Γιατί οι Μεγάλες Πόλεις Καταρρέουν
ΤΟ 1913, ο Άγγλος κοινωνιολόγος Πάτρικ Γκέντης παρουσίασε τη θεωρία ότι οι μεγάλες πόλεις περνούν πέντε στάδια.
1. Πόλις—αρχική μορφή
2. Μητρόπολις—μεγάλη αλλά υγιής πόλις
3. Μεγαλούπολις—ανθυγιεινή, υπερβολικά μεγάλη πόλις, με μεγάλες ψευδαισθήσεις
4. Παρασιτόπολις—παρασιτική πόλις που απομυζά τη χώρα της
5. Παθόπολις αρρωστημένη, μαραζωμένη, θνήσκουσα πόλις
Πολλοί βλέπουν πόλεις σαν τη Νέα Υόρκη, να παρουσιάζουν συμπτώματα του τετάρτου σταδίου, να έχουν ήδη αρχίση ν’ απομυζούν τις δυνάμεις της χώρας. Άλλοι φοβούνται ότι ήδη διαφαίνονται σημεία του τελικού σταδίου. Μια καρκινοειδής ασθένεια των δήμων—η αστική αποσύνθεσις που προχωρεί ύπουλα—ήδη από τώρα μαραζώνει τις καρδιές πολλών Αμερικανικών πόλεων καθώς οικογένειες μεσαίων και ανωτέρων εισοδημάτων φεύγουν προς τα προάστια.
Οι πληθυσμοί από φορολογουμένους πολίτες σε μερικές Αμερικανικές μεγαλουπόλεις μειώνονται στο «χαμηλότερο επίπεδο τους σ’ αυτόν τον αιώνα,» σύμφωνα με πληροφορίες προσφάτου απογραφής. «Οι πληθυσμοί της Βοστώνης, του Πίτσμπουργκ και του Τζέρσεϋ Σίτυ ποτέ δεν ήσαν τόσο χαμηλά από το 1900. . . .Ο πληθυσμός της Νέας Υόρκης έχει κατέλθει σχεδόν στο επίπεδο του 1940.»—Γιουνάιτεντ Σταίητς Νιούς εντ Ουώρλντ Ρηπόρτ. 1 Σεπτεμβρίου 1975, σελ. 64.
Ωθούμενοι από μια αυξανόμενη αποστροφή προς τη ζωή των μεγαλουπόλεων, οι φορολογούμενοι πολίτες, οι επιχειρήσεις και οι βιομηχανίες φεύγουν από τις περιοχές των μεγάλων «κεντρικών πόλεων» σε προάστια που δεν φορολογούνται από τον δήμο και ακόμη μακρύτερα. Ένα θλιβερό σημείο στην απεργία της αστυνομίας στο Σαν Φρανσίσκο, παραδείγματος χάριν, ήταν ότι οι μισοί και πλέον από εκείνους που απαιτούσαν υψηλότερες αποδοχές ζούσαν έξω από τα όρια της φορολογουμένης κοινότητος. Και μολονότι ο φορολογούμενος πληθυσμός της Νέας Υόρκης έχει μειωθή σε λιγώτερο από οκτώ εκατομμύρια, μερικοί υπολογίζουν ότι περίπου άλλα δέκα εκατομμύρια που ζουν έξω από την πόλι απολαμβάνουν κατά κάποιο τρόπο οικονομικά οφέλη απ’ αυτήν.
Ένας Φαύλος Κύκλος
Έτσι, έχει αναπτυχθή ένας αυτοσυνεχιζόμενος «φαύλος κύκλος» από φορολογουμένους που χάνονται, υψηλότερους φόρους, περισσότερους φορολογουμένους που χάνονται και ούτω καθ’ εξής. Όταν οι πιο εύπορες οικογένειες και βιομηχανίες φεύγουν προς τα έξω, παίρνοντας τους φόρους και τις εργασίες μαζί τους, παραμένουν οι πτωχοί, οι άνεργοι, οι ηλικιωμένοι και οι μειονότητες που δεν μπορούν να πληρώσουν φόρους. Ο Δήμαρχος του Μιλγουώκη είπε: «Εμείς, μαζί με άλλες πόλεις, αποτελούμε μέρος μιας αυξανομένης τάσεως . . . προς μια συνεχώς ευρυνόμενη συγκέντρωσι των πτωχών και των σχετικά πτωχών στις κεντρικές πόλεις της Αμερικής.»
Εν τω μεταξύ, το κόστος για τις συνήθεις υπηρεσίες της πόλεως καθώς και για τα προγράμματα για τους ανερχόμενους αριθμούς των πτωχών και των ανέργων, συνεχίζει ν’ ανέρχεται σε δυσθεώρατα ύψη. Ενώ τα πάσης φύσεως έξοδα της πόλεως της Νέας Υόρκης τριπλασιάσθηκαν στη διάρκεια των περασμένων δέκα ετών, το κόστος των επιδομάτων αρωγής αυξήθηκε με διπλάσιο σχεδόν ρυθμό!
Για αντιστάθμισμα, οι πόλεις αυξάνουν τους φόρους στους ιδιοκτήτας ακινήτων που παραμένουν στις επιχειρήσεις και τις βιομηχανίες—που αποτελεί μια ενθάρρυνσι για να φύγουν και αυτοί. Το Σαν Φρανσίσκο αναγκάσθηκε ν’ υπερτετραπλασιάση τον μέσο όρο των φόρων ακινήτων από το 1950—ποσοστό διπλάσιο από την αύξησι του κόστους ζωής.
Αλλά μια τέτοια υψηλή φορολογία κάνει την ιδιοκτησία ακινήτων ασύμφορη για πολλούς και αυτό, με τη σειρά του, επιταχύνει την αστική παρακμή. Υπολογίζεται ότι οι ιδιοκτήται διαμερισμάτων της Νέας Υόρκης πρόκειται να εγκαταλείψουν 50.000 διαμερίσματα το 1976, αφού στα τελευταία χρόνια εγκατέλειψαν ετησίως 35.000 διαμερίσματα! Όχι μόνο χάνει ο δήμος τον φόρο απ’ αυτά τα ακίνητα, αλλά και οι πρώην ένοικοι επίσης εγκαταλείπουν ερειπωμένες περιοχές και καταδικασμένα κτίρια το ένα τετράγωνο μετά το άλλο και τροφοδοτούν έτσι τον «φαύλο κύκλο.»
Όταν οι επιχειρήσεις και οι βιομηχανίες που υπόκεινται σε υψηλή φορολογία, αποφασίζουν κι αυτές να φύγουν, οι απώλειες δεν είναι μόνο στο εισόδημα από φορολογία. Από το 1969, παραδείγματος χάριν, αναφέρεται ότι η πόλις της Νέας Υόρκης έχασε μισό εκατομμύριο θέσεις σε βιομηχανίες—και φορολογουμένους εργάτες—επειδή οι επιχειρήσεις μετεφέρθησαν. Αλλά η μόνη λύσις για την αποφυγή υψηλών φόρων, λέγουν οι αξιωματούχοι των πόλεων, είναι οι περικοπές στις υπηρεσίες των πόλεων. Τέτοιες περικοπές κάνουν τις πόλεις ακόμη λιγότερο επιθυμητές—και διώχνουν ακόμη περισσότερους φορολογουμένους της «μεσαίας τάξεως» και των βιομηχανιών.
Έτσι, τα αστικά προβλήματα τείνουν να συγκεντρώνωνται στις μεγάλες πόλεις και ξεπερνούν την αναλογία που θα δικαιολογούσε η αύξησις των πληθυσμών. Αλλά υπάρχουν και άλλες πιέσεις που εισέρχονται επίσης σ’ αυτόν τον «φαύλο κύκλο» των οικονομικών προβλημάτων των μεγαλουπόλεων. Μεταξύ αυτών είναι οι . . .
. . . Μειονότητες
Στις μεγάλες πόλεις υπάρχει τάσις να συσσωρεύωνται μειονότητες και οικονομικώς στερημένα άτομα όλοι μαζί σε παλαιά σαραβαλιασμένα οικήματα ή σε «προγράμματα στεγάσεως χαμηλού ενοικίου» ή, σε μερικές χώρες, σε παραγκογειτονιές ιδικής των κατασκευής. Τα αποτελέσματα της συγκεντρώσεως μειονοτήτων μ’ αυτόν τον τρόπο είναι αρκετά γνωστά. Παραδείγματος χάριν, μια έκθεσις από τη Σουηδία παρατηρεί ότι η περιοχή που βρίσκεται γύρω από το αναπτυσσόμενο σχέδιο της «πολεοδομικής ανανεώσεως» στις μεγάλες πόλεις είναι «κατά παράδοσιν, μια μισοερειπωμένη ζώνη από φτωχογειτονιές, όπου είναι καταδικασμένοι να ζουν εκείνοι που μειονεκτούν κοινωνικά και οικονομικά και οι νεοφερμένοι μετανάστες. Αυτές οι περιοχές γίνονται λημέρια αλκοολικών και τοξικομανών»—και απομυζούν επίσης τους πόρους της πόλεως.
Η ανάπτυξις των μαύρων και άλλων εθνικών παροικιών στις Αμερικανικές πόλεις έχει δημιουργήσει αθεράπευτα προβλήματα στεγάσεως. Βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις και φόβοι επετάχυναν την έξοδο των λευκών προς τα προάστια, δημιουργώντας άλλο ένα πρόβλημα των μεγαλουπόλεων: την εκ των πραγμάτων φυλετική διάκρισι. Οι καλοπροαίρετες προσπάθειες να δοθούν στους μαύρους ίσες ευκαιρίες να μορφωθούν με το να επιβιβάζουν στο ίδιο λεωφορείο μαθητάς μεταξύ των δύο κοινοτήτων είχαν πολύ περιωρισμένη επιτυχία, ενώ έσπρωξαν πολλούς λευκούς να μεταφερθούν σε μακρυνότερα προάστια και ακόμη πιο πέρα.
. . . Έγκλημα
Η ακατάλληλη στέγη και οι στριμωγμένοι πληθυσμοί δημιουργούν πολύ περισσότερο έγκλημα, κατά μέσον όρο, στις μεγάλες πόλεις απ’ αυτό που πλήττει τις εκτός πόλεως περιοχές. Η Δυτική Γερμανία, παραδείγματος χάριν, αναφέρει ένα μέσον όρο διπλασίων σχεδόν ατόμων που πλήττονται από το έγκλημα στις πυκνοκατωκημένες περιοχές παρά στην ύπαιθρο γενικά. Εν τούτοις, διορίζονται σχεδόν τριπλάσιοι αστυνομικοί κατά μέσον όρον για να προστατευθούν αυτούς τους ανθρώπους των πόλεων! Μπορείτε τώρα ν’ αντιληφθήτε γιατί πολλοί προτιμούν να «ξεφεύγουν» από τις μεγάλες πόλεις;
Τα παραφορτωμένα δικαστήρια των μεγαλουπόλεων έχουν επιταχύνει τον «φαύλο κύκλο» των προβλημάτων του εγκλήματος στις μητροπόλεις. Η συγκέντρωσις του εγκλήματος δημιουργεί τόσες πολλές δικαστικές υποθέσεις ώστε «το παζάρευμα των εφέσεων» έχει φθάσει να θεωρήται απολύτως αναγκαίον σε πόλεις των Η.Π.Α. Επιτρέπουν στους εγκληματίες να παραδεχθούν την ενοχή τους σε κάποιο αδίκημα λιγώτερο ασήμαντο από αυτό για το οποίο αρχικά κατηγορήθηκαν ώστε ν’ αποφευχθούν πολλές δίκες που απαιτούν χρόνο. Ως αποτέλεσμα, οι εγκληματίες—ακόμη και οι δολοφόνοι—σύντομα βρίσκονται και πάλι έξω στους δρόμους της πόλεως.
. . . Μαχητικοί Δημόσιοι Υπάλληλοι
Καθώς το έγκλημα αυξάνει και οι πόλεις παρακμάζουν, χρειάζονται περισσότεροι αστυνομικοί και πυροσβέστες, καθώς και περισσότεροι υπάλληλοι για να φροντίζουν τα εξογκωμένα προγράμματα προνοίας και άλλα παρόμοια. Πριν από τις πρόσφατες περικοπές, παραδείγματος χάριν, ο αριθμός των υπαλλήλων της πόλεως της Νέας Υόρκης είχε αυξηθή από 200.000 σε 300.000 και πλέον σε δεκαπέντε χρόνια—κι εν τούτοις ο πληθυσμός της πόλεως δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου!
Οι υπάλληλοι δημοσίας ασφαλείας, όπως είναι οι αστυνομικοί και οι πυροσβέστες, και οι συλλέκται απορριμμάτων ακόμη, για ν’ αποζημιωθούν για τους αυξημένους κινδύνους που αντιμετωπίζουν, καθώς και για ν’ αντισταθμίσουν το κόστος της ζωής, χρησιμοποιούν το γεγονός ότι οι υπηρεσίες των είναι απολύτως αναγκαίες, ως ένα ισχυρό μέσον για να παζαρέψουν και να επιτύχουν υψηλότερες αποδοχές και οφέλη. Και μόνον η απειλή του χάους που θα προκύψη χωρίς τις υπηρεσίες των, προκαλεί συνήθως άνοδο στις αποδοχές των πολύ ταχύτερα από τις αποδοχές άλλων υπαλλήλων. Παραδείγματος χάριν, ενώ μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια το κόστος της ζωής ανήλθε περίπου δύο και ένα τέταρτο φορές απ’ όσο ήταν το 1950, οι αποδοχές και τα οφέλη των αστυνομικών και των πυροσβεστών του Σαν Φρανσίσκο επταπλασιάσθηκαν απ’ όσο ήσαν το 1950! Πολλές άλλες πόλεις ήσαν το ίδιο γενναιόδωρες—αλλά κάποιος πρέπει να πληρώση το λογαριασμό.
. . . Μόλυνσις
Εκείνοι που φεύγουν στα προάστια για να ξεφύγουν τη μόλυνσι και τα άλλα προβλήματα της πόλεως, στην πραγματικότητα επεδείνωσαν τα προβλήματα. Η σειρά των αυτοκινήτων που κατευθύνονται προς τις μεγάλες πόλεις για την εργασία των γίνεται «ολοένα πυκνότερη και κινείται όλο και πιο αργά,» παρατηρεί μια πρόσφατη έκθεσι από τη Σουηδία που ήταν χαρακτηριστική για πολλές πόλεις. Τα σχέδια μαζικής μεταφοράς έχουν επιτύχει πολύ λίγα στον περιορισμό της μολύνσεως. «Οι συνεχείς παρακωλύσεις της κυκλοφορίας συντρίβουν τα όνειρα των πολεοδόμων—ότι η ταχεία συγκοινωνία ‘θα έβγαζε τους ανθρώπους από τα αυτοκίνητα τους και από τους αυτοκινητοδρόμους.’»—Περιοδικό Τάιμς της Νέας Υόρκης, 19 Οκτωβρίου 1975, σελ. 84.
Μια έκθεσις της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών παρατηρεί ότι μολονότι οι ομοσπονδιακοί κανονισμοί των Η.Π.Α., έφεραν κάποια βελτίωσι, ο αέρας της υπαίθρου παραμένει ‘κατά πολύ ανώτερος του αέρα της πόλεως.’ Η συγκέντρωσις των βιομηχανιών επιτείνει πολύ τη μόλυνσι των μεγαλουπόλεων. Αλλά οι πόλεις χρειάζονται τις βιομηχανίες για πηγή εργασίας και εισοδήματος. Για να επιζήσουν, πολλές επιχειρήσεις που επλήγησαν από την ύφεσι, ζητούν μια ανάπαυλα στην εφαρμογή των πολυέξοδων κανονισμών προστασίας του αέρος, διατηρώντας έτσι τη μόλυνσι στον «φαύλο κύκλο» της παρακμής της πόλεως.
. . . Αφαίρεση του Ανθρωπισμού από τα Άτομα
Το στοίβαγμα των ανθρώπων μαζί σε μεγάλες μάζες φαίνεται ότι ξυπνάει σε πολλούς τον χειρότερο τους εαυτό. Η στενή γειτνίασις, αντί να επιφέρη θερμές προσωπικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, συχνά επιφέρει ακριβώς το αντίθετο. Μια έκθεσις από το Λονδίνο λέγει για «ασθενείς και ηλικιωμένους που πεθαίνουν μόνοι τους στο διαμέρισμα τους και τους βρίσκουν εβδομάδες αργότερα, γιατί κανένας ποτέ δεν τους επεσκέπτετο.» Η έκθεσις προσθέτει: «Αυτό θα φαινόταν εντελώς αδύνατον πριν από είκοσι χρόνια.» Και οι κάτοικοι, άλλων μεγαλουπόλεων γνωρίζουν ότι το Λονδίνο δεν είναι μοναδικό απ’ αυτή την άποψι.
Τα παιδιά, φυλακισμένα σε στενόχωρα διαμερίσματα και στενούς δρόμους των πόλεων, υποφέρουν. Χάνουν πολύ από τη χαρά του ανοικτού χώρου, της ανακαλύψεως και της επιδράσεως της φύσεως που βρίσκουν στο αγροτικό περιβάλλον. Η καταστροφή, το θρυμμάτισμα και το σπάσιμο των αντικειμένων είναι συχνά ο τρόπος που ικανοποιούν την ανάγκη τους για συγκινήσεις και εμπειρίες. Σαν αποτέλεσμα αυτού, οι βανδαλισμοί και η ρύπανσις τοίχων με χυδαίες επιγραφές (γκράφιτι) προκαλούν μεγαλύτερη καταστροφή στις πόλεις και φυτεύονται περισσότεροι σπόροι εγκλήματος.
Έτσι, πολλές από τις μεγαλουπόλεις του κόσμου παγιδεύονται σ’ ένα φαύλο κύκλο εκφυλιστικών δυνάμεων που φαίνονται ν’ αυτοτροφοδοτούνται, καθώς συνεχώς χειροτερεύουν. Αλλά δεν εργάζονται οι διοικήσεις των μεγαλουπόλεων για να βελτιώσουν την κατάστασι;
Η Διοίκησις των Πόλεων
«Καμμιά Αμερικανική μεγαλούπολις δεν κυβερνάται καλά σήμερα,» δηλώνει ο Μίλτων Ρακόβ, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Ιλλινόις, «και είναι απίθανο ότι θα μπορούσε να κυβερνηθή καλά οποιαδήποτε μεγαλούπολις, αν ληφθούν υπ’ όψιν τα είδη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πόλεις μας, οι απαιτήσεις που έχουν από τα πολιτικά και κυβερνητικά συστήματα, και η ανικανότης αυτών των συστημάτων ν’ ανταποκριθούν σ’ αυτές τις απαιτήσεις.»—Τάιμς της Νέας Υόρκης, 23 Οκτωβρίου 1975, σελ. 39.
Η έλλειψις διαρκούς και σταθερής ηγεσίας εμποδίζει πολλές διοικήσεις μεγαλουπόλεων. Το περιοδικό Μπίζνες Γουήκ έγραψε σχετικά με μια πόλι που ψυχορραγεί: «Διοικείται από εκλεγμένους αξιωματούχους οι οποίοι, λόγω της φύσεως της πολιτικής, συχνά διακρατούν τη φιλοσοφία ‘σήμερα εδώ, αύριο αλλού.’»
Τέτοιοι μεταβατικοί ηγέτες, μπορεί να έχουν ακόμη και μια διαβρωτική επιρροή πάνω στις συνήθειες των δημοτικών υπαλλήλων, των οποίων η αποδοτικότης λέγεται ότι υστερεί πολύ από την αποδοτικότητα των άλλων υπαλλήλων. Έκτακτοι υπάλληλοι πρέπει να πληρωθούν για να κάνουν την ίδια εργασία, απομυζώντας ακόμη περισσότερο τους οικονομικούς πόρους της πόλεως. Γιατί; Ένας αξιωματούχος ενός από τα μεγαλύτερα σωματεία δημοτικών υπαλλήλων το τοποθέτησε ως εξής: «Όταν ο δημοτικός υπάλληλος διαπιστώση ότι ο δήμος δεν ενδιαφέρεται για το πώς κάνει την εργασία του, χάνει κι εκείνος το ενδιαφέρον του. . . . Θέλομε να αισθανώμεθα ότι υπάρχει πειθαρχία. Πειθαρχία σημαίνει ότι κάποιος ενδιαφέρεται. Αυτό που χρειαζόμεθα είναι η ηγεσία.»
Αντί να ενδιαφέρωνται πραγματικά, υπάρχει τάσις σε πολλούς αξιωματούχους με πολλά κίνητρα «να ρίχνουν χρήματα» στα προβλήματα της πόλεως με την ελπίδα ότι θα εξαλειφθούν. Επειδή αποτυγχάνουν όμως να φθάσουν στην καρδιά των προβλημάτων, τα επιπόλαια προγράμματα τους, που κατευθύνονται από το χρήμα, συχνά παίρνουν τεράστιες διαστάσεις και απομυζούν το αίμα των πόλεων. Τα ολέθρια αποτελέσματα αυτής της τακτικής αρχίζουν τώρα να γίνωνται αισθητά σε αρκετές από τις μεγάλες πόλεις του κόσμου.
Και πάλι, όμως, οι περισσότερες εθνικές κυβερνήσεις είναι έτοιμες να πληρώσουν για «να βγάλουν» τις πόλεις από τη δύσκολη θέσι, επεκτείνοντας έτσι την έντασι σε ολόκληρη τη χώρα. Γι’ αυτό, θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι όλες οι μεγάλες πόλεις αντιμετωπίζουν επικείμενη οικονομική κατάρρευσι. Μερικές μάλιστα φαίνονται να τα καταφέρνουν. Αλλά ο καιρός που περνά δεν είναι υπέρ αυτών.
Η τραγική κατάστασις πολλών μεγαλουπόλεων σήμερα μπορεί να περιγραφή από την ακόλουθη έκθεσι σχετικά με την κατάστασι των πόλεων στη Βρεταννία:
«Η συγκρότησις τους είναι κουρελιασμένη και ξεσχισμένη. Οι υπηρεσίες των γενικά λιγοστεύουν σε έκτασι και αποτελεσματικότητα και ιδιαίτερα σε μια εποχή που απαιτούνται περισσότερα απ’ αυτές. Είναι απίθανο ν’ αρνηθή η εθνική κυβέρνησις να πληρώση για πόλεις τόσο χρεωκοπημένες όπως είναι η Νέα Υόρκη. Έτσι φαίνεται πιθανόν ότι οι πόλεις θα συνεχίσουν ν’ αγωνίζωνται, με συνεχώς λιγώτερο αποτελεσματικές υπηρεσίες και συνεχώς μεγαλύτερο κόστος. Το βιωτικό επίπεδο θα εξακολουθήση να πέφτη καθώς και οι αξίες της ζωής στις πόλεις. Η ζωή στις πόλεις, όπως και η κυκλοφορία, θα σταματήση σιγά σιγά.»
Μήπως αυτό σημαίνει ότι η παθόπολις της θεωρίας του Πάτρικ Γκέντης—η αρρωστημένη, θνήσκουσα πόλις—είναι η μόνη οδός που περιμένει τις σημερινές μητροπόλεις; Δεν υπάρχει άλλη λύσις για τις μεγάλες πόλεις;
[Εικόνα στη σελίδα 6]
Οι ιδιοκτήται εγκαταλείπουν διαμερίσματα ετησίως λόγω υψηλών φόρων