Ερωτήσεις από Αναγνώστας
● Η ανάρριψις ανθοδέσμης στις παρανύμφους θα ήταν κατάλληλη σ’ ένα Χριστιανικό γάμο, ή μήπως αυτό είναι συνήθεια που κατά παράδοσιν προέρχεται από ειδωλολατρικά έθιμα;—Φ. Γ., Η.Π.Α.
Το ν’ αναρρίπτη η νύμφη την ανθοδέσμη της στις παράνυμφες δεν είναι παρά μια ειδωλολατρική συνήθεια. Υπενθυμίζει δεισιδαιμονία, όπως, λόγου χάριν, το ότι εκείνη από τις παράνυμφες που θα πιάση την ανθοδέσμη της νύμφης, επισημαίνεται, όπως λέγεται, ως το επόμενο κορίτσι που πρόκειται να νυμφευθή. Αφού μια τέτοια συνήθεια λαμβάνει χώραν σε κοσμικούς γάμους και είναι απλώς ένα κατά παράδοσιν έθιμο ειδωλολατρικό, δεν θα μπορούσε να θεωρηθή ως αγία διαγωγή και γι’ αυτό θα έπρεπε να εκλείψη από τους Χριστιανικούς γάμους. (1 Πέτρ. 1:14-16) Μια τέτοια πράξις συγκεκριμένα δεν πρέπει να λαμβάνη χώραν μέσα στην τοπική Αίθουσα Βασιλείας, αν ο γάμος γίνεται εκεί.
Αν κάποιος θέλη να επιδίδεται σ’ αυτή τη συνήθεια σε μια τελετή γάμου ή υποδοχής έξω από την Αίθουσα Βασιλείας, αυτό είναι δική του ευθύνη· αλλ’ είναι, βέβαια, ένα κακό και μη Χριστιανικό παράδειγμα, που αποκαλύπτει απόδειξι σημαντικής ανωριμότητος. Όθεν τα κατά παράδοσιν ειδωλολατρικά έθιμα, όπως αυτό, πρέπει ν’ αποκλείωνται από την Αίθουσα Βασιλείας, εφόσον αυτά όχι μόνο δεν έχουν Γραφική βάσι, αλλά και καταλήγουν σε διχασμό γνώμης από μέρους μελών της εκκλησίας. Πολλοί θα εσκανδαλίζοντο από μια τέτοια πράξι μέσα σ’ ένα κτίριο, που είναι αφιερωμένο στην αγνή λατρεία του Ιεχωβά Θεού. Θα μπορούσε ν’ αποδειχθή ως αιτία προσκόμματος στους άλλους· εν σχέσει δε με αυτό ο απόστολος Παύλος έγραψε τα επόμενα Θεόπνευστα λόγια στους Φιλιππησίους: «Να διακρίνητε τα διαφέροντα, ώστε να ήσθε ειλικρινείς και απρόσκοποι μέχρι της ημέρας του Χριστού, πλήρεις καρπών δικαιοσύνης, των δια του Ιησού Χριστού, εις δόξαν και έπαινον Θεού.»—Φιλιππησ. 1:10, 11.
● Γιατί το βιβλίο 1 Χρονικών 2:13-15 ομιλεί για τους επτά γυιούς του Ιεσσαί, ενώ το 1 Σαμουήλ αναφέρει τον Δαβίδ ως τον όγδοο;
Η Βιβλική αφήγησις στο 1 Χρονικών 2:13-15 λέγει ότι ο Ιεσσαί «εγέννησεν Ελιάβ τον πρωτότοκον αυτού, και Αβιναδάβ τον δεύτερον, και Σαμμά τον τρίτον, Ναθαναήλ τον τέταρτον, Ραδδαί τον πέμπτον, Οσέμ τον έκτον, Δαβίδ τον έβδομον.» Η αφήγησις του βιβλίου 1 Σαμουήλ 16:10, 11 (ΜΝΚ) λέγει: «Και διεβίβασεν ο Ιεσσαί επτά εκ των υιών αυτού ενώπιον του Σαμουήλ. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον Ιεσσαί, Ο Ιεχωβά δεν έκλεξε τούτους. Και είπεν ο Σαμουήλ προς τον Ιεσσαί, Ετελείωσαν τα παιδία; Και είπε, Μένει έτι ο νεώτερος· και ιδού, ποιμαίνει τα πρόβατα.» Στο επόμενο κεφάλαιο του βιβλίου 1 Σαμουήλ, εδάφιον 12, η αφήγησις λέγει: «Ήτο δε Δαβίδ ο υιός εκείνου του Εφραθαίου εκ Βηθλεέμ-Ιούδα, ονομαζόμενου Ιεσσαί· είχε δε οκτώ υιούς.»
Απ’ αυτές τις αφηγήσεις καταφαίνεται ότι ένας απ’ εκείνους τους γυιούς που εδείχθησαν στον Σαμουήλ δεν έζησε αρκετόν χρόνο για να νυμφευθή και ν’ αποκτήση τέκνα, συνεπεία δε τούτου παρελείφθη τ’ όνομά του στο κεφάλαιον 1 Χρονικών 2, που αναγράφει τη γενεαλογία του Ιεσσαί και άλλων. Καλό είναι να ενθυμούμεθα ότι το βιβλίον 1 Σαμουήλ εγράφη από τον Σαμουήλ, τον Γαδ και τον Νάθαν και συνεπληρώθη κατά το έτος 1077 π.Χ. Τα Χρονικά, όμως, εγράφησαν από τον ιερέα Έσδρα περί το 460 π.Χ. Ο Έσδρας, όταν έγραψε τα εδάφια 1 Χρονικών 2:13-15, παρέλειψε το όνομα του γυιού του Ιεσσαί, ο οποίος προφανώς απέθανε άτεκνος.