Η Πιστότης στον Θεό των Πρώτων Χριστιανών σε Δοκιμή
ΕΜΕΙΣ οι άνθρωποι έχομε μια έμφυτη επιθυμία να μας αγαπούν. Επομένως, δεν είναι εύκολο ν’ αντιμετωπίζωμε συνεχή κακοπαράστασι, κακομεταχείρισι και μίσος. Εν τούτοις, αυτό ήταν ακριβώς που αντιμετώπισαν οι πρώτοι Χριστιανοί.
Οι εχθροί των, για να σταματήσουν τη δράσι των, προκαλούσαν οχλοκρατίες και επέμβασι των αρχών εναντίον των. Αυτοί οι εχθροί κακοπαρίσταναν επίσης το έργο των και έκαναν να φαίνεται ότι μόνο οι άπειροι και αμαθείς θα ήσαν τόσο αφελείς ώστε να δεχθούν τη Χριστιανοσύνη. Ένας τέτοιος εχθρός, ο Κέλσος, είπε τα εξής:
«Όταν βρίσκουν παιδιά μόνα των και κάτι αμόρφωτες γυναίκες μαζί τους, τούς λέγουν καταπληκτικά πράγματα όπως, λόγου χάριν, ότι δεν πρέπει να δίνουν καμμιά σημασία στον πατέρα τους και τους διδασκάλους των, αλλά πρέπει να υπακούουν σ’ αυτούς· λέγουν ότι αυτοί μιλούν ανοησίες και δεν έχουν κατανόησι, και ότι στην πραγματικότητα ούτε γνωρίζουν ούτε μπορούν να κάμουν τίποτε καλό, αλλ’ ασχολούνται απλώς με φλυαρίες. Αλλά λέγουν ότι μόνο αυτοί γνωρίζουν τον ορθό δρόμο της ζωής, και αν τα παιδιά τούς πιστεύσουν, θα γίνουν ευτυχισμένα και θα κάνουν και το σπίτι τους ευτυχισμένο. Και αν, όταν μιλούν, ιδούν να έρχεται ένας διδάσκαλος, ή κάποιο μορφωμένο πρόσωπο, ή και ο ίδιος ο πατέρας τους, οι πιο προσεκτικοί φεύγουν προς όλες τις κατευθύνσεις· αλλά οι πιο απερίσκεπτοι παροτρύνουν τα παιδιά να στασιάσουν.»
Παρά την γελοία αυτή κακοπαράστασι, εξακολούθησαν οι πρώτοι Χριστιανοί τις προσπάθειές των να κηρύττουν και να μαθητεύουν; Γιατί δεν περίμεναν απλώς ώσπου να τους πλησιάσουν οι άλλοι αλλ’ αντιθέτως ανελάμβαναν την πρωτοβουλία να διαδίδουν τις πεποιθήσεις των; Οι πρώτοι Χριστιανοί ανεγνώριζαν ότι είχαν εντολή από τον Κύριο Ιησού Χριστό να διακηρύξουν την αλήθεια στους άλλους και να μαθητεύσουν. (Ματθ. 28:19, 20) Ήθελαν να είναι πιστοί σ’ αυτή την εντολή, έστω και αν αυτό θα προκαλούσε τον διωγμό των.
Μια άλλη άποψις που έκανε τους Χριστιανούς αντικείμενα μίσους ήταν ο αποχωρισμός των από τον κόσμο. (Ιωάν. 15:19) Δεν μετείχαν σε πολιτική δράσι ούτε υπηρετούσαν στις στρατιές τής Ρώμης. Γι’ αυτό οι Χριστιανοί στιγματίσθηκαν ως απάτριδες και η στάσις των παραστάθηκε ως παράλογη, ακόμη και επικίνδυνη για την ασφάλεια του κράτους.
Γιατί οι Χριστιανοί δεν υπέκυψαν σε επιχειρήματα να προσφέρουν στρατιωτική υπηρεσία για την άμυνα της Ρώμης; Ανεγνώριζαν την αρχή που εκτίθεται στον Ησαΐα 2:4: «Θέλουσι σφυρηλατήσει τας μαχαίρας αυτών δια υνία, και τας λόγχας αυτών διά δρέπανα· δεν θέλει σηκώσει μάχαιραν έθνος εναντίον έθνους, ουδέ θέλουσι μάθει πλέον τον πόλεμον.» Ένας αρχαίος Χριστιανός συγγραφεύς, Ιουστίνος ο Μάρτυς, αναφερόμενος καθαρά σ’ αυτή την προφητεία, εσημείωσε τα εξής:
«Εμείς που ήμαστε γεμάτοι από πολέμους και αλληλοσφαγή, και κάθε ανομία, έχομε αλλάξει ο καθένας σε όλη τη γη τα όπλα του πολέμου μας,—τις μάχαιρές μας σε υνία, και τις λόγχες μας σε γεωργικά εργαλεία.»
Επίσης τότε οι Χριστιανοί αναγνωρίζονταν ως μέλη μιας διεθνούς αδελφότητος. Μολονότι οι εναντιούμενοι δεν καταλάβαιναν την αγάπη που είχαν οι Χριστιανοί, αναγκάσθηκαν να αναγνωρίσουν ότι η αγάπη υπήρχε. Ελέχθη για τους Χριστιανούς: «Αγαπώνται μεταξύ τους σχεδόν προτού γνωρισθούν . . . και ονομάζουν ο ένας τον άλλον αδιακρίτως αδελφούς και αδελφές.» Λόγω της βαθιάς αγάπης που είχαν μεταξύ των οι πρώτοι Χριστιανοί δεν άφησαν το μίσος του κόσμου και τις διαιρέσεις να διασπάσουν την ενότητά των.—-Ιωάν. 13:35· 1 Πέτρ. 5:9.
Επίσης ηρνούντο να ενασχολούνται σε ενέργειες που συνδέονταν με την ειδωλολατρία. Το βιβλίο Ιστορία της Χριστιανοσύνης σημειώνει τα εξής:
«Επειδή ηρνούντο να μετέχουν σε ειδωλολατρικές τελετές οι Χριστιανοί χαρακτηρίζονταν αθεϊσταί. Επειδή απείχαν από μεγάλο μέρος της κοινοτικής ζωής—από ειδωλολατρικούς εορτασμούς, από δημόσιες διασκεδάσεις, οι οποίες κατά τους Χριστιανούς ήσαν εντελώς αναμεμιγμένες με ειδωλολατρικές πεποιθήσεις, έθιμα, και ανηθικότητες—τους εχλεύαζαν ότι μισούσαν την ανθρώπινη φυλή. Συνήθως τους κατηγορούσαν ότι διέπρατταν χονδροειδείς ανηθικότητες.»
Γιατί οι πρώτοι Χριστιανοί ήσαν τόσο ακλόνητοι στο ν’ αποφεύγουν την ειδωλολατρία; Κατανοούσαν ότι ήταν απιστία στον Θεό, ήταν κάτι χωρίς νόημα και αποκρουστικό. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυς εδήλωσε:
«Βλέπομε ότι αυτά τα είδωλα είναι νεκρά και δεν έχουν τη μορφή του Θεού. Οι τεχνίτες κατασκευάζουν αυτό που λέγουν Θεό· πράγμα που όχι μόνο θεωρείται παράλογο, αλλά και προσβλητικό στον Θεό, του οποίου το όνομα τίθεται έτσι σε πράγματα που είναι φθαρτά, και έχουν ανάγκη συνεχούς υπηρεσίας. Οι κατασκευασταί αυτών είναι έκλυτοι και, επιδίδονται σε κάθε ακολασία. Ακόμη και τα δικά τους κορίτσια που συνεργάζονται μαζί τους τα διαφθείρουν.»
Οι Χριστιανοί, που προκάλεσαν το παγκόσμιο μίσος λόγω του ζήλου των στο κήρυγμα και του χωρισμού των από τις διαμάχες του κόσμου, την πολιτική και την ειδωλολατρία, συχνά εφέροντο ενώπιον δημοσίων λειτουργών για τιμωρία. Αυτοί οι αξιωματούχοι τούς έδιναν την ευκαιρία ν’ απαρνηθούν τη Χριστιανοσύνη κι’ έτσι να διαφύγουν την τιμωρία, ακόμη και τον θάνατο. Ο Πλίνιος ο Νεώτερος, γράφοντας στον Αυτοκράτορα Τραϊανόν, του λέγει για τις μεθόδους που μετήρχετο όταν είχε να κάμη με Χριστιανούς:
«Τους ρωτούσα αν ήσαν Χριστιανοί· αν το ομολογούσαν, επαναλάμβανα την ερώτησι δυο φορές και τους απειλούσα με τιμωρία . . . Μια ανώνυμη πληροφορία ετέθη ενώπιόν μου που περιελάμβανε κατηγορία εναντίον διαφόρων προσώπων, τα οποία ανακρινόμενα αρνήθηκαν ότι ήσαν Χριστιανοί, ή ότι ήσαν ποτέ τέτοιοι. Επαναλάμβαναν ύστερα από μένα μια επίκλησι στους θεούς, και τελούσαν θρησκευτικά έθιμα με οίνον και λιβάνι ενώπιον του αδριάντος σου (τον οποίον διέταξα να φερθή γι’ αυτό τον σκοπό, μαζί με τα αγάλματα των θεών), και μάλιστα εξύβριζαν το όνομα του Χριστού: ενώ δεν εξαναγκάζονται, όπως λέγεται, να συμμορφωθούν μ’ αυτά οι πραγματικοί Χριστιανοί: Εθεώρησα λοιπόν κατάλληλο να τους απολύσω.»
Ό,τι χρειαζόταν για ν’ αποφύγουν την ποινή ήταν η τέλεσις θρησκευτικών τελετών μια φορά. Αλλά εκείνοι που ήσαν αληθινά αφοσιωμένοι Χριστιανοί παρέμειναν πιστοί στον Θεό. Δεν συμβιβάσθηκαν δεν σκέφθηκαν ότι ήταν απλώς ένα μικρό πράγμα για το οποίον θα μπορούσαν να ζητήσουν συγχώρησι από τον Θεό.—Παράβαλε Λουκάς 4:6-8.
Το υπόμνημα που κατέγραψαν οι πρώτοι Χριστιανοί για τον εαυτό τους ήταν υπόμνησι εξαιρετικής πιστότητος, ακόμη και όταν αντιμετώπιζαν τον θάνατο με φρικτό βασανισμό. Για τον τρομερό διωγμό που υπέστησαν στη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορος Νέρωνος, που επέρριψε την μομφή σ’ αυτούς για την πυρκαϊά που κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Ρώμης, ο ιστορικός Τάκιτος σημειώνει τα εξής:
«Έγινε πρώτα μια σύλληψις όλων εκείνων που ωμολόγησαν την ενοχή τους· κατόπιν με τις πληροφορίες των, καταδικάσθηκε ένα απέραντο πλήθος, όχι τόσο για το έγκλημα του εμπρησμού της πόλεως, όσο για μίσος κατά της ανθρωπότητος. Κάθε είδους χλευασμός προσετέθη στον θάνατό τους. Σκεπασμένοι με δέρματα αγρίων ζώων, κατεσπαράσσοντο από σκύλους και θανατώνονταν, ή τους εκάρφωναν σε σταυρούς, ή τους κατεδίκαζαν να ριφθούν στις φλόγες και να καούν, για να χρησιμεύσουν ως νυκτερινός φωτισμός, όταν έφευγε το φως της ημέρας.»
Υπάρχουν σήμερα Χριστιανοί που έχουν δείξει όμοια πιστότητα στον Θεό αντιμετωπίζοντας τον θάνατο. Και αυτοί επίσης λέγονται μεταξύ των αδελφοί και αδελφές και πραγματικά αγαπούν ο ένας τον άλλον βαθιά, αποφεύγοντας κάθε ανάμιξι στις διαμάχες και στην πολιτική αυτού του κόσμου. Με ζήλο διακηρύττουν την αλήθεια παρά την κακοπαράστασί των. Είσθε σεις ένας απ’ αυτούς; Έχετε το είδος της πίστεως που χρειάζεται για να δείξετε τέτοια πιστότητα στον Θεό; Αν θέλετε πραγματικά τέτοια πίστι, οι μάρτυρες του Ιεχωβά θα σας βοηθήσουν να την αποκτήσετε.