Φιλόσοφοι της Αρχαίας Αθήνας—Στωικοί και Επικούριοι
Στο σύντομο αυτό άρθρο παρέχονται ορισμένες πληροφορίες για τις δυο πιο σημαντικές φιλοσοφικές τάσεις που απασχόλησαν τους αρχαίους Αθηναίους και έχουν μέχρι τη σημερινή εποχή απασχολήσει την παγκόσμια φιλοσοφική διανόηση.
ΣΤΩΙΚΟΙ φιλόσοφοι: Μερικοί από τους φιλόσοφους αυτούς μαζί με ορισμένους Επικούριους συνδιαλέγονταν με τον Παύλο φιλονικώντας στην αγορά της Αθήνας. Ο Παύλος διακήρυττε τα καλά νέα για τον Ιησού και την ανάσταση, αλλ’ εκείνοι τον αποκάλεσαν ‘σπερμολόγον’ και είπαν ‘ξένων θεών είναι κήρυκας’. Αργότερα, αφού οδηγήθηκε ο Παύλος στον Άρειο Πάγο, παρέθεσε από τα συγγράμματα των Στωικών της Κιλικίας (στα Φαινόμενα) και του Κλεάνθους (στον Ύμνο προς τον Δία), λέγοντας: «Διότι εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και υπάρχομεν· καθώς και τινές των ποιητών σας είπον, Διότι και γένος είμεθα τούτου».—Πράξεις 17:17-19, 22, 28.
Ο Ζήνων, από το Κίτιο της Κύπρου, αφού συναναστράφηκε τους Κυνικούς για ένα χρονικό διάστημα, ίδρυσε αυτή τη χωριστή σχολή φιλοσοφίας, στο έτος 300 π.Χ. περίπου. Οι μαθητές του πήραν το όνομα Στωικοί, από την Ποικίλη Στοά, τον έγχρωμο πυλώνα της Αθήνας, όπου και δίδαξε για πενήντα οχτώ χρόνια περίπου. Η Στωική φιλοσοφία αναπτύχθηκε ακόμη, ιδιαίτερα από τον Κλεάνθη και τον Χρύσιππο κι έγινε πολύ παραδεκτή ανάμεσα στους Έλληνες και στους Ρωμαίους, και οι οπαδοί της περιλάμβαναν τον Σενέκα, τον Επίκτητο και τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Άκμαζε ως το έτος 300 μ.Χ. περίπου.
Οι μελέτες των Στωικών περιλάμβαναν τη λογική, τη φυσική και την ηθική. Αν και οι απόψεις τους άλλαζαν κάπως στο πέρασμα του χρόνου, βασικά ενέμεναν στο ότι η ύλη και η δύναμη (η δεύτερη κάποτε λεγόταν πρόνοια, λογισμός ή Θεός) ήταν οι στοιχειώδεις αρχές του σύμπαντος. Στους Στωικούς τα πάντα, ακόμη και τα πάθη και οι αρετές ήταν υλικά. Επειδή δεν πίστευαν στον Θεό σαν Πρόσωπο, νόμιζαν ότι όλα αποτελούσαν μέρος μιας απρόσωπης θεότητας, και ότι η ανθρώπινη ψυχή προερχόταν απ’ αυτή την πηγή. Μερικοί Στωικοί, νομίζοντας ότι η ψυχή επιζούσε από το θάνατο του σώματος, πίστευαν ότι τελικά θα καταστρεφόταν μαζί με το σύμπαν· άλλοι πίστευαν ότι στο τέλος αυτή η θεότητα θα απορροφούσε την ψυχή. Οι Στωικοί ισχυρίζονταν ότι, για να φθάσει ο άνθρωπος στο ύψιστο επίτευγμα, δηλαδή στην ευτυχία, πρέπει να χρησιμοποιεί το λογισμό του για να κατανοήσει και να συμμορφωθεί με τους νόμους που διέπουν το σύμπαν. Γι’ αυτούς η επιδίωξη μιας ενάρετης ζωής σήμαινε επομένως τη ‘συμμόρφωση με τη φύση’. Ο αληθινά συνετός άνθρωπος, σύμφωνα με την εκτίμησή τους ήταν αδιάφορος στους πόνους ή στις τέρψεις, ανεξάρτητος από πλούτο ή από φτώχεια, και τα παρόμοια. Η μοίρα, όπως νόμιζαν κατεύθυνε τις ανθρώπινες υποθέσεις, και αν τα προβλήματα φαίνονταν να υπερισχύουν, τότε η αυτοκτονία θεωρούνταν παραδεκτή. Όπως οι Επικούριοι, έτσι και οι Στωικοί, δεν πίστευαν στην ανάσταση, που δίδασκαν οι Χριστιανοί.