Η Ελπίδα της Ήταν Πραγματική
Στις αρχές αυτού του έτους ένα κορίτσι του γυμνασίου στη Νέα Υερσέη έγραψε μια έκθεσι για το σχολείο. Το θέμα ήταν: «Αν ταξιδεύατε στο μέλλον, πόσο μακρυά θα θέλατε να πάτε; Ορίστε το έτος. Περιγράψτε πώς θα ήταν ο κόσμος. Περιγράψτε πώς θα ήσαν οι άνθρωποι. Περιγράψτε τον τρόπο της ζωής τους· πώς κερδίζουν τα προς το ζην· τι τρώνε κλπ.» Αυτή η 15χρονη—μια Μάρτυς του Ιεχωβά—έγραψε:
«Και ήκουσα φωνήν μεγάλην εκ του ουρανού, λέγουσαν· Ιδού, η σκηνή του Θεού μετά των ανθρώπων, και θέλει σκηνώσει μετ’ αυτών, και αυτοί θέλουσιν είσθαι λαοί αυτού, και αυτός ο Θεός θέλει είσθαι μετ’ αυτών Θεός αυτών· και θέλει εξαλείψει ο Θεός παν δάκρυον από των οφθαλμών αυτών, και ο θάνατος δεν θέλει υπάρχει πλέον, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος δεν θέλουσιν υπάρχει πλέον· διότι τα πρώτα παρήλθον. Και είπεν ο καθήμενος επί του θρόνου· Ιδού, κάμνω νέα τα πάντα. Και λέγει προς εμέ· Γράψον, διότι ούτοι οι λόγοι είναι αληθινοί και πιστοί.»
«Από πολλά χρόνια μελετώ τη Βίβλο, και το ιδιαίτερο αυτό μέρος με έχει συναρπάσει. Επανειλημμένα έχω εξετάσει λέξι προς λέξι αυτό το εδάφιο και πάντοτε διερωτόμουν αν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν αυτές οι συνθήκες στη γη στο μέλλον. Έτσι, όπως κανείς άλλος άνθρωπος, έφτιαξα μια χρονομετρική μηχανή και ταξίδεψα στο μέλλον.
«Το ταξίδι ήταν περίφημο. Έτρεχα με ταχύτητα 10 ετών το λεπτό. Όταν σταματούσα, ο κόσμος γύρω μου άλλαζε πάρα πολύ. Είδα τρομερά πράγματα να συμβαίνουν: σεισμοί, πόλεμοι, πείνα, αδικία, όπως ακριβώς περιγράφει η Βίβλος στα εδάφια Ματθαίος 24:6-8. Αλλά αυτά τα πράγματα πέρασαν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια μου. Μετά, είδα να καταστρέφωνται τα πάντα γύρω μου. Οι άνθρωποι καταστρέφονταν από κάτι, όχι από δικά τους πολεμικά όπλα, αλλά από τις ανώτατες δυνάμεις της φύσεως χρησιμοποιούμενες από κάποιον πολύ μεγαλύτερο από τον άνθρωπο.
«Προσπάθησα να επιβραδύνω το πέρασμα του χρόνου για να μπορέσω να δω όλα τα φανταστικά πράγματα που συνέβαιναν. Είδα ανθρώπους να εργάζωνται σκληρά, να καθαρίζουν, να χτίζουν και να αναδιοργανώνουν το καθετί. Είχαν προφανώς επιζήσει από την καταστροφή και γι’ αυτό ανώρθωναν τα ερείπια. Εργάζονταν όλοι μαζί, αρμονικά. Καθώς ο χρόνος περνούσε, έβλεπα πολύ περισσότερους άνδρες και γυναίκες στη γη. Δεν ήξερα από πού έρχονταν. Καθώς παρατηρούσα είδα κάποιον που έμοιαζε καταπληκτικά στον παππού μου—στ’ αλήθεια, ήταν ο παππούς μου. Είχε πεθάνει το 1972. Έλεγξα όλα τα σύνεργά μου για να βεβαιωθώ ότι δεν πήγαινα πίσω. Δεν πήγαινα. Προχωρούσα προς τα εμπρός, βλέποντας μάλιστα και άλλους που είχαν πεθάνει. Τότε, θυμήθηκα το εδάφιο της Γραφής στις Πράξεις 24:15: ‘Μέλλει να γείνη ανάστασις νεκρών, δικαίων τε και αδίκων.’ Έβλεπα πραγματικά την ανάστασι.
«Ταξίδευα με μεγαλύτερη ταχύτητα τώρα, τόση που το χρώμα και το φως φαίνονταν μόνο θαμπά. Αποφάσισα να σταματήσω. Το μέρος όπου σταμάτησα ήταν, φυσικά, το ίδιο απ’ όπου είχα ξεκινήσει, ακριβώς στο μέλλον. . . .
«Σε κάποια απόστασι είδα ένα μικρό αγόρι να παίζη μ’ ένα μεγάλο ζώο . . . Στ’ αλήθεια έπαιζε μ’ ένα . . . ΛΙΟΝΤΑΡΙ ! Ήθελα να τρέξω να το προειδοποιήσω για τον κίνδυνο που ενέδρευε, αλλά κάτι με σταμάτησε. Το λιοντάρι ήταν ήμερο και έκανε κινήσεις σαν ένα μικρό γατάκι στα χέρια ενός παιδιού. Καθώς συνέχισα το ταξίδι μου με τα πόδια, είδα να υπάρχη ειρήνη μεταξύ του ανθρώπου και των ζώων, και μεταξύ των ίδιων των ζώων. Αλλά η πιο συναρπαστική αρμονία ήταν αυτή μεταξύ των ανθρώπων. Όλες οι φυλές των λαών μιλούσαν την ίδια γλώσσα και συμφωνούσαν μεταξύ τους σαν να ήσαν αδελφοί και αδελφές. . . . Είδα ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν ελαττώματα. Δεν είχαν αρρώστιες. Ήσαν ευδιάθετοι. Τότε συνέβη κάτι που με συγκλόνισε. Ήσαν οι ίδιοι άνθρωποι που είδα πριν από 400 χρόνια στο ταξίδι μου, αλλά δεν φαίνονταν γερασμένοι. Κανένας τους δεν ήταν άρρωστος, γέρος ή ετοιμοθάνατος. . . .
«Στ’ αλήθεια, χάρηκα πολύ σ’ αυτή τη θαυμάσια χρονική περίοδο στο μέλλον. Τώρα, βρίσκομαι πάλι πίσω στην εποχή μου. Δεν μπορώ να πείσω κανέναν για όσα είδα. Τουλάχιστον αυτά που διάβασα στη Βίβλο είναι καρφωμένα τώρα στη διάνοιά μου. Πολύ θα ήθελα να ξαναγυρίσω πίσω και να ζήσω εκεί για πάντα μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αλλά τότε σκέφθηκα ένα εδάφιο της Γραφής που με διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα τα δω όλα αυτά. Πρόκειται για τον Ψαλμό 37:10, 11: ‘Διότι έτι μικρόν και ο ασεβής δεν θέλει υπάρχει· και θέλεις ζητήσει τον τόπον αυτού, και δεν θέλει ευρεθή· οι πραείς όπως θέλουσι κληρονομήσει την γην· και θέλουσι κατατρυφά εν πολλή ειρήνη.’»