Εδάφια της Ημέρας για τον Μήνα Μάρτιο
16. Ο Ιεχωβά είναι δύναμίς μου, και ασπίς μου· επ’ αυτόν ήλπισεν η καρδία μου· και εβοηθήθην· δια τούτο ηγαλλίασεν η καρδία μου.—Ψαλμ. 28:7, ΜΝΚ. Σ 1/6/71 13,14
17. Δύο εκ των ευνούχων του βασιλέως,. . . εζήτουν να επιβάλωσι χείρα επί τον βασιλέα Ασσουήρην. Και ο Μαροδοχαίος. . . ανήγγειλεν αυτό προς Εσθήρ την βασίλισσαν.—Εσθήρ 2:21,22. Σ 15/6/71 15
18. Εγώ είμαι ο Ιεχωβά· δεν αλλοιούμαι.—Μαλ. 3:6, ΜΝΚ. Σ 1/8/71 12-14α
19. Είναι Θεός ζων,. . . εξέτεινε τους ουρανούς εν τη συνέσει αυτού.—Ιερ. 10:10,12. Σ 15/7/71 14,15
20. Εγώ όμως σας λέγω, ότι πας νυμφευμένος ο βλέπων γυναίκα δια να επιθυμήση αυτήν, ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού.—Ματθ. 5:28. Σ 1/6/71 10,11α
21. Όλη η γραφή είναι θεόπνευστος, και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς εκπαίδευσιν την μετά της δικαιοσύνης.—2 Τιμ. 3:16. Σ 1/1/72 1-5.
22. Πιστός. . . είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε.—1 Κορ. 10:13. Σ 15/5/71 24
23. Εκ τούτου γνωρίζομεν την αγάπην, ότι εκείνος υπέρ ημών την ψυχήν αυτού έβαλε· και ημείς χρεωστούμεν υπέρ των αδελφών να βάλλωμεν τας ψυχάς ημών.—1 Ιωάν. 3:16. Σ 1/11/71, 12,13α
24. Ιδού, οι δούλοι μου θέλουσιν αλαλάζει εν ευθυμία, σεις δε θέλετε βοά εν πόνω καρδίας.—Ησ. 65:14. Σ 15/12/71 2,3
25. Υποτασσόμενοι εις αλλήλους εν φόβω Θεού [Χριστού, ΜΝΚ]. Αι γυναίκες, υποτάσσεσθε εις τους άνδρας σας ως εις τον Κύριον.—Εφεσ. 5:21, 22. Σ 1/7/71 13,14α
26. Έστε λοιπόν σεις τέλειοι, καθώς ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς είναι τέλειος.—Ματθ. 5:48. Σ 1/1/72 12-14
27. Και ίσταντο πας ο Ιούδας ενώπιον του Ιεχωβά, με τα βρέφη αυτών, τας γυναίκας αυτών, και τους υιούς αυτών.—2 Χρον. 20:13, ΜΝΚ. Σ 15/12/71 10,11
28. Σεις εξεύρετε, από της πρώτης ημέρας αφ’ ης επάτησα εις την Ασίαν, πώς επέρασα μεθ’ υμών όλον τον χρόνον, δουλεύων τον Κύριον μετά πάσης ταπεινοφροσύνης, και μετά πολλών δακρύων και πειρασμών, οίτινες μοι συνέβησαν.—Πράξ. 20:18, 19. Σ 1/5/71 16,17α
29. Τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού μονογενή, δια να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον.—Ιωάν. 3:16. Σ 1/8/71 8,9α
30. Ο βασιλεύς. . . έκαμε την διαθήκην ενώπιον του Ιεχωβά, να περιπατή κατόπιν του Ιεχωβά, και να φυλάττη τας εντολάς αυτού,. . . εξ όλης καρδίς και εξ όλης ψυχής, ώστε να εκτελώσι τους λόγους της διαθήκης ταύτης,. . . πας ο λαός εστάθη εις την διαθήκην.—2 Βασ. 23:3, ΜΝΚ. Σ 15/9/71 10,11
31. Μακάριος εκείνος τον οποίον έκλεξας, και προσέλαβες δια να κατοική εν ταις αυλαίς σου.—Ψαλμ. 65:4. Σ 1/11/71 16-18β