Ποιοι ΄Ηταν οι ‘Αδελφοί του Κυρίου’;
ΤΑ τέσσερα Ευαγγέλια, οι Πράξεις των Αποστόλων και δύο από τις επιστολές του Παύλου αναφέρουν ‘τους αδελφούς του Κυρίου’, «τον αδελφόν του Κυρίου», ‘τους αδελφούς του’, ‘τις αδελφές του’ και κατονομάζουν τέσσερις από τους «αδελφούς»: τον Ιάκωβο, τον Ιωσή, τον Σίμωνα και τον Ιούδα.—Ματθαίος 12:46· 13:55, 56· Μάρκος 3:31· Λουκάς 8:19· Ιωάννης 2:12· Πράξεις 1:14· 1 Κορινθίους 9:5· Γαλάτας 1:19.
Οι περισσότεροι Βιβλικοί λόγιοι αποδέχονται τις άφθονες αποδείξεις για το ότι ο Ιησούς είχε τουλάχιστον τέσσερις αδελφούς και δύο αδελφές, και ότι όλοι αυτοί ήταν παιδιά του Ιωσήφ και της Μαρίας που γεννήθηκαν φυσιολογικά, μετά τη θαυματουργική γέννηση του Ιησού. Οι αυθαίρετες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες αυτοί οι αδελφοί του Ιησού ήταν γιοι του Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο του ή από ανδραδελφικό γάμο με την κουνιάδα του Ιωσήφ, πρέπει να χαρακτηριστούν φανταστικές γιατί οι Γραφές δεν το επιβεβαιώνουν αυτό πουθενά, ούτε καν το υπονοούν.
Το γεγονός ότι, στη διάρκεια της διακονίας του Ιησού, ‘οι αδελφοί του δεν πίστευαν σ’ αυτόν’ δείχνει χωρίς αμφιβολία ότι αυτοί δεν ήταν αδελφοί του με πνευματική έννοια. (Ιωάννης 7:3-5) Ο Ιησούς αντιπαρέβαλε τους σαρκικούς του αδελφούς με τους μαθητές του, οι οποίοι πίστευαν σ’ αυτόν και ήταν πνευματικοί αδελφοί του. (Ματθαίος 12:46-50· Μάρκος 3:31-35· Λουκάς 8:19-21) Αυτή η έλλειψη πίστης από μέρους των σαρκικών του αδελφών δεν μας επιτρέπει να τους ταυτίσουμε με τους αποστόλους που είχαν τα ίδια ονόματα: Ιάκωβος, Σίμων και Ιούδας· πρέπει να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ αυτών και των μαθητών του Ιησού.—Ιωάννης 2:12.
Η σχέση που είχαν αυτοί οι σαρκικοί αδελφοί του Ιησού με τη μητέρα του, τη Μαρία, δείχνει επίσης ότι ήταν παιδιά της κι όχι μακρινότεροι συγγενείς. Συνήθως αναφέρονται μαζί μ’ αυτήν. Οι δηλώσεις που αναφέρουν ότι ο Ιησούς ήταν ο ‘πρωτότοκος’ της Μαρίας (Λουκάς 2:7), καθώς και ότι ο Ιωσήφ ‘δεν είχε συζυγικές σχέσεις μαζί της ωσότου αυτή γέννησε γιο’, υποστηρίζουν κι αυτές την άποψη ότι ο Ιωσήφ και η Μαρία είχαν κι άλλα παιδιά. (Ματθαίος 1:25, ΝΔΜ) Ακόμη και οι γείτονες στη Ναζαρέτ αναγνώριζαν τον Ιησού και έλεγαν ότι ήταν ‘αδελφός του Ιακώβου, του Ιωσή, του Ιούδα και του Σίμωνα’, προσθέτοντας: «Και δεν είναι αι αδελφαί αυτού ενταύθα παρ’ ημίν;»—Μάρκος 6:3.
Στο φως αυτών των εδαφίων, εγείρεται το ερώτημα: Γιατί, λοιπόν, λίγο πριν από το θάνατό του, χρειάστηκε να εμπιστευθεί ο Ιησούς τη φροντίδα της μητέρας του, της Μαρίας, στον απόστολο Ιωάννη και όχι στους σαρκικούς αδελφούς του; (Ιωάννης 19:26, 27) Προφανώς, επειδή ο εξάδελφος του Ιησού, ο απόστολος Ιωάννης, ήταν άντρας που είχε αποδείξει την πίστη του, ήταν ο μαθητής τον οποίο ο Ιησούς αγαπούσε τόσο πολύ, και αυτή η πνευματική σχέση υπερέβαινε τη σαρκική· μάλιστα, δεν υπάρχει καμιά ένδειξη ότι οι σαρκικοί του αδελφοί είχαν γίνει τότε μαθητές του Ιησού.
Μετά την ανάσταση του Ιησού, οι σαρκικοί του αδελφοί άλλαξαν τη γεμάτη αμφιβολίες στάση τους, πράγμα που φαίνεται από το γεγονός ότι ήταν παρόντες μαζί με τη μητέρα τους και τους αποστόλους, όταν αυτοί είχαν συγκεντρωθεί για να προσευχηθούν μετά την ανάληψη του Ιησού. (Πράξεις 1:14) Αυτό υπονοεί ότι ήταν παρόντες και τότε που έγινε η έκχυση του αγίου πνεύματος, την ημέρα της Πεντηκοστής. Ο αδελφός του Ιησού, ο Ιάκωβος, που ήταν εξέχων ανάμεσα στους πρεσβυτέρους του κυβερνώντος σώματος στην Ιερουσαλήμ, έγραψε την επιστολή η οποία φέρει το όνομά του. (Πράξεις 12:17· 15:13· 21:18· Γαλάτας 1:19· Ιακώβου 1:1) Ο αδελφός του Ιησού, ο Ιούδας, ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου που φέρει το όνομά του. (Ιούδα 1, 17) Ο Παύλος αναφέρεται, επίσης, στους σαρκικούς αδελφούς του Ιησού και δείχνει ότι τουλάχιστον μερικοί απ’ αυτούς ήταν παντρεμένοι.—1 Κορινθίους 9:5.