Ένας Καιρός Υπομονητικής Αναμονής
ΤΟΝ όγδοο αιώνα π.Χ. μια θλιβερή κατάστασις υπήρχε μεταξύ των Ισραηλιτών. Ο προφήτης Μιχαίας δήλωσε: «Ουαί εις εμέ, διότι είμαι ως επικαρπολογία θέρους, ως επιφυλλίς τρυγητού· δεν υπάρχει βότρυς δια να φάγη τις· η ψυχή μου επεθύμησε τας απαρχάς των καρπών. Ο όσιος απωλέσθη εκ της γης και ο ευθύς δεν υπάρχει μεταξύ των ανθρώπων· πάντες ενεδρεύουσι δια αίμα· κυνηγούσιν έκαστος τον αδελφόν αυτού μέχρις εξολοθρευμού. Εις το να κακοποιώσιν ετοιμάζουσι τας χείρας αυτών· ο άρχων απαιτεί και ο κριτής κρίνει επί μισθώ· και ο μεγάλος προφέρει την πονηράν αυτού επιθυμίαν, την οποίαν συμπεριστρεφόμενοι εκπληρούσιν. Ο καλήτερος αυτών είναι ως άκανθα· ο ευθύς οξύτερος φραγμού ακανθώδους.»—Μιχ. 7:1-4.
Προφανώς ο Μιχαίας μιλούσε για τον εαυτό του σαν ν’ αντιπροσώπευε ο ίδιος το έθνος. Το έθνος έμοιαζε μ’ ένα κήπο ή αμπέλι από τα οποία είχαν συλλεγή οι καρποί. Ούτε ένα τσαμπί σταφύλια δεν είχε απομείνει. Δεν υπήρχε ούτε ένα επιθυμητό πρώιμο σύκο. Αυτή η περιγραφή ήταν κατάλληλη, διότι δεν ευρίσκοντο πιστοί και ευθείς άνθρωποι. Οι περισσότεροι ήθελαν το αίμα των συνανθρώπων τους. Ο ανταγωνισμός ήταν σκληρός. Δεν υπήρχε ενδιαφέρον για την ευημερία των άλλων. Η αγάπη έλειπε τελείως. Για να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάστασι, οι άνθρωποι κατέστρωναν σχέδια για να παγιδεύσουν τους συνανθρώπους των, κυνηγώντας τους ως με δίχτυ. Τα χέρια τους ήσαν πλήρως απασχολημένα στο να πράττουν το κακό. Σ’ αυτό απεδείχθησαν πολύ ικανοί, τα κατάφερναν πολύ καλά.
Η ηθική παρακμή είχε φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο της κοινωνίας. Οι άρχοντες ή ηγέτες του έθνους ‘απαιτούσαν,’ ζητώντας με απληστία φιλοδωρήματα. Οι κριτές εδέχοντο δώρα και διέστρεφαν τη δικαιοσύνη. Οι πλούσιοι και οι εξέχοντες άνθρωποι εξέφραζαν τις ευχές των, και οι κριτές συνεμορφώνοντο με τις επιθυμίες των. Μ’ αυτό τον τρόπο, οι άρχοντες, οι κριτές και άλλοι άνθρωποι επιρροής συνεργάζοντο στην κατάστρωσι πονηρών σχεδίων. Ακόμη και ο καλύτερος μεταξύ αυτών έμοιαζε με αγκάθι ή ακανθώδη φραγμό. Τόσο το αγκάθι όσο και ο ακανθώδης φραγμός μπορούν να ξεσχίσουν τα ρούχα και να βλάψουν με οδυνηρό τρόπο τη σάρκα του ατόμου που περνά απ’ εκεί. Έτσι, επίσης, και οι άνομοι άνθρωποι στην εποχή του Μιχαία ήσαν δόλιοι, ακανθώδεις και οδυνηροί. Λόγω μιας τέτοιας λυπηράς καταστάσεως, ο Μιχαίας μπορούσε να λέγη στους Ισραηλίτας: «Η ημέρα των φυλάκων σου, η επίσκεψίς σου έφθασε· τώρα θέλει είσθαι η αμηχανία αυτών.» (Μιχ. 7:4) Οι ‘φύλακες’ ήσαν οι προφήτες. Έτσι, «η ημέρα των φυλάκων» μπορεί να καθορίζη τον καιρό που ο Ιεχωβά θα ανελάμβανε δράσι εναντίον των ασεβών σε εκπλήρωσι αυτού που είχαν διακηρύξει οι προφήτες. Η εκτέλεσις της κρίσεως του Ιεχωβά θα έβαζε σε ‘αμηχανία’ ή σύγχυσι τους άνομους.
Η διαφορά ήταν τόσο μεγάλη ώστε ούτε ακόμη και οι οικογενειακές σχέσεις δεν έδεναν τους ανθρώπους με τα δεσμά της αγάπης. Ο προφήτης μπορούσε, λοιπόν, να απευθύνη τα εξής λόγια στους πιστούς Ισραηλίτας! «Μη εμπιστεύεσθε εις φίλον, μη θαρρείτε εις οικείον· φύλαττε τας θύρας του στόματος σου από της συγκαθευδούσης εν τω κόλπω σου [δηλαδή, πρόσεχε τι λες]· διότι ο υιός περιφρονεί τον πατέρα, η θυγάτηρ επανίσταται κατά της μητρός αυτής, η νύμφη κατά της πενθεράς αυτής· οι εχθροί του ανθρώπου είναι οι άνθρωποι της εαυτού οικίας.»—Μιχ. 7:5, 6.
Σκεφθήτε· οι φίλοι ενός ανθρώπου—η σύζυγος, ο πατέρας, η μητέρα και τα παιδιά δεν μπορούσαν να τύχουν εμπιστοσύνης. Μέσα στο ίδιο το σπίτι μπορούσε να έχη εχθρούς.
Μια τέτοια κατάστασις δεν μπορούσε να συνεχισθή. Έτσι, εχρειάζετο να ενεργήση ο Θεός της δικαιοσύνης, ο Ιεχωβά. Εν τω μεταξύ, εχρειάζετο υπομονητική προσμονή. Ο προφήτης εδήλωσε: «Εγώ δε θέλω επιβλέψει επί Κύριον· θέλω προσμείνει τον Θεόν της σωτηρίας μου· ο Θεός μου θέλει μού εισακούσει.»—Μιχ. 7:7.
Εμείς σήμερα πρέπει ομοίως να είμεθα πρόθυμοι ν’ αναμένωμε υπομονητικά τον Ιεχωβά Θεό να ενεργήση εναντίον κάθε ασεβείας. Η δυσμενής κρίσις του εναντίον του παρόντος συστήματος πραγμάτων θα εκτελεσθή με τόσο βέβαιο τρόπο, όπως ακριβώς και η εκτέλεσίς του εναντίον των άνομων Ισραηλιτών, και μάλιστα σύντομα!