Εδάφια της Ημέρας για τον Μήνα Δεκέμβριο
16 Ο άνθρωπος δεν έχει καλήτερον υπό τον ήλιον, ειμή να τρώγη, και να πίνη, και να ευφραίνηται· και τούτο θέλει μείνει εις αυτόν από του κόπου αυτού εν ταις ημέραις της ζωής αυτού.—Εκκλησ. 8:15. Σ 15/7/66 26, 27α
17 Προσθέσατε εις την πίστιν σας την αρετήν, . . . την γνώσιν, . . . την εγκράτειαν, . . . την υπομονήν, . . . την ευσέβειαν, . . . την φιλαδελφίαν, . . . την αγάπην.—2 Πέτρ. 1:5-7. Σ 1/2/66 12, 13β
18 Θέλω συγχωρήσει την ανομίαν αυτών, και την αμαρτίαν αυτών δεν θέλω ενθυμείσθαι πλέον.—Ιερεμ. 31:34. Σ 1/6/66 31, 32β
19 Το οποίον [μυστήριον] εν άλλαις γενεαίς δεν εγνωστοποιήθη εις τους υιούς των ανθρώπων, καθώς τώρα απεκαλύφθη.—Εφεσ. 3:5. Σ 1/7/66 17-19α
20 Η οδός . . . των δικαίων είναι ως το λαμπρόν φως το φέγγον επί μάλλον και μάλλον, εωσού γείνη τελεία ημέρα.—Παροιμ. 4:18. Σ 15/6/66 16, 17
21 Ο . . . δούλος δεν μένει πάντοτε εν τη οικία· ο υιός μένει πάντοτε. Εάν λοιπόν ο Υιός σάς ελευθερώση, όντως ελεύθεροι θέλετε είσθαι.—Ιωάν. 8:35, 36. Σ 1/4/67 4, 5
22 Διότι τις η ελπίς ημών, ή η χαρά, ή ο στέφανος της καυχήσεως; ή ουχί και σεις . . . ; Διότι σεις είσθε η δόξα ημών και η χαρά.—1 Θεσ. 2:19, 20. Σ 1/9/66 16, 17α
23 Ενδύθητε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και μη φροντίζετε περί της σαρκός.—Ρωμ. 13:14. Σ 15/8/66 16α
24 «Θέλεις αγαπά Ιεχωβά τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου» . . . «Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως εαυτόν».—Μαρκ. 12:30, 31, ΜΝΚ. Σ 15/11/66 25, 26α
25 Ερρίφθη ο δράκων ο μέγας, ο όφις ο αρχαίος, ο καλούμενος Διάβολος, και ο Σατανάς, ο πλανών την οικουμένην όλην.—Αποκάλ. 12:9. Σ 15/10/66 35
26 Σώζετε . . . αρπάζοντες αυτούς εκ του πυρός.—Ιούδ. 23. Σ 1/3/67 35, 36α
27 Τότε είπα, Ιδού εγώ, απόστειλόν με. Και είπεν, Ύπαγε, και ειπέ προς τούτον τον λαόν, Με την ακοήν θέλετε ακούσει και δεν θέλετε εννοήσει.—Ησ. 6:8, 9. Σ 15/1/67 30, 31α
28 Απέλυσε [ο Σολομών] τον λαόν εις τας σκηνάς αυτών, ευφραινομένους και αγαλλομένους την καρδίαν δια τα αγαθά όσα έκαμεν ο Ιεχωβά προς . . . τον λαόν αυτού.—2 Χρον. 7:10. Σ 15/9/66 12
29 Εν τη ελευθερία . . . με την οποίαν ηλευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί, και μη υποβληθήτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας.—Γαλ. 5:1. Σ 1/4/67 29, 30
30 Αγρυπνείτε εις τας προσευχάς.—1 Πέτρ. 4:7. Σ 15/2/67 15, 16α
31 Και αυτή η κτίσις θέλει ελευθερωθή από της δουλείας της φθοράς, και μεταβή εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού.—Ρωμ. 8:21. Σ 15/3/67 27α