Εδάφια της Ημέρας για τον Μήνα Νοέμβριο
1 Μετανοήσατε λοιπόν και επιστρέψατε, δια να εξαλειφθώσιν αι αμαρτίαι σας.—Πράξ. 3:19. Σ 1/2/79 8-10
2 Να περιπατής ταπεινώς μετά του Θεού σου.—Μιχ. 6:8. Σ 15/12/78 14-16
8 Το εμόν φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα του πέμψαντός με και να τελειώσω το έργον αυτού.—Ιωάν. 4:34. Σ 15/2/70 9-11α
4 Δοξολογείτε τον Κύριον, . . . μνημονεύετε ότι υψώθη το όνομα αυτού. Ψάλλετε εις τον Κύριον· διότι έκαμε υψηλά· γνωστά είναι εις πάσαν την γην. Αγάλλου και ευφραίνου.—Ησ. 12:4-6. Σ 1/9/78 1, 2
5 Λάβετε άνδρας σοφούς και συνετούς και γνωστούς μεταξύ των φυλών σας, και θέλω καταστήσει αυτούς αρχηγούς εφ’ υμάς.—Δευτ. 1:13. Σ 1/3/79 1, 4
6 Και συ ζητείς εις εαυτόν μεγάλα; μη ζητής· διότι, ιδού, εγώ θέλω φέρει κακά επί πάσαν σάρκα, λέγει Κύριος, αλλά την ζωήν σου θέλω δώσει εις σε ως λάφυρον, εν πάσι τοις τόποις όπου υπάγης.—Ιερ. 35:5. Σ 1/4/78 15, 16α
7 Διότι η σωματική γυμνασία είναι προς ολίγον ωφέλιμος, αλλ’ η ευσέβεια είναι προς πάντα ωφέλιμος, έχουσα επαγγελίαν της παρούσης ζωής και της μελλούσης.—1 Τιμ. 4:8. Σ 15/4/78 41, 42
8 Όστις όμως αμφιβάλλει, κατακρίνεται, εάν φάγη, διότι δεν τρώγει εκ πίστεως· και παν ό,τι δεν γίνεται εκ πίστεως, είναι αμαρτία.—Ρωμ. 14:23. Σ 15/6/78 15, 16α
9 Ζήτησον παρ’ εμού, και θέλω σοι δώσει τα έθνη κληρονομίαν σου, και ιδιοκτησίαν σου τα πέρατα της γης. Θέλω ποιμάνει αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύος κεραμέως θέλω συντρίψει αυτούς.—Ψαλμ. 2:8, 9. Σ 1/6/78 16β
10 Διότι η όρασις μένει έτι εις ωρισμένον καιρόν, αλλ’ εις το τέλος θέλει λαλήσει και δεν θέλει ψευσθή· αν και αργοπορή πρόσμεινον αυτήν· διότι βεβαίως θέλει ελθεί δεν θέλει βραδύνει.—Αββακ. 2:3. Σ 1/9/78 17, 18
11 Αιώνιος ευφροσύνη θέλει είσθαι εις αυτούς.—Ησ. 61:7. Σ 1/10/78 5, 6β
12 Χρόνος είναι εις πάντα, και καιρός παντί πράγματι υπό τον ουρανόν . . . καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν.—Εκκλ. 3:1, 7. Σ 1/2/79 8α
13 Εάν όμως έχητε εν τη καρδία υμών φθόνον πικρόν και φιλονεικίαν, μη κατακαυχάσθε και ψεύδεστε κατά της αληθείας.—Ιακ. 3:14. Σ 1/3/79 10, 11α
14 Και έκαμεν ο Νώε κατά πάντα όσα προσέταξεν εις αυτόν ο Θεός.—Γέν. 6:22. Σ 1/11/78 6, 7α
15 Ευλογητός Κύριος, όστις έδωκεν ανάπαυσιν εις τον λαόν αυτού Ισραήλ, κατά πάντα όσα υπεσχέθη· δεν έπεσεν ουδέ είς εκ πάντων των λόγων των αγαθών, τους οποίους ελάλησε δια χειρός Μωυσέως του δούλου αυτού.—1 Βασ. 8:56. Σ 15/11/78 15, 16