Διέμειναν Πιστοί Παρά την Εναντίωση
Ένας νέος ακτινοσκόπος στο νοσοκομείο της νήσου Γιαπ, άρχισε να μελετά με ένα από τους ιεραποστόλους. Όταν έλαβε την στάσι του για την αλήθεια συνήντησε μεγάλη εναντίωσι και γελιοποίησι στην εργασία από τους συνεργάτας του και σκληρή εναντίωσι από τους συγγενείς του. Αυτός όμως και η σύζηγός του συνέχισαν τη συμμελέτη και, με τη βοήθεια του Θεού, αντεστάθησαν στην πίεσι αυτή. Στο τέλος, η εναντίωσις εκ μέρους των συγγενών έφθασε σε τέτοιες διαστάσεις ώστε αναγκάσθηκαν αυτός, η γυναίκα του και τα παιδιά του να μετακομίσουν από ένα ωραίο σπίτι σ’ ένα ακατάλληλο και χωρίς ηλεκτρισμό σπίτι που δεν είχε ευκολίες. Κατά την επίσκεψη του υπηρέτου περιοχής ο άνθρωπος αυτός βαπτίσθηκε και η σύζηγός του έλαβε μέρος για πρώτη φορά στην υπηρεσία του αγρού. Αργότερα αυτή παρευρέθη στην περιφερειακή συνέλευσι της Γκουάμ κι εκεί συνεβόλισε την αφιέρωσί της να πράξη το θέλημα του Ιεχωβά. Η εναντίωσις και ο εκφοβισμός εξακολουθούν. Μετά το βάπτισμά της ο ιδιοκτήτης τους είπε το εσπέρας της Παρασκευής ότι έπρεπε να φύγουν από το σπίτι του το Σάββατον. Η γυναίκα είπε στον άνδρα της το πρωί του Σαββάτου, «Ίσως θα ήταν καλά να μείνωμε σπίτι και να μη πάμε στην υπηρεσία για να προσπαθήσωμε να βρούμε κάποιο μέρος να μείνωμε.» Η απάντησίς του ήταν, «Όχι, κάναμε διευθετήσεις να βγούμε στον αγρό. Θα σκεφθούμε για το σπίτι μας το απόγευμα.» Όταν επέστρεψαν από την υπηρεσία, ο ιδιοκτήτης τους είπε ότι μπορούσαν να συνεχίσουν τη διαμονή τους.