Εδάφια της Ημέρας για τον Μήνα Αύγουστο
1 Ο λόγος αυτού ήτο εν τη καρδία μου ως καιόμενον πυρ περικεκλεισμένον εν τοις οστέοις μου, και απέκαμον χαλινόνων εμαυτόν, και δεν ηδυνάμην πλέον.—Ιερεμ. 20:9. Σ 1/11/68 22-24α
2 Προσέταξεν εις τους πατέρας ημών, να κάμνωσιν αυτά γνωστά εις τα τέκνα αυτών . . . δια να θέσωσιν επί τον Θεόν την ελπίδα αυτών, και να μη λησμονώσι τα έργα του Θεού, αλλά να φυλάττωσι τας εντολάς αυτού.—Ψαλμ. 78:5, 7. Σ 15/5/68 30
3 Η επιείκειά σας ας γείνη γνωστή εις πάντας τους ανθρώπους. . . . Μη μεριμνάτε περί ουδενός· αλλ’. . . ας γνωρίζωνται τα ζητήματα σας προς τον Θεόν. . . . Και η ειρήνη του Θεού, η υπερέχουσα πάντα νουν, θέλει διαφυλάξει τας καρδίας σας και τα διανοήματά σας.—Φιλιππησ. 4:5-7. Σ 1/3/69 8, 9α
4 Δεν θέλετε με ιδεί εις το εξής, εωσού είπητε, “Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι του Ιεχωβά!”—Ματθ. 23:39, ΜΝΚ. Σ 15/3/69 20
5 Η πτωχή αύτη χήρα έβαλε περισσότερον πάντων.—Λουκ. 21:3. Σ 1/12/68 17
6 Ενεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον, τον οποίον είπε προς αυτόν ο Ιησούς. . . . Και ήρχισε να κλαίη πικρώς.—Μάρκ. 14:72. Σ 1/1/69 14, 15
7 Οι εργαζόμενοι τα ιερά, εκ του ιερού τρώγουσιν. . . . Ούτω και ο Κύριος διέταξεν, οι κηρύττοντες το ευαγγέλιον να ζώσιν εκ του ευαγγελίου.—1 Κορ. 9:13, 14. Σ 15/9/68 11α
8 Ακούσαντες δε ταύτα, ησύχασαν, και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες, Και εις τα έθνη λοιπόν έδωκεν ο Θεός την μετάνοιαν εις ζωήν.—Πράξ. 11:18. Σ 1/2/69 29
9 Οπίσω σου έσεισε κεφαλήν η θυγάτηρ της Ιερουσαλήμ. Τίνα ωνείδισας και εβλασφήμησας; και κατά τίνος ύψωσας φωνήν, και εσήκωσας υψηλά τους οφθαλμούς σου; Κατά του Αγίου του Ισραήλ.—2 Βασ. 19:21, 22. Σ 15/6/68 9, 10α
10 Να ανανεόνησθε εις το πνεύμα του νοός σας, και να ενδυθήτε τον νέον άνθρωπον, τον κτισθέντα κατά Θεόν εν δικαιοσύνη και οσιότητι της αληθείας.—Εφεσ. 4:23, 24. Σ 1/8/68 18, 19α
11 Έστω ο Θεός αληθής, πας δε άνθρωπος ψεύστης· καθώς είναι γεγραμμένον, “Δια να δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και να νικήσης όταν κρίνησαι”.—Ρωμ. 3:4. Σ 15/12/68 27
12 Η γυνή είπεν, Ο όφις με ηπάτησε, και έφαγον.—Γέν. 3:13. Σ 15/1/69 18, 19
13 Σεις όμως είσθε “γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός τον οποίον απέκτησεν ο Θεός”.—1 Πέτρ. 2:9. Σ 15/2/69 8, 9, 11α
14 Τίμιος έστω ο γάμος εις πάντας, και η κοίτη αμίαντος· τους δε πόρνους και μοιχούς θέλει κρίνει ο Θεός.—Εβρ. 13:4. Σ 15/7/68 25, 26
15 Άρα λοιπόν ενόσω έχομεν καιρόν, ας εργαζώμεθα το καλόν προς πάντας, μάλιστα δε προς τους οικείους της πίστεως.—Γαλ. 6:10. Σ 15/5/68 4, 6α