Όλα Άρχισαν με Προσευχή
Ο ΙΕΧΩΒΑ ΘΕΟΣ είναι ο «Ακούων προσευχήν.» (Ψαλμ. 65:2) Κατάλληλα, λοιπόν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά προσεύχονται για την κατεύθυνσι και την ευλογία του Θεού καθώς κηρύττουν τα «αγαθά νέα» της βασιλείας του. (Ματθ. 24:14) Η προσευχή είναι ουσιώδης για την εξεύρεσι ατόμων με ειλικρινείς καρδιές. Και συχνά αυτά τα άτομα προσεύχονται με ικανοποιητικά πνευματικώς αποτελέσματα.
Στο Ρίο Ιανέιρο μια Κυριακή πρωί, μερικοί Μάρτυρες του Ιεχωβά τελείωναν την υπηρεσία αγρού, αλλά έμεναν ακόμη λίγα σπίτια για επίσκεψι. Μια Χριστιανή γυναίκα είπε στον Μάρτυρα του Ιεχωβά που ήταν επικεφαλής του ομίλου: «Θέλω να συνεχίσω το έργο για λίγη ώρα ακόμα. Για κάποιο λόγο πρέπει να πάω σ’ αυτό το σπίτι.» Αυτός πρότεινε να αφήσουν τα υπόλοιπα σπίτια για μια άλλη μέρα που θα δίνανε μαρτυρία από πόρτα σε πόρτα. Αλλά εκείνη επέμεινε.
Σ’ εκείνο ειδικά το σπίτι, ένα νεαρό κορίτσι άνοιξε την πόρτα και πήγε να φωνάξη τη μητέρα της. Ύστερα από πολλή ώρα, βγήκε η μητέρα στην πόρτα με τα μάτια της κόκκινα από το κλάμα. Κατόπιν, είπε στη Μάρτυρα του Ιεχωβά ότι έκλαιγε και προσευχόταν στον Θεό για βοήθεια.
Στο παρελθόν, αυτή η γυναίκα είχε έλθει σ’ επαφή μ’ ένα Μάρτυρα του Ιεχωβά αλλά δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για το άγγελμα της Αγίας Γραφής. Ο ξαφνικός όμως, θάνατος του συζύγου της την έκανε να θέλη να μιλήση και πάλι με τους Μάρτυρες. Έψαξε μάλιστα να βρη και την Αίθουσα Βασιλείας τους, αλλά μάταια.
Η Μάρτυς του Ιεχωβά, χρησιμοποιώντας την Αγία Γραφή εκείνο το Κυριακάτικο πρωινό, παρηγόρησε τη δυστυχισμένη γυναίκα. Άρχισε μαζί της μια Γραφική μελέτη, και τον ίδιο εκείνο μήνα η γυναίκα άρχισε να παρακολουθή Χριστιανικές συναθροίσεις. Μετά από λίγο καιρό, η γυναίκα βαπτίσθηκε συμβολίζοντας την αφιέρωσί της στον Θεό. Όλα αυτά άρχισαν με προσευχή.