Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Είχε ήδη αναχωρήσει ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, όταν ο Ιησούς εθέσπισε τον εορτασμό του Δείπνου του Κυρίου;—Ι. Ντ., Ουρουγουάη.
Ναι, η Γραφική απόδειξις είναι ότι ο Ιούδας ήταν παρών για τον Πασχαλινό εορτασμό μαζί με τον Ιησού την 14η Νισάν του 33 μ.Χ., αλλά ότι ανεχώρησε προτού ο Χριστός θεσπίση την ανάμνησι του θανάτου του.
Από τις τέσσερες αφηγήσεις του Ευαγγελίου, η μόνη η οποία θα μπορούσε να οδηγήση ένα αναγνώστη σε διαφορετικό συμπέρασμα είναι η αφήγησις του Λουκά. Πρώτος ο Λουκάς ανέφερε τον κανονικό εορτασμό του Πάσχα, στον οποίο συμμετέσχε και ο Ιούδας ως Ιουδαίος, (Λουκ. 22:15-18) Στα επόμενα δύο εδάφια, Λουκάς 22:19, 20, παρουσίασε μερικά σχόλια που είχε κάμει ο Ιησούς όταν εθέσπισε τη νέα διευθέτησι, την ετησία ανάμνησι του θανάτου του. Κατόπιν ο Λουκάς έδειξε ότι κάποια ώρα εκείνη τη νύχτα ο Ιησούς υπέδειξε ότι ένας από τους δώδεκα αποστόλους ήταν προδότης, και αυτό το σχόλιο τούς έκαμε να διερωτηθούν ποιόν εννοούσε. (Λουκ. 22:21-23) Αν γίνη δεκτό ότι η παρουσίασις του Λουκά ακολουθεί χρονολογική σειρά, αυτό θ’ απεδείκνυε ότι ο Ιούδας ήταν εκεί όταν προσεφέρθησαν ο άρτος και ο οίνος του Δείπνου του Κυρίου.
Ας ενθυμούμεθα, όμως, ότι μολονότι ο Λουκάς θέλησε να παρουσιάση το Ευαγγέλιόν του «κατά σειράν,» δεν ακολούθησε πάντα μία αυστηρώς χρονολογική σειρά. (Λουκ. 1:3) Αυτό μπορεί ν’ αποδειχθή εύκολα από τα εδάφια Λουκάς 3:18-21. Μολονότι, αυτό με κανένα τρόπο δεν περιορίζει την αξία του Ευαγγελίου του Λουκά, εφόσον είναι μια θεόπνευστη αφήγησις, εν τούτοις καθίσταται σαφές ότι πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν τα άλλα Ευαγγέλια για να θεμελιωθή χρονολογική συνοχή. Επί πλέον, ο Λουκάς δεν μας λέγει πότε ακριβώς απεχωρίσθη ο Ιούδας από τον όμιλο. Ασφαλώς αυτό συνέβη προτού ο Ιησούς ειπή: «Σεις . . . είσθε οι διαμείναντες μετ’ εμού εν τοις πειρασμοίς μου.» (Λουκ. 22:28) Ώστε ας στραφούμε στα άλλα Ευαγγέλια για να προσδιορίσωμε πότε ανεχώρησε ο προδότης.
Τόσο ο Ματθαίος όσο και ο Μάρκος εξηγούν ότι ερωτήσεις ηγέρθησαν μεταξύ εκείνων οι οποίοι ήσαν συνηγμένοι για να εορτάσουν το πάσχα. Ο Ιησούς είχε υποδείξει ότι ένας από τους αποστόλους ήταν προδότης, και ήθελαν να γνωρίζουν ποιος ήταν. Και οι δύο αφηγήσεις δείχνουν ότι αυτό συνέβη «ενώ έτρωγον» το Πασχαλινό γεύμα. (Ματθ. 26:20-25· Μάρκ. 14:17-21) Μολονότι, το Ευαγγέλλιον του Ιωάννου δεν καλύπτει πολλά από τα σημεία τα οποία είχαν ήδη καταγραφή στα τρία Ευαγγέλια, τα οποία είχαν γραφή προηγουμένως, ωστόσο αναφέρει αυτές τις ερωτήσεις για τον προδότη. Ο Ιωάννης διευρύνει, το ζήτημα με το ν’ αναφέρη ότι ο Ιησούς απεκάλυψε τον Ιούδα με το να του δώση ψωμίον. Τι συνέβη τότε; Ο Ιωάννης γράφει για τον Ιούδα: «Λαβών λοιπόν εκείνος το ψωμίον, εξήλθεν ευθύς.»—Ιωάν. 13:21-30.
Μ’ αυτή την εκτεταμένη άποψι των ερωτήσεων σχετικά με τον προδότη και την έξοδο του Ιούδα, επανερχόμεθα στον Ματθαίο και τον Μάρκο. Και οι δύο προχωρούν στο να εξηγήσουν ότι τότε ο Ιησούς εθέσπισε το Δείπνον του Κυρίου. (Ματθ. 26:26-29· Μάρκ. 14:22-25) Συνεπώς, η σειρά των γεγονότων φαίνεται ότι ήταν η εξής: Ο όμιλος, που περιελάμβανε και τον Ιούδαν, έφαγαν το Πασχαλινό γεύμα. Στη διάρκεια του γεύματος ο Ιησούς ανέφερε ότι ένας από τους δώδεκα ήταν προδότης, ηγέρθησαν ερωτήσεις όσον αφορά το ποιος είναι και ο Ιησούς τον προσδιώρισε οριστικά. Αμέσως ο Ιούδας ο Ισκαριώτης έφυγε για να προδώση τον Χριστό. Ύστερ’ στο αυτό, ο Ιησούς εθέσπισε τον εορτασμό του Δείπνου του Κυρίου μεταξύ των υπολοίπων ένδεκα αποστόλων, οι οποίοι είχαν ‘διαμείνει μετ’ αυτού εν τοις πειρασμοίς του.’
● Αν ο Αβραάμ πραγματικά επίστευε ότι επρόκειτο να θυσιάση τον γυιό του Ισαάκ, γιατί είπε στους δούλους του ότι αυτός κι ο Ισαάκ θα επέστρεφαν σ’ αυτούς;—Ε. Μ., Η.Π.Α.
Ο Ιεχωβά είχε ειπεί θετικά στον Αβραάμ ότι ζητούσε απ’ αυτόν να προσφέρη τον αγαπητό του γυιό Ισαάκ ως θυσία.—Γέν. 22:2.
Με πίστι ο Αβραάμ επορεύθη με τον γυιό του και με δύο δούλους έως εκεί όπου ο τόπος της θυσίας ήταν σε ορατή απόστασι. Τότε ο Αβραάμ είπε στους δούλους του: «Σεις καθίσατε αυτού μετά της όνου· εγώ δε και το παιδάριον θέλομεν υπάγει έως εκεί· και αφού προσκυνήσωμεν, θέλομεν επιστρέψει προς εσάς.»—Γέν. 22:5.
Αν ο Αβραάμ κατανοούσε πλήρως την αληθινότητα της τότε δηλώσεως του, δεν γνωρίζομε. Αλλ’ ό,τι είπε ήταν σαν προφητικά του τι θα εγίνετο πράγματι.
Μήπως ο Αβραάμ αμφέβαλλε ότι ο Ισαάκ θα προσεφέρετο ως θυσία; Όχι, αυτός εσκόπευε να υπακούση πλήρως στον Θεό, και είχε πλήρη πίστι στον Ιεχωβά και στη δύναμί του. Ο Αβραάμ, λοιπόν, επρόκειτο να εκτελέση ό,τι είπε ο Θεός, έστω κι αν πέθαινε ο αγαπητός του γυιός. Ο Αβραάμ ήξερε ότι κι αυτός και η σύζυγος του Σάρρα ήσαν ως νεκροί όσον αφορά την ικανότητα αναπαραγωγής, κι ωστόσο ο Θεός επανέφερε σε ζωή τη δύναμί τους να παραγάγουν σπέρμα. Αυτή η αναζωογόνησις των ικανοτήτων των αναπαραγωγής είχε ως αποτέλεσμα τη γέννησι, του Ισαάκ.—Εβρ. 11:11, 12· Ρωμ. 4:19-21.
Ο Ιεχωβά είχε ήδη υποσχεθή στον Αβραάμ ότι θα παρήγε απ’ αυτόν έθνος μέγα, κι ότι ο Αβραάμ θα εγίνετο έτσι ένα μέσον παραγωγής μεγάλης ευλογίας για ‘πάσας τας φυλάς της γης.’ Ο Θεός είχε ειπεί στον Αβραάμ τι επρόκειτο να γίνη ως προς το σπέρμα του. (Γέν. 12:1-3· 15:13-16) Ο Θεός δεν μιλούσε για σπέρμα μέσω κάποιου άλλου γυιού, διότι είπε ειδικά «Εν τω Ισαάκ θέλει κληθή εις σε σπέρμα.» (Γέν. 21:12) Αν ο Ισαάκ, εθυσιάζετο, τότε για την ευλογία που θα επήρχετο μέσω του σπέρματος εκείνου, ο Ιεχωβά θα έπρεπε ν’ αναστήση τον Ισαάκ. Επίστευε ο Αβραάμ ότι μπορούσε να το κάμη αυτό ο Ιεχωβά; Κάτω από έμπνευσι ο απόστολος Παύλος απήντησε ότι ο Αβραάμ ‘εσυλλογίσθη ότι ο Θεός δύναται και εκ νεκρών να ανεγείρη [τον Ισαάκ].’ (Εβρ. 11:19) Ο Αβραάμ, λοιπόν, σαφώς ήλπιζε ότι, αν πέθαινε ο Ισαάκ, ο Θεός εν καιρώ θα τον ανέσταινε, για να μπορέση ο Ισαάκ να παραγάγη το υποσχεμένο σπέρμα. Τα σχόλια του Αβραάμ στους δούλους του αντανακλούσαν αυτή την εμπιστοσύνη.