθέσιμος χώρος μετατρέπεται σε ‘ντισκοτέκ’ και πολλοί σπεύδουν να επωφεληθούν από τα οφέλη της.
Σ’ ένα πρόσφατο έτος το σύνολο των εσόδων των ‘ντισκοτέκ’ υπολογίζεται περίπου 5.000.000.000 δολλάρια στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο, κατατάσσοντας αυτή τη μορφή ψυχαγωγίας στη δεύτερη μόνο θέσι στα ωργανωμένα σπορ. Στις Η.Π., πέρυσι, ο αριθμός των ‘ντισκοτέκ,’ όπως αναφέρεται, αυξήθηκε από 10.000 σε 18.000, που σημαίνει ότι πάνω από 20, κατά μέσον όρο, ανοίγουν κάθε μέρα. Περίπου 40 με 45 εκατομμύρια Αμερικανοί έχουν πάει σε κάποια ντισκοτέκ τουλάχιστον μια φορά· 17 με 19 εκατομμύρια πηγαίνουν τακτικά.
Ακόμη κι αν δεν πηγαίνετε σε ‘ντισκοτέκ,’ η ζωή σας μπορεί να επηρεάζεται με πολλούς τρόπους. Σας αρέσει να κάνετε πατινάζ; Αίθουσες για πατινάζ μετατρέπονται τώρα με μεγάλη ταχύτητα σε ‘ντισκοτέκ.’ Μέχρι το τέλος του 1978, όπως υπελόγισε το περιοδικό Ντισκοτέκιν, το περασμένο καλοκαίρι, 1.000 από τις 6.000 αίθουσες για πατινάζ στις Ηνωμένες Πολιτείες θα εγίνοντο ‘ρόλλερ Ντισκοτέκ.’ Το περιοδικό έλεγε ότι αυτό θα εξέθετε «3 εκατομμύρια περισσοτέρους ανθρώπους κάθε εβδομάδα στη μουσική ‘ντίσκο.’»
Παρακολουθείτε τηλεόρασι; Ο βαρύς ήχος της μουσικής ‘ντίσκο’ μπορεί ν’ αποτελή τη μουσική υπόκρουσι διαφημίσεων και έργων. Εκπέμπεται στα κύματα του αέρος των ραδιοφωνικών σταθμών. Παίζεται στη διάρκεια του ημιχρόνου των ποδοσφαιρικών αγώνων και διοχετεύεται σε καταστήματα. Ενόσω ψωνίζετε, μπορεί να βρήτε ολόκληρα τμήματα σε μεγάλα καταστήματα με ενδύματα ειδικά σχεδιασμένα για χορό ‘ντίσκο.’
Ακόμη και εντελώς άσχετες επιχειρήσεις προσπαθούν να ωφεληθούν από τη δισκομανία. Σύμφωνα με το περιοδικό Ντίσκογουωρλντ: «Υπάρχει ένα φαρμακείο που ονομάζεται ‘Ντίσκο Ντραγκς’! Προφανώς είναι μια αλυσίδα από φαρμακεία σε όλη τη βόρειο Καλιφόρνια, που δεν έχουν καμμιά σχέσι με την ιδέα της μουσικής ‘ντίσκο,’ εκτός από το ότι η δημοτικότης του όρου ελκύει άγνωστους πελάτες.» Το ίδιο περιοδικό λέγει ότι κουτιά από Πατατάκια Ντίσκο εμφανίζονται στα ράφια που μπαίνει το ψωμί στην πόλι της Νέας Υόρκης.
Τι Είναι η ‘Ντισκοτέκ’;
Η ντισκοτέκ—‘ντίσκο’ χάριν συντομίας—ήταν μια άγνωστη λέξι μέχρι πρόσφατα. Το Παγκόσμιο Λεξικό του Βιβλίου προσδιορίζει τη λέξι «ντισκοτέκ» ως «μια νυχτερινή λέσχη όπου παίζονται δίσκοι φωνογράφου για χορό.»
Αλλά οι ‘ντίσκο’ περιλαμβάνουν περισσότερα. Το Ντίσκογουωρλντ, ένα από τα περιοδικά που γεννήθηκε το 1976 μέσα στον πυρετό της ‘ντίσκο,’ εξηγεί τα εξής: «Κατά κάποιον τρόπο, η ‘Ντίσκο’ ήταν μια επιστροφή στο ‘τζουκ-μποξ’ μετά από εβδομήντα χρόνια. Μόνο τότε, τα ‘τζουκ-μποξ’ ήσαν πιο θορυβώδη και ογκώδη και πιο επιβλητικά από ποτέ προηγουμένως.»
Έτσι, ο όρος «ντίσκο» δεν προσδιορίζει μόνο έναν τόπο για χορό όπως ένα νυχτερινό ‘κλαμπ,’ αλλά αναφέρεται επίσης και σ’ ένα ξεχωριστό είδος μουσικής η οποία είναι σχεδιασμένη για χορό.
Αλλά τι κάνει μια σύγχρονη ‘ντισκοτέκ’ να διαφέρη από τους προηγούμενους χώρους χορού; Και πώς η μουσική ‘ντίσκο’ διαφέρει από τα άλλα είδη μουσικής;
Ξεχωριστή Μουσική και Χώροι
Εκείνο που προσδίδει τον ξεχωριστό ήχο στη μουσική ‘ντίσκο’ είναι ο πολύ βαρύς κτύπος του μπάσσου, ο οποίος ηχεί επανειλημμένα σε χρόνο 4/4 και αναλογία 120 κτύπων περίπου το λεπτό. Η μουσική, επίσης, έχει ένα λυρικό «χουκ» ‘ρεφραίν’—συχνά τόσο απλό όπως το «Σ’ αγαπώ»—το οποίο επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Τα βαθύφωνα μεγάφωνα (μπάσσο) βρίσκονται συνήθως κάτω κοντά στο έδαφος έτσι ώστε οι χορευτές να αισθάνονται κυριολεκτικά τον κινητήριο, έντονο κτύπο μέσα σ’ ολόκληρο το σώμα τους. Έτσι, και οι εντελώς κουφοί μπορούν να χορέψουν με τη μουσική αυτή διότι, μολονότι δεν μπορούν να την ακούσουν, αισθάνονται τον κτύπο.
Σε γενικές γραμμές, στις σύγχρονες ‘ντισκοτέκ’ παίζεται μουσική ντίσκο. Αλλ’ αυτό το νέο είδος μουσικής δεν είναι το μόνο πράγμα που ξεχωρίζει τις ‘ντισκοτέκ’ από τους πρώην τόπους χορού. Χαρακτηρίζονται, επίσης, από τα αναβοσβήνοντα, με τρελλό ρυθμό, έγχρωμα φώτα, τις ηλεκτρικές εικόνες που αντανακλούν από καθρέφτες στους τοίχους, και τα αστραφτερά ταβάνια. Όλα αυτά είναι σχεδιασμένα για να δημιουργήσουν μια ψυχεδελική εμπειρία.
Ωστόσο, η καρδιά των σημερινών ‘ντισκοτέκ’ είναι το πολύπλοκο, υψηλής εντάσεως ηχητικό σύστημα, το οποίο μπορεί να στοιχίζη εκατοντάδες χιλιάδες δολλάρια. Οι φωνογραφικοί δίσκοι, επίσης, είναι το προϊόν της σύγχρονης τεχνολογίας. Αυτοί οι δίσκοι αποτελούν το ηλεκτρονικό μίγμα διαφόρων ορχηστρών που έχουν ηχογραφήσει τα μέρη τους χωριστά και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται ηχοληψία πολλαπλών εγγραφών. Αυτές οι φανταστικές μορφές ηχοληψίας και οι νευρικές εγγραφές είναι που κάνουν τους δίσκους ‘ντίσκο’ ελκυστικούς σε πολλούς. Όπως ανέφερε το Ντίσκογουωρλντ: «Οι ζωντανές εκτελέσεις ‘ντίσκο’ απλώς δεν συγκρίνονται με τις τεχνολογικά διασκευασμένες εκδόσεις τους στα στούντιο.»
Επίσης, ο ρόλος εκείνου που διαλέγει τους δίσκους συμβάλλει στην επιτυχία μιας ‘ντισκοτέκ’. Υπάρχει κάποια τέχνη στη μετάβασι από το ένα τραγούδι στο άλλο χωρίς να διακοπή ο κτύπος, και στο να γνωρίζη ακριβώς, ποιο κομμάτι πρέπει, να παιχθή και πότε. Το περιοδικό Σπίννερ γράφει τα εξής σχετικά μ’ έναν κορυφαίο διευθυντή δίσκων: «Με το να χρησιμοποιή τη σωστή ψυχολογία και φωτισμό του δίσκου, μπορεί να δημιουργήση μια επιτάχυνσι, που θα φέρη τους ανθρώπους στον κολοφώνα της φρενίτιδος, και να κατεβάση τον ήχο στη γαλήνη ενός νανουρίσματος χωρίς οι άνθρωποι να χάσουν το ενδιαφέρον τους.»
Η Αρχή του Πυρετού
Ο ήχος ‘ντίσκο’ γεννήθηκε τα πρόσφατα χρόνια στη Νέα Υόρκη, και προήλθε από ένα συνδυασμό μαύρης και Λατινικής μουσικής. Για πρώτη φορά έγινε δημοφιλής το καλοκαίρι του 1974. Τον ίδιο χρόνο περίπου, ανεπτύσσετο επίσης ένας νέος χορός ο οποίος εκτελείτο μ’ ένα ταίρι—ο χορός ‘Χασλ.’ Αυτός είναι ο χορός που έδωσε ζωή στις ντισκοτέκ. Είναι παρόμοιος με τον χορό ‘λίντυ’ ή τον ‘σουίνγκ’ της περασμένης γενιάς. Τότε, το 1975, ο στιχουργός Βαν Μακκόυ έγραψε τη συναρπαστική μουσική επιτυχία ‘Δε Χασλ,’ και ο πυρετός των ‘ντισκοτέκ’ άρχισε να μεγαλώνη.
Ωστόσο, εκείνο που πραγματικά έφερε στα ύψη τον πυρετό της μουσικής ‘ντίσκο,’ ήταν η κινηματογραφική ταινία Πυρετός το Σαββατόβραδο, που παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά στο τέλος του 1977. Μέχρι πέρυσι είχε αποφέρει κέρδη 130 εκατομμυρίων δολλαρίων (Η.Π.), γεγονός που την έκανε μια από τις πιο μεγάλες επιτυχίες στην ιστορία των κινηματογραφικών ταινιών. Το άλμπουμ του μουσικού ρεπερτορίου είχε έναν πρωτάκουστο αριθμό πωλήσεων 15 εκατομμυρίων αντιτύπων, ξεπερνώντας τη Μελωδία της Ευτυχίας ως το άλμπουμ με τα μεγαλύτερα κέρδη στην ιστορία της ηχογραφίας. Και ο πυρετός της ‘ντίσκο’ φαίνεται ότι εξακολουθεί ν’ ανέρχεται.
Γιατί Πηγαίνουν οι Άνθρωποι;
Περισσότεροι άνθρωποι χορεύουν σήμερα από οποιαδήποτε άλλη φορά στα πρόσφατα χρόνια. Γιατί; Τι τους ελκύει στις ‘ντισκοτέκ’;
Γράφοντας στο περιοδικό Χάρπερ’ς, η Σάλλεϋ Χέλγκεσεν ίσως τοποθέτησε καλά το ζήτημα. «Ακούστε με,» είπε, «οι ‘ντισκοτέκ’ πρόκειται να γίνουν η επόμενη ΙΒΜ. (Εταιρία Διεθνών Μηχανημάτων Επιχειρήσεων) Πρέπει να γίνη αυτό, διότι οι άνθρωποι χρειάζονται ν’ αναπληρώσουν την ικανοποίησι που στερούνται στη ζωή, και αυτό ακριβώς γίνεται εκεί.»
Είναι αλήθεια ότι πολλοί άνθρωποι αποκομίζουν λίγη ικανοποίησι από την εργασία τους, από το σχολείο ή από κάποιον άλλον τομέα της ζωής τους. Επιθυμούν να βρουν κάποια διέξοδο, να άρουν τις απαγορεύσεις, και οι ‘ντισκοτέκ’ παρέχουν αυτή την ευκαιρία. Όπως είπε ένας ‘Οπερατέρ’ κάποιας ‘ντισκοτέκ’: «Επί δύο ώρες την εβδομάδα, μπορούν να τα ξεχάσουν όλα και απλώς να κουνιούνται και ν’ αφήσουν τη μουσική να γεμίση το κεφάλι τους και να διώξη καθετί άλλο απ’ εκεί μέσα. Για λίγο μόνο χρόνο, μπορούν ν’ απομακρυνθούν από τη ζωή τους.»
Είναι ευνόητο ότι όλοι μας χρειαζόμεθα κάποια αναψυχή, κάποια αλλαγή στις τακτικές δραστηριότητές μας. Αλλά είναι οι ‘ντισκοτέκ’ μια υγιής τοποθεσία για να διασκεδάση κανείς και να ψυχαγωγηθή; Οι σπουδαστές από τις 20 χώρες, που ανεφέρθησαν στην αρχή, εξέφρασαν ανησυχία. Οι άνδρες ήσαν εκπρόσωποι των τμημάτων των Μαρτύρων του Ιεχωβά, που παρακολουθούσαν μια επαναληπτική εκπαίδευσι πέντε εβδομάδων στο Μπρούκλυν. Είχαν μήπως αιτία ν’ ανησυχούν για το αν οι Χριστιανοί πηγαίνουν στις ‘ντισκοτέκ’;