«Έτσι θα Έπρεπε να Φέρονται οι Αληθινοί Χριστιανοί»
ΣΤΟ βιβλίο Η Εργασία σε Σκοτώνει—Νεαρή Ηλικία στο Άουσβιτς (Arbeit macht tot—Eine Jugend in Auschwitz), που έγραψε το 1990 ο Τίμπορ Βολ, ο οποίος επέζησε από το Άουσβιτς, παραθέτει μια συζήτηση την οποία άκουσε να κάνουν δύο συγκρατούμενοί του. Ο ένας, που ήταν Αυστριακός, ισχυριζόταν ότι ήταν «άπιστος». Ωστόσο, επαινούσε τους κρατουμένους που φορούσαν ως διακριτικό το μοβ τρίγωνο—τους Σπουδαστές της Γραφής, όπως ονομάζονταν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στο στρατόπεδο.
«Αυτοί δεν πηγαίνουν στον πόλεμο», είπε ο Αυστριακός στο σύντροφό του. «Προτιμούν να τους σκοτώσουν παρά να σκοτώσουν εκείνοι κάποιον άλλον. Κατά την άποψή μου, έτσι θα έπρεπε να φέρονται οι αληθινοί Χριστιανοί. Πρέπει να σου πω για μια πολύ ευχάριστη εμπειρία που είχα μαζί τους. Βρισκόμασταν μαζί με Εβραίους και με Σπουδαστές της Γραφής μέσα σε ένα κτίριο του στρατοπέδου Στούτχοφ. Εκείνον τον καιρό οι Σπουδαστές της Γραφής έπρεπε να ασχολούνται σε καταναγκαστικά έργα, έξω στο τσουχτερό κρύο. Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε πώς επιζούσαν. Εκείνοι έλεγαν ότι ο Ιεχωβά τούς έδινε δύναμη. Χρειάζονταν απεγνωσμένα το ψωμί τους, εφόσον λιμοκτονούσαν. Αλλά τι έκαναν; Μάζευαν όλο το ψωμί που είχαν, κρατούσαν το μισό και έδιναν το άλλο μισό στους αδελφούς τους, στους πνευματικούς αδελφούς τους οι οποίοι έρχονταν πεινασμένοι από άλλα στρατόπεδα. Επίσης, τους καλοδέχονταν και τους φιλούσαν. Πριν φάνε, έκαναν προσευχή και κατόπιν έλαμπαν τα πρόσωπά τους από χαρά. Έλεγαν ότι κανένας δεν πεινούσε πια. Τότε λοιπόν σκεφτόμουν μέσα μου: ‘Αυτοί είναι αληθινοί Χριστιανοί’. Έτσι φανταζόμουν πάντοτε ότι θα έπρεπε να είναι. Τι ωραία θα ήταν να καλωσορίζαμε με αυτόν τον τρόπο τους πεινασμένους συντρόφους εδώ στο Άουσβιτς!»