Προς Φιλήμονα: Χριστιανική Αδελφική Αγάπη—Όχι “Ένα Κοινωνικό Ευαγγέλιο”
ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ που έχουν ακριβή Γραφική γνώσι γνωρίζουν ότι δεν έχουν την εντολή ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Βρίσκονται μέσα στον κόσμο, αλλά δεν είναι μέρος αυτού. (Ιωάν. 15:19· 17:16) Έτσι δεν προσπαθούν να βελτιώσουν τις συνθήκες του κόσμου, διότι τόσο η Βίβλος, όσο και η ανθρώπινη πείρα δείχνουν ότι μια τέτοια απόπειρα θα ήταν ανώφελη. Αντιθέτως οι Χριστιανοί σήμερα μιμούνται τον Ιησού και τους αποστόλους του με το να κηρύττουν τα αγαθά νέα της βασιλείας του Θεού και την ανάγκη να δεχθούμε τον Ιησού Χριστό ως τον μόνο σωτήρα για ν’ αποκτήσωμε αιώνια ζωή. Αυτοί οι οποίοι βρίσκονται σε μειονεκτική θέσι, αλλά δέχονται τα αγαθά νέα, έρχονται σε πλεονεκτικώτερη θέσι από εκείνους που μπορεί ν’ απολαμβάνουν οικονομικά ή πολιτικά οφέλη, αλλά δεν πιστεύουν στον Ιεχωβά Θεό και δεν έχουν την ελπίδα της Βασιλείας του.—Ματθ. 24:14· Ιωάν. 3:16.
Αν κατανοούμε αυτές τις αρχές, μπορούμε ν’ αντιληφθούμε γιατί ο Παύλος στην επιστολή του προς τον Φιλήμονα, ο οποίος ήταν κύριος δούλων, εκφράζει Χριστιανική αγάπη χωρίς να κηρύττη ένα ‘κοινωνικό ευαγγέλιο.’ Επίσης, μπορούμε ν’ αντιληφθούμε γιατί ο Παύλος έστειλε τον αποδράσαντα δούλο Ονήσιμο (τον οποίον ο Παύλος είχε προσηλυτίσει στη Χριστιανοσύνη) να επιστρέψη στον Χριστιανό κύριο του, αντί να τον συμβουλεύση ν’ απολαύση την παράνομη ελευθερία του από τη δουλεία.
Έχει πολύ κατάλληλα λεχθή ότι η επιστολή του Παύλου προς τον Φιλήμονα είναι ένα αριστούργημα στοργής και διακριτικότητος. Ο Παύλος ήταν εκείνος ο οποίος για πρώτη φορά έφερε τα αγαθά νέα για τη Χριστιανοσύνη στον Φιλήμονα, απελευθερώνοντας τον έτσι από τα δεσμά της ειδωλολατρίας και της αμαρτίας. Επομένως, μήπως ο Φιλήμων είχε μεγάλο χρέος προς τον απόστολο; Χωρίς αμφιβολία, ο Φιλήμων, ήταν δικαιολογημένα οργισμένος με τον Ονήσιμο και μάλιστα για πολλούς λόγους. Ο Ονήσιμος, με το ν’ αποδράση, δεν εστέρησε τον κύριο του μόνο από πολλές ουσιώδεις υπηρεσίες, αλλά γίνεται, νύξις ότι αυτός είχε πάρει επίσης μερικά πράγματα ή χρήματα του κυρίου του, ίσως για να πληρώση τα ναύλα του ταξιδιού του μέχρι τη Ρώμη. Έτσι ο Παύλος γράφει αυτή την επιστολή για να μπορέση ο Φιλήμων να δεχθή τον δούλο του πίσω μ’ ένα καλό τρόπο.
Αρχίζει την επιστολή του στέλλοντας χαιρετισμούς σε ωρισμένους αδελφούς, καθώς και στη συνάθροισι που εγίνετο στο σπίτι του Φιλήμονα. Ο Παύλος κατόπιν επαινεί τον Φιλήμονα για την αγάπη του, την πίστι και την αφοσίωσι που έδειξε στον Παύλο και στους άλλους. Μετά απ’ αυτή τη διακριτική εισαγωγή, ο απόστολος συνεχίζει για να υπενθυμίση στον Φιλήμονα ότι, μολονότι μπορούσε να τον ‘επιτάξη’ να κάμη «το πρέπον» αντιθέτως τον ‘παρακαλεί’. Να κάμη τι; Να δεχθή πίσω τον δούλο του Ονήσιμο—μ’ ένα καλό τρόπο φυσικά. Βέβαια, ο Παύλος μπορεί να ήθελε να λαμβάνη τις υπηρεσίες του Ονήσιμου αφού του είχε αποδειχθή πολύ χρήσιμος, αλλά ο Παύλος δεν θα μπορούσε να κάμη ένα τέτοιο πράγμα χωρίς τη συγκατάθεσι του Φιλήμονα.
Στην πραγματικότητα, η απόδρασις του Ονήσιμου απεδείχθη ότι ήταν για καλό, διότι τώρα ο Φιλήμων θα μπορούσε να τον δεχθή πίσω, όχι πια σαν ένα απρόθυμο, πιθανώς ανέντιμο δούλο, αλλά σαν ένα έντιμο, πρόθυμο Χριστιανό αδελφό. Ο Παύλος κάμει το αίτημα του ακόμη ισχυρότερο ζητώντας από τον Φιλήμονα, όταν λάβη πίσω τον δούλο του, να τον καλωσορίση όπως θα καλωσώριζε τον ίδιο τον Παύλο αν ο Παύλος επρόκειτο να τον επισκεφθή. Αν ο Ονήσιμος είχε αδικήσει τον κύριο του με κάποιο τρόπο, τότε ο Φιλήμων έπρεπε να χρεώση τον ίδιο τον Παύλο· διότι ήταν πρόθυμος ν’ αναπληρώση τη ζημιά. Για να κάμη ο Παύλος τον Φιλήμονα να πεισθή πιο εύκολα, του υπενθυμίζει το δικό του χρέος προς αυτόν, επειδή άκουσε πρώτη φορά την αλήθεια κι έγινε Χριστιανός απ’ αυτόν. Λέγοντας αυτό, ο Παύλος είναι βέβαιος ότι ο Φιλήμων θα κάμη ακόμη περισσότερα απ’ όσα ο Παύλος του ζητεί να κάμη.
Ο Παύλος έγραψε αυτή την επιστολή ενόσω ήταν στη φυλακή ή κάτω από κατ’ οίκον κράτησι στη Ρώμη, τον ίδιο περίπου καιρό που έγραψε τις επιστολές του στους Εφεσίους, στους Φιλιππησίους και στους Κολοσσαείς, μεταξύ του 60 και 61 μ.Χ. Τελειώνοντας την επιστολή του, εκφράζει την ελπίδα ότι μέσω των προσευχών που έκαμαν χάριν αυτού οι Χριστιανοί αδελφοί του θα ελευθερωθή σύντομα από τη φυλακή του στη Ρώμη κι έτσι ζητεί από τον Φιλήμονα να ετοιμάση στέγη γι’ αυτόν. Από τη δεύτερη επιστολή του προς τον Τιμόθεο μαθαίνομε ότι εκείνες οι προσευχές πραγματικά εισακούσθηκαν και ο Παύλος απελευθερώθηκε για να συνεχίση τις ιεραποστολικές του περιοδείες.
Η επιστολή του Παύλου προς τον Φιλήμονα μπορεί να λεχθή ότι υπογραμμίζει μια καλή αρχή που όλοι οι αφιερωμένοι Χριστιανοί, που υποφέρουν λόγω οικονομικών ή πολιτικών αδικιών ή διακρίσεων, πρέπει να έχουν καλά υπ’ όψιν. Ποια είναι αυτή; Ότι με το να γνωρίσουν τον Ιεχωβά Θεό και τον Ιησού Χριστό και να έχουν την ελπίδα της βασιλείας του Θεού μπορούν ν’ απολαμβάνουν πολύ περισσότερα απ’ όσα απολαμβάνουν εκείνοι που δεν υποφέρουν απ’ αυτά, αλλ’ οι οποίοι δεν έχουν γνώσι της αληθείας της Αγίας Γραφής, ούτε ελπίδα.