Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Ποιος είναι, Γραφικός τρόπος ενεργείας, όταν αναμένεται από ένα Χριστιανό να σταθή όρθιος ή να υποκλιθή μπροστά σ’ ένα δικαστή, ή σ’ ένα άρχοντα ή να χρησιμοποιήση μια φρασεολογία εξάρσεως, όταν απευθύνεται σ’ ένα τέτοιο πρόσωπο;—Χ. Α., Αφρική.
Οι Χριστιανοί ενθαρρύνονται από τον Θεό να δείχνουν σεβασμό σε πολιτικούς άρχοντας ή σε άτομα με εξουσία. Σχετικά με αυτές τις ανώτερες εξουσίες, ο απόστολος Παύλος έγραψε κάτω από θεία έμπνευσι: «Απόδοτε . . . εις πάντας τα οφειλόμενα· . . . εις όντινα τον φόβον, τον φόβον· εις όντινα την τιμήν, την τιμήν.» (Ρωμ. 13:1, 7) Ο Παύλος έγραψε, επίσης, ότι μπορούσαν να γίνωνται παρακλήσεις «υπέρ βασιλέων, και πάντων των όντων εν αξιώμασι.» (1 Τιμ. 2:1, 2) Ο συνήθης τρόπος, με τον οποίο αυτή η τιμή και ο σεβασμός αναμένεται ν’ αποδοθούν, ποικίλλει, από τόπο σε τόπο. Μπορεί να περιλαμβάνη το να υποκλιθή ένας στον άρχοντα, να προσπέση στο έδαφος μπροστά του, να σηκωθή όρθιος όταν αυτός εισέρχεται στην αίθουσα ή να χρησιμοποιή κάποια ειδική μορφή χαιρετισμού. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι τοπικές συνήθειες απαιτούν από τον Χριστιανό να δείχνη σεβασμό στην επίσημη θέσι που κατέχει αυτό το άτομο, στο αξίωμά του.
Υπάρχει Βιβλικό προηγούμενο για να δείχνη ένας κάποιο βαθμό σεβασμού λαμβάνοντας μια ειδική στάσι. Ο Ιακώβ υπεκλίθη επτά φορές όταν συνηντήθη με τον Ησάυ. (Γεν. 33:3) Ο πατριάρχης Αβραάμ υπεκλίθη μπροστά σε ειδωλολάτρας γηγενείς της Χαναάν, τους γυιούς του Χετ. (Γεν. 23:7, 12) Όταν ο Ιησούς ήταν στη γη, αυτός, ως προσδιορισμένος Βασιλεύς του Ιεχωβά, επέτρεπε σε άτομα να τον προσκυνούν. (Ματθ. 8:2· 9:18) Εφόσον αυτές οι πράξεις δεν περιελάμβαναν πραγματική λατρεία ενός ανθρώπου, επετρέποντο ως εκδηλώσεις σεβασμού.—Έξοδ. 34:14· Ματθ. 4:10.
Υπάρχουν, επίσης, Βιβλικά παραδείγματα που δείχνουν πώς απεδίδετο προφορικώς τιμή σε άτομα τα οποία ευρίσκοντο σε εξουσία. Ο Παύλος απευθύνθηκε στον Ρωμαίο ηγεμόνα Φήστο με την έκφρασι «Κράτιστε Φήστε.» (Πράξ. 26:25) Τόσο δούλοι του Θεού όσο και ειδωλολάτραι χρησιμοποιούσαν εκφράσεις όπως, «Βασιλεύ, ζήθι εις τον αιώνα,» δείχνοντας την επιθυμία των να έχη ο άρχων μακροβιότητα.—1 Βασ. 1:31· Δαν. 3:9.
Εν τούτοις, αυτό το ζήτημα της αποδόσεως τιμής σε ανθρώπινες εξουσίες έχει περιορισμούς. Οι Χριστιανοί οφείλουν να ενθυμούνται ότι μόνο ο Ιεχωβά είναι άξιος της λατρείας ενός. (Έξοδ. 20:3-5· Ψαλμ. 100:3) Ένας νόμος, τον οποίον επανειλημμένως ετόνισε ο Ιεχωβά, είναι ότι λατρεία δεν πρέπει ν’ αποδίδεται σε πράγματα που έχουν δημιουργηθή, περιλαμβανομένων και ανθρώπων, διότι αυτό θ’ αποτελούσε ειδωλολατρία. Ο Παύλος και ο Βαρνάβας το εγνώριζαν αυτό, έτσι όταν οι κάτοικοι, στα Λύστρα άρχισαν να φέρωνται σ’ αυτούς ως θεούς, τους ικέτευσαν: «Τι κάμνετε ταύτα; και ημείς είμεθα άνθρωποι ομοιοπαθείς με σας.» (Πράξ. 14:11-15) Όταν το να προσκυνήση κανείς μπροστά σ’ ένα άνθρωπο γίνεται με μια στάσι λατρείας, τότε είναι εσφαλμένο! Επομένως, όταν ο Κορνήλιος έκαμε μια τέτοια πράξι, ο Πέτρος δεν το επέτρεψε, λέγοντας: «Σηκώθητι· και εγώ αυτός άνθρωπος είμαι.» (Πράξ. 10:25, 26) Θα ήταν σφάλμα να εκτελέση ένας λατρευτικές πράξεις ακόμη και σ’ ένα άγγελο, όπως ετονίσθη στον Ιωάννη όταν κατελήφθη από συγκίνησι και πλησίαζε να χάση την πνευματική του ισορροπία και να λατρεύση ένα άγγελο.—Αποκάλ. 19:10· 22:8, 9.
Αυτά τα παραδείγματα πρέπει να φέρωνται στη μνήμη, όταν πρόκειται ν’ αποδοθή τιμή σ’ ένα φύλαρχο, δικαστή ή σε πολιτική εξουσία. Γραφικώς θα ήταν εσφαλμένο ν’ αποδίδεται σ’ αυτούς τους ανθρώπους εξουσία Θεού. (Πράξ. 12:22, 23) Όσον αφορά μια οποιαδήποτε ειδική περίπτωσι, εκείνοι, οι οποίοι περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, οφείλουν ν’ αποφασίσουν αν αυτό που ζητείται είναι ο συνήθης σεβασμός για το αξίωμα εκείνου που βρίσκεται στην εξουσία, ή αν οι λέξεις και οι πράξεις που αναμένονται, ισοδυναμούν με θρησκευτική λατρεία ή παραβιάζουν την προσταγή: «Φεύγετε από της ειδωλολατρείας.» (1 Κορ. 10:14) Αν ένας άρχων δεν είναι καν παρών και οι λέξεις κολακείας γι’ αυτόν απαιτούνται μόνο όταν εκτίθεται η εικών του ή όταν ανταλλάσσεται χαιρετισμός με άλλα άτομα, αυτό θα εσήμαινε την ειδωλοποίησί του.—1 Ιωάν. 5:21.
Η πορεία των πρώτων Χριστιανών είναι ενδιαφέρουσα σ’ αυτό το σημείο. Όπως είδαμε ήδη, ο Παύλος έδειξε κατάλληλη τιμή στον Φήστο. Επίσης, μολονότι, ο Καίσαρ, ο οποίος εβασίλευε, δεν ζούσε καθόλου σύμφωνα με τις Χριστιανικές αρχές (εφόσον ως τότε είχε θανατώσει συγγενείς, περιλαμβανομένης και της μητρός του, και ήταν κατά γενική ομολογία ανήθικος), ο Παύλος σεβάσθηκε το αξίωμα του και επεκαλέσθη «τον Καίσαρα.»—Πράξ. 25:10-12.
Ήταν αυτός ο σεβασμός συνήθης για τους Χριστιανούς τότε; Ναι! Το βιβλίο Η Πρώτη Εκκλησία και ο Κόσμος (στην Αγγλική) λέγει: «Όταν ωδηγούντο σε δίκη, υπερήσπιζαν συνήθως την υπόθεσί των με ευγένεια και σεβασμό προς τους δικαστάς των.» Κατόπιν σχολιάζοντας για τους ανθρώπους, οι οποίοι τον δεύτερο αιώνα έγραψαν υπέρ της Χριστιανοσύνης, το βιβλίο παρατηρεί: «Η γλώσσα των είναι ευγενική· τηρούν τους κανόνας τής επισήμου εθιμοτυπίας αποδίδοντας στους Αυτοκράτορας τους πλήρεις τιμητικούς τίτλους των, και επιπρόσθετες φιλόφρονες εκφράσεις.»—Σελίδες 108, 109, 258, 259.
Αλλά σημαίνει μήπως αυτό ότι οι πρώτοι Χριστιανοί μπορούσαν να κάνουν όλα όσα ανεμένοντο από αυτούς να κάμουν στην απόδοσι τιμής στους πολιτικούς αξιωματούχους; Μπορούσαν, παραδείγματος χάριν, ν’ αποκαλούν τον αυτοκράτορα Αρχηγό, Σωτήρα ή Θεό; Μπορούσαν να προσφέρουν σ’ αυτόν θυμίαμα; Όχι, υπήρχαν όρια όσον αφορά το πόσο μακριά μπορούσαν να προχωρήσουν. Μας λέγεται ότι: «Η συνήθης έκφρασις νομιμοφροσύνης, τόσο στον αυτοκράτορα όσο και στην αυτοκρατορική Πόλι, ήταν η προσφορά θυμιάματος στο πνεύμα του και στο πνεύμα της Ρώμης. Ο Χριστιανός θεωρούσε ότι μία τέτοια πράξις εσήμαινε προσφορά λατρείας σε θεούς ή θεότητες τις οποίες αυτός δεν ανεγνώριζε.»a Τι θα έκαναν οι Χριστιανοί, όταν εκαλούντο να προσφέρουν θυσία στον αυτοκράτορα, υπερβαίνοντας, έτσι να πούμε, τα όρια από σεβασμό σε θρησκευτική λατρεία; Η ιστορία απαντά: «Οι Χριστιανοί ηρνούντο να . . . προσφέρουν θυσία στο πνεύμα του αυτοκράτορος. . . . Εδίδετο επίσης προσεκτικά η εξήγησις [στον Χριστιανό] ότι δεν απέδιδε λατρεία στον αυτοκράτορα· μάλλον ανεγνώριζε τον θείο χαρακτήρα του αυτοκράτορος ως κεφαλής του Ρωμαϊκού κράτους. Εν τούτοις, σχεδόν κανένας Χριστιανός δεν επωφελείτο της ευκαιρίας να διαφύγη.b
Έτσι οι πρώτοι Χριστιανοί ηρνούντο ν’ αποδώσουν σ’ ένα ανθρώπινο άρχοντα τις εξουσίες ενός θεού ή να εκτελέσουν θρησκευτικές πράξεις λατρείας σε μια πολιτική αρχή, αλλά ήσαν πρόθυμοι να δείξουν κατάλληλη τιμή. Ωστόσο, σε μερικές απόψεις αυτού του ζητήματος παίζει ρόλο και η συνείδησις. Ακόμη και όταν αναγνωρίζεται ότι η προσκύνησις σ’ ένα άρχοντα είναι απλώς μια κοινή τοπική μορφή σεβασμού για τη θέσι του και όχι μια πράξις λατρείας, μερικοί Χριστιανοί θα μπορούσαν ν’ αρνηθούν συμμετοχή. Ή μερικοί θα μπορούσαν να θεωρήσουν τον εαυτό των υποχρεωμένο ν’ αποφύγουν τη χρήσι ωρισμένων συνήθων εκφράσεων τιμής σχετικά μ’ ένα συγκεκριμένο άρχοντα εξαιτίας των πράξεων του, κι εν τούτοις να εξακολουθούν ν’ αγωνίζωνται να είναι ειρηνικοί, νομιμόφρονες πολίται. Ο σεβασμός που έχουν οι άλλοι για την καλή διαγωγή των, καθώς και η δική των διακριτικότης, θα μπορούσε να καταστήση τους Χριστιανούς ικανούς ν’ ακολουθούν τις υποδείξεις της συνειδήσεώς των χωρίς παρέμβασι. (Πράξ. 24:16) Αλλά, αν δεν συμβαίνη αυτό, τότε οφείλουν να είναι πρόθυμοι να δεχθούν τις συνέπειες της αποφάσεώς των.—1 Πέτρ. 2:19.
Ένα τελικό σημείο που αξίζει ένα σύντομο σχόλιο μ’ αυτή την ευκαιρία είναι η σπουδαιότης της Γραφικής θέσεως της ουδετερότητος. Μερικές φορές άτομα, τα οποία θα μπορούσαν ευσυνείδητα να προφέρουν μια προφορική έκφρασι σεβασμού σε μια πολιτική αρχή, καλούνται να ενωθούν στο να κραυγάζουν πολιτικά συνθήματα ή να ψάλλουν πατριωτικά άσματα. Το να το πράξουν αυτό θα ισοδυναμούσε με το να λάβουν μέρος στις πολιτικές υποθέσεις των εθνών. Θα μπορούσε ένας Χριστιανός να το κάμη αυτό, εφόσον ο Ιησούς είπε ότι οι αληθινοί λάτρεις «εκ του κόσμου δεν είναι, καθώς εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου»; (Ιωάν. 17:16) Αν ένας αρνηθή να συμμετάσχη σε τέτοιες ενέργειες είναι πιθανόν να υποστή προσωρινά εναντίωσι, αλλά ο απόστολος Πέτρος συνεβούλευσε: «Καλήτερον να πάσχητε, εάν ήναι ούτω το θέλημα του Θεού, αγαθοποιούντες, παρά κακοποιούντες.»—1 Πέτρ. 3:17.
Σε όλα αυτά τα ζητήματα οι Χριστιανοί θέλουν να λαμβάνουν πρώτα υπ’ όψιν τη διατήρησι ευπροσδέκτου λατρείας και την επιδοκιμασία του Θεού. Το να κατευθύνουν τη ζωή των στο να ενεργούν μ’ αυτό τον τρόπο θ’ αποβή για το αιώνιο καλό των, όπως συνέβη και με τον Ιησού, ο οποίος είπε: «Εν τω κόσμω θέλετε έχει θλίψιν αλλά θαρσείτε· εγώ ενίκησα τον κόσμον.»—Ιωάν. 16:33.
[Υποσημειώσεις]
a Η Άνοδος της Χριστιανοσύνης, υπό Έρνεστ Ουίλλιαμ Μπάρνες, σελίδες 300, 333 (στην Αγγική).
b Οι Μελλοθάνατοι υπό Ντανιέλ Π. Μάννιξ, σελίδες 135, 137 (στην Αγγική).