Η Αλήθεια του Θεού Έσωσε τη Ζωή Μου!
● Όταν πέθανε η αγαπητή μου σύζυγος είχα μείνει πολύ θλιμμένος. Μου είχαν πει στην εκκλησία μου ότι η σύζυγός μου ήταν σ’ ένα πύρινο άδη, διότι δεν είχε βαπτισθή ποτέ. Τριγύριζα τόσο στενοχωρημένος, ώστε ο γυιος μου δεν μπορούσε να παραμείνη σπίτι τα σαββατοκύριακα. Έφευγε την Παρασκευή το πρωί κι επέστρεφε τη νύχτα της Κυριακής.
Μία Παρασκευή βράδυ απεφάσισα να πάω να συναντήσω τη σύζυγό μου στο θάνατο. Δεν ήθελα να ζήσω άλλο ένα χρόνο αθλιότητος. Στα γειτονικά μας μέρη υπάρχουν πολλά δηλητηριώδη φυτά. Σκέφθηκα να μαζέψω μερικά απ’ αυτά, να κάμω ένα ρόφημα, να το πιο και να πέσω στο κρεββάτι.
Καθώς πήγαινα προς το δάσος για ν’ ανάψω φωτιά, δύο νεαρές γυναίκες προχωρούσαν προς το μονοπάτι που βγαίνει σπίτι μου. Μου είπαν μια σύντομη ομιλία από τη Γραφή. Είπα σ’ αυτές ότι το σπίτι αυτό ήταν χωρίς μητέρα και ότι ήσαν ευπρόσδεκτες να μπουν μέσα. Μπήκαν μέσα και καθήσαμε και οι τρεις. Επί μια ώρα ή περισσότερο ακόμη συζητούσαμε την αλήθεια του Θεού από τη Γραφή. Όταν έφυγαν μου υποσχέθηκαν να επανέλθουν την επομένη Παρασκευή. Έτσι δεν πήγα να μαζέψω βότανα και να κάμω το δηλητηριώδες ρόφημά μου εκείνο το βράδυ.
Εκείνες οι δυο μάρτυρες του Ιεχωβά επανήλθαν στο σπίτι μου ακριβώς την Παρασκευή, και καθώς και άλλες Παρασκευές κατόπιν. Περίπου ένα μήνα αργότερα, επισκέφθηκα για πρώτη φορά την Αίθουσα Βασιλείας εδώ στο Σηάτλ της Ουάσιγκτον. Από τότε τακτικά πηγαίνω εκεί. Αργότερα βαπτίσθηκα και τώρα είμαι ένας από τους ευτυχισμένους μάρτυρας του Ιεχωβά. Αισθάνομαι πραγματικά ότι εκείνες οι δύο Μάρτυρες ήσαν μια προμήθεια από τον Θεό, διότι η αλήθεια που έφεραν έσωσε τη ζωή μου.—Από συνεργάτην.