Η Επιστροφή ενός Ασώτου
ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ φορά ήλθα σε επαφή με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά το 1956, όταν ήμουν δεκατριών ετών. Αυτό έγινε όταν ο θετός πατέρας μου άρχισε να μελετά μ’ ένα Μάρτυρα που εργαζόταν μαζί του στην ίδια εργασία. Όταν ήμουν ηλικίας περίπου, δεκαπέντε ετών, βαπτίσθηκα. Αργότερα, σε ηλικία δεκαέξη ετών, άρχισα να ενεργώ ανόητα όπως πολλοί έφηβοι και συνήψα ανήθικες σχέσεις με μια κοπέλλα στο σχολείο. Σύντομα μετά απ’ αυτό αποκόπηκα από τη Χριστιανική εκκλησία και κατόπιν παρουσιάσθηκα στις ένοπλες δυνάμεις. Αφού ήμουν εκεί δύο εβδομάδες, αποφάσισα να λάβω στάσι υπέρ των Γραφικών αρχών. Δύο μόνο ελάβαμε μια τέτοια στάσι εκεί στο Φορτ Ορντ και γι’ αυτό μας κακομεταχειρίστηκαν και σωματικώς και ψυχολογικώς. Αυτή η κακομεταχείριση περιελάμβανε κτυπήματα, απομόνωσι, έλλειψι τροφής και άλλα. Μετά από τρεις μήνες αφέθηκα ελεύθερος. Αυτό δεν μπόρεσα να το καταλάβω παρά μόνο πολλά χρόνια αργότερα οπότε διεπίστωσα ότι ο πραγματικός μου πατέρας, ο οποίος ήταν μέρος του κόσμου και είχε πολύ ισχύ, είχε διευθετήσει να γίνη αυτή η απαλλαγή μου.
Ο πραγματικός μου πατέρας ήταν πολύ έξυπνος και ικανός, και σε σύντομο χρονικό διάστημα μπόρεσε να ασκή έλεγχο στη ζωή μου. Αναμίχθηκα σε διάφορα πολιτικά και ισχυρά συστήματα, σε τυχερά παιγνίδια και χειριζόμουν μεγάλα ποσά χρημάτων, δηλαδή, αναμίχθηκα σ’ αυτό που είναι γνωστό ως «ωργανωμένο έγκλημα» Αλλά οποτεδήποτε έβλεπα τους Μάρτυρες ή τις εκδόσεις τους επιθυμούσα να έχω την ευλογία του Ιεχωβά και συντροφιά με το λαό του. Αισθανόμουν την επιθυμία να τους πω, «Αγρυπνείτε για την πνευματικότητα σας, μην αφήνετε τίποτε να εμποδίση την πορεία σας στην υπηρεσία σας προς τον Ιεχωβά.»
Τον Αύγουστο του 1974, δεκαπέντε περίπου χρόνια από τον καιρό που είχα αποκοπή, ο θετός μου πατέρας που είναι τώρα ένας επίσκοπος περιοχής των Μαρτύρων του Ιεχωβά, τηλεφώνησε στον προεδρεύοντα επίσκοπο της Δυτικής Εκκλησίας του Παλμ Σπρινγκς και του εζήτησε να με επισκεφθή ένας από τους πρεσβυτέρους για να μου δώση τη Σκοπιά της 1ης Αύγουστου 1974, (στην Αγγλική) η οποία είχε το άρθρο το «Θείον Έλεος Δείχνει την Οδό της Επιστροφής στους Πλανωμένους.» Εκείνον περίπου τον καιρό είχα εγκατασταθή οριστικά κάπου, είχα αναμιχθή στη βιομηχανία της τηλεοράσεως και τώρα ήμουν αντιπρόεδρος ενός σταθμού της τηλεοράσεως στην Καλιφόρνια. Όταν ένας πρεσβύτερος της εκκλησίας μ’ επλησίασε και συζήτησε μαζί μου πάνω σ’ αυτό το ειδικά τεύχος της Σκοπιάς, σκέφθηκα πόσο πολύ θα ήθελα να επιστρέψω, αλλά πόσο αφελής πρέπει να ήταν ο αδελφός. Είχα ακόμη σχέσεις με τον υπόκοσμο και αισθανόμουν τόσο συνδεδεμένος μ’ αυτόν τον κόσμο ώστε πίστευα ότι ποτέ δεν θα μπορούσα ν’ απαλλαγώ απ’ αυτόν.
Διεπίστωσα αργότερα ότι ο πρεσβύτερος διέκρινε πως υπήρχε μέσα μου ζωηρό ενδιαφέρον. Παρηκολούθησα μερικές συναθροίσεις και στους επόμενους επτά μήνες αυτός μ’ επισκεπτόταν τακτικά στον σταθμό τηλεοράσεως.
Τον Δεκέμβριο του 1973 αυτός ο πρεσβύτερος ήλθε πάλι στο γραφείο μου. Το πρώτο πράγμα που ήλθε στο μυαλό μου ήταν, «Πού ήσουν τόσον καιρό;» Ήμουν τόσο ευτυχής που τον έβλεπα και αισθάνθηκα την πνευματική μου επιθυμία ν’ αναζωπυρώνεται. Ήμουν πολύ ευτυχής να βοηθήσω τους Μάρτυρες να εξασφαλίσουν ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα για την κατάστασι που υπήρχε στη Μαλάουι. Εκείνο τον καιρό απεφάσισα να κάνω κάτι για την αλήθεια και ο πρεσβύτερος με βοήθησε να διακρίνω την ανάγκη της προσευχής και της εμπιστοσύνης στο έλεος και στην αγαθότητα του Ιεχωβά.
Τους επόμενους λίγους μήνες άρχισα να καθαρίζω τη ζωή μου. Κατ’ αρχήν έκαμα αλλαγές στις εμπορικές μου εργασίες για να είμαι έντιμος. Δεν πέρασε πολύς καιρός και φάνηκε ότι ήταν ανάγκη να βρω άλλη δουλειά. Το εισόδημα μου ελαττώθηκε κατά 60 και πλέον τοις εκατό. Διέκοψα κάθε σύνδεσμο με το ωργανωμένο έγκλημα και εγκατέλειψα μια μικρή περιουσία που ήταν προϊόν τυχερών παιγνιδιών. Κατόπιν άρχισα να καθαρίζω τη ζωή μου ηθικώς. Η σύζυγος μου ανταποκρίθηκε στην αρχή, αλλά τελικά μ’ εγκατέλειψε. Όλες αυτές οι περιστάσεις μου έδωσαν μια θαυμάσια δυνατότητα να δώσω σε πολιτικούς, σε δικαστάς και σε πολλούς άλλους οι οποίοι διαφορετικά μπορεί να μην ελάμβαναν μαρτυρία, μια ευκαιρία ν’ ακούσουν για την αλήθεια. Το σκληρότερο πράγμα για μένα ήταν αφού τους υποδείκνυα τον σκοπό του Θεού για ένα παράδεισο στη γη, κατόπιν ώφειλα να τους εξηγήσω ότι δεν ήμουν ακόμη ικανός να είμαι ένας Μάρτυς του Ιεχωβά.
Κατόπιν τον Απρίλιο του 1976, αφού είχα αποκοπή επί δεκαεπτά περίπου έτη επανεντάχθηκα ως ένας Χριστιανός μάρτυς του Ιεχωβά. Το να είναι κανείς σε θέσι να φέρη το όνομα του Ιεχωβά είναι το μεγαλύτερο προνόμιο στον κόσμο, καθώς και το να λέγη στους άλλους για τους θαυμάσιους σκοπούς του Ιεχωβά. Η προσπάθεια μου να καθαρίσω τη ζωή μου, να ελευθερωθώ και να έχω την ευλογία του Ιεχωβά ήταν για μένα μια αξέχαστη πείρα.
Είχα επίσης το προνόμιο να διανείμω πολλά Γραφικά έντυπα και ν’ αρχίσω μερικές Γραφικές μελέτες. Αλλά η πιο εξέχουσα πείρα έχει σχέσι με την ιδιαιτέρα μου γραμματέα στον τηλεοπτικό σταθμό. Επειδή ήταν γραμματεύς μου επί αρκετά χρόνια, εξεπλάγη όταν είδε την ταχεία αλλαγή μου. Αυτό ήγειρε το ενδιαφέρον της και τον Φεβρουάριο του 1976, άρχισε να μελετά την Αγία Γραφή, μαζί με δύο νεαρά παιδιά. Και στη συνέλευσι περιοχής των Μαρτύρων του Ιεχωβά, στις 12 Σεπτεμβρίου 1976, έγινε μια αφιερωμένη Βαπτισμένη Μάρτυς.—Από Συνεργάτη.